ΧΡΗΜΑ

Ευάλωτοι δανειολήπτες: Ξεκίνησε η υποβολή αιτήσεων - Επιδότηση για 30.000 δικαιούχους

Ευάλωτοι δανειολήπτες: Ξεκίνησε η υποβολή αιτήσεων - Επιδότηση για 30.000 δικαιούχους
Οι δανειολήπτες μπορούν να υποβάλλουν τις αιτήσεις τους στην πλατφόρμα, για την επιδότηση ποσοστού 50% της αύξησης του επιτοκίου τους INTIME NEWS / ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΩΤΣΙΑΡΗΣ

Από το πρωί της Τετάρτη 1η Φεβρουαρίου «άνοιξε» η ειδική πλατφόρμα για τους ευάλωτους δανειολήπτες, μέσα από την οποία οι δικαιούχοι θα μπορούν να υποβάλλουν τις αιτήσεις τους προκειμένου να λάβουν επιδότηση του επιτοκίου τους.

Συγκεκριμένα, από σήμερα, οι δανειολήπτες μπορούν να υποβάλλουν τις αιτήσεις τους στην πλατφόρμα, για την επιδότηση ποσοστού 50% της αύξησης του επιτοκίου (με ημερομηνία αναφοράς για τον υπολογισμό της αύξησης την 30/6/2022) για διάστημα 12 μηνών, ενώ τα αναλογούντα ποσά εκτιμάται πως θα ξεκινήσουν να πιστώνονται στους λογαριασμούς των δικαιούχων τον Απρίλιο.

Βήμα-βήμα η απόκτηση βεβαίωσης

Το πρώτο βήμα για τους δανειολήπτες είναι η έκδοση σχετικής «βεβαίωσης ευάλωτου δανειολήπτη» μέσω του πληροφοριακού συστήματος της Ειδικής Γραμματείας Ιδιωτικού Χρέους (κλικ εδώ).

Συγκεκριμένα, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν οι ίδιοι ή εξουσιοδοτημένος σύμβουλος τους, να λάβουν βεβαίωση ευάλωτου οφειλέτη, αρκεί να είναι φυσικό πρόσωπο και να έχουν είτε:

  • κηρυχθεί σε πτώχευση
  • κατασχεθεί η κύρια κατοικία τους
  • καταρτίσει σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών τους
  • να είναι δικαιούχοι της επιδότησης επιτοκίου

Σημειώνεται πως οι χρήστες θα χρειαστούν τους προσωπικούς τους κωδικούς πρόσβασης στο Taxisnet.

Οι ενδιαφερόμενοι θα κληθούν να επιλέξουν μια από τις ακόλουθες ιδιότητες (αιτών, σύζυγος, εξαρτώμενο μέλος, σύμβουλος) που ισχύουν για το πρόσωπό τους.

Κλικ εδώ για να δείτε αναλυτικά:

Βήμα 1ο

Βήμα 2ο

Βήμα 3ο

Σημειώνεται πως το σύνολο της δαπάνης για την υποστήριξη των ευάλωτων δανειοληπτών θα καλυφθεί, στο πλαίσιο των διακριτών δράσεων εταιρικής κοινωνικής υπευθυνότητας των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, με ισόποσες εισφορές των τεσσάρων συστημικών τραπεζών.

Επιτόκια και προμήθειες

Ως προς το ζήτημα της επιτοκιακής και εμπορικής πολιτικής, οι τράπεζες, διακριτά και ανεξάρτητα με βάση την πολιτική κάθε μίας, αναπροσαρμόζουν συνεχώς τα επιτόκια καταθέσεων και χορηγήσεων, όπως αυτά καθορίζονται από την ΕΚΤ, και προχωρούν σε τακτική βάση στην επανεξέταση ή και μείωση προμηθειών που προβλέπονται για την παροχή τραπεζικών υπηρεσιών, σύμφωνα με την κείμενη ευρωπαϊκή νομοθεσία και τις συνθήκες ανταγωνισμού στην αγορά.

Ήδη, στους Έλληνες καταθέτες προσφέρεται σειρά επιλογών που συνδυάζουν ασφάλεια και αξιόλογες αποδόσεις, λαμβάνοντας υπόψη τις σχετικές αποφάσεις της ΕΚΤ και τις εσωτερικές πολιτικές κάθε τράπεζας. Για παράδειγμα, οι αποδόσεις των προθεσμιακών καταθέσεων διαρκείας ίσης ή μεγαλύτερης των 6 μηνών έχουν αυξητική τάση κατά τη διάρκεια των τελευταίων μηνών, με τις αποδόσεις για περίοδο 12 μηνών και άνω να διαμορφώνονται σε επίπεδα άνω του 1%, ανάλογα με την τράπεζα και το ποσό της προθεσμιακής κατάθεσης.

