ΔΙΕΘΝΗ

ΕΚΤ: Ζημιές 1,3 δισ. ευρώ το 2025 - Δεν θα διανείμει κέρδη στις εθνικές

ΕΚΤ: Ζημιές 1,3 δισ. ευρώ το 2025 - Δεν θα διανείμει κέρδη στις εθνικές
AP Photo/Michael Probst, File

Ζημία ύψους 1,254 δισ. ευρώ έδειξαν οι οικονομικές καταστάσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) για το 2025, περιορίζοντας τις απώλειες, σε σχέση με τη ζημία ύψους 7,944 δισ. ευρώ που καταγράφηκε το 2024, κυρίως λόγω της σημαντικής μείωσης των καθαρών τόκων-εξόδων.

ζημία του 2025, όπως και οι ζημίες των προηγούμενων ετών, θα καταγραφεί στον ισολογισμό της ΕΚΤ προκειμένου να συμψηφιστεί με μελλοντικά κέρδη. Ως αποτέλεσμα της ζημίας, δεν θα υπάρξει διανομή κερδών στις εθνικές κεντρικές τράπεζες της ζώνης του ευρώ για το 2025.

Οι ζημίες που πραγματοποιούνται από το 2022 και μετά εμφανίζονται έπειτα από πολλά χρόνια σημαντικών κερδών και οφείλονται στις απαραίτητες ενέργειες πολιτικής στις οποίες προέβη το Ευρωσύστημα προκειμένου να εκπληρώσει την πρωταρχική του αποστολή να διατηρεί τη σταθερότητα των τιμών, αναφέρει σε σχετική ανακοίνωση η ΕΚΤ και προσθέτει:

Στο πλαίσιο αυτών των πολιτικών η ΕΚΤ έπρεπε να διευρύνει τον ισολογισμό της αγοράζοντας χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία, κυρίως με σταθερά επιτόκια και μακρά διάρκεια.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα αντίστοιχη αύξηση των υποχρεώσεων επί των οποίων η ΕΚΤ καταβάλλει τόκο με κυμαινόμενο επιτόκιο.

Συνεπώς, οι αυξήσεις των βασικών επιτοκίων της ΕΚΤ το 2022 και το 2023 με σκοπό την καταπολέμηση του υψηλού πληθωρισμού στη ζώνη του ευρώ οδήγησαν σε άμεσες αυξήσεις των τόκων-εξόδων επί των υποχρεώσεων, ενώ οι τόκοι-έσοδα επί των στοιχείων ενεργητικού της ΕΚΤ, ιδίως επί τίτλων που αποκτήθηκαν στο πλαίσιο του προγράμματος αγοράς στοιχείων ενεργητικού (asset purchase programme - APP) και του έκτακτου προγράμματος αγοράς στοιχείων ενεργητικού λόγω πανδημίας (pandemic emergency purchase programme - PEPP