Παράλληλα, οι ελληνικές τράπεζες προσφέρουν στο ευρύ κοινό, τηρώντας τους κανόνες MiFID, επενδυτικά προγράμματα ομολόγων με σημαντικά υψηλότερες αποδόσεις, που ενσωματώνουν την τάση των επιτοκίων στις διεθνείς αγορές.

Την ίδια στιγμή, το κόστος δανεισμού στην Ελλάδα αυξάνεται με χαμηλότερους ρυθμούς σε σχέση με την Ευρωζώνη, τόσο για τα νοικοκυριά όσο και για τις επιχειρήσεις, κι αυτό παρά το συγκριτικά υψηλότερο κόστος δανεισμού των ελληνικών τραπεζών και του ελληνικού Δημοσίου. Είναι χαρακτηριστικό πως από τον Οκτώβριο έως τον Νοέμβριο του 2022, σε αντίθεση με τις τάσεις στην Ευρωζώνη, στην Ελλάδα καταγράφηκε καθαρή μείωση στο κόστος των νέων δανείων για τα νοικοκυριά.

Σε ό,τι αφορά, τέλος, τις προμήθειες των τραπεζικών εργασιών και προϊόντων, κάθε τράπεζα ξεχωριστά και με βάση την εμπορική της πολιτική, επανεξετάζει τακτικά την τιμολογιακή της πολιτικής, με στόχο τη διασφάλιση της ανταποδοτικότητας και τον περιορισμό των χρονικών και οικονομικών επιβαρύνσεων για επιχειρήσεις και ιδιώτες. Στη χώρα μας, οι ιδιώτες μπορούν πλέον να πραγματοποιούν – χωρίς κόστος - εμβάσματα ύψους έως 500 ευρώ ημερησίως, μέσω του κινητού τους τηλεφώνου και της υπηρεσίας IRIS.

Συγχρόνως, η κάθε τράπεζα, διακριτά και αυτόνομα από τις υπόλοιπες, έχει μειώσει ορισμένες επιπλέον προμήθειες τραπεζικών εργασιών. Τέτοιες αναπροσαρμογές είναι διαφορετικές ανά τράπεζα, ανάλογα με την εμπορική πολιτική της καθεμίας, αλλά ενδεικτικά αφορούν αγορά χρεογράφων του Ελληνικού Δημοσίου, αξιολόγηση αιτημάτων στεγαστικών δανείων, πληρωμή λογαριασμών, συνδρομή πιστωτικής κάρτας, κ.λπ.

Ο εξωδικαστικός συμβιβασμός

Παράλληλα, όπως αναφέρεται σε σχετική ανακοίνωση των τεσσάρων συστημικών τραπεζών, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα αξιοποιεί τον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών ιδιωτών, ένα σημαντικό εργαλείο για τη διαχείριση του ιδιωτικού χρέους, και προβαίνει σε σειρά διμερών ρυθμίσεων στηρίζοντας δανειολήπτες που αντιμετωπίζουν παροδικές δυσκολίες στην εξυπηρέτηση των δανειακών τους υποχρεώσεων.

Σε ό,τι αφορά τον εξωδικαστικό συμβιβασμό, έχει αυξηθεί σημαντικά η εγκρισιμότητα από πλευράς τραπεζών για τα δάνεια που διατηρούν στα χαρτοφυλάκιά τους. Πλέον το ποσοστό εγκρίσεων διαμορφώνεται, για το σύνολο του τραπεζικού συστήματος, στο 55%, υψηλότερο κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με τον Σεπτέμβριο του 2022, επιβεβαιώνοντας τη συνεχώς αυξανόμενη τάση στις εγκρισιμότητες. Από την έναρξη λειτουργίας της πλατφόρμας, έχουν εγκριθεί από τις συστημικές Τράπεζες περί τις 2.800 αιτήσεις δανειοληπτών για συνολικές οφειλές που υπερβαίνουν τα 116 εκατ. ευρώ.

Επιπρόσθετα, όπως αναφέρεται στη σχετική ανακοίνωση, με βάση τη διακριτή πολιτική κάθε τράπεζας επί του θέματος, οι τράπεζες έχουν προβεί κατά το παρελθόν, και συνεχίζουν να υλοποιούν, διμερείς ρυθμίσεις δανείων, διασφαλίζοντας την ποιότητα των χαρτοφυλακίων τους και, κυρίως, προσφέροντας βιώσιμες λύσεις στους πελάτες τους. Μόνον κατά τη διάρκεια του 2022, ανταποκρινόμενες στην ανάγκη στήριξης νοικοκυριών και επιχειρήσεων, οι συστημικές τράπεζες της χώρας προχώρησαν σε διμερείς συμφωνίες με 86.350 δανειολήπτες για δάνεια ύψους άνω των 5 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 2,5 δισ. Ευρώ αφορούν στεγαστικά δάνεια, εξασφαλισμένα με ακίνητα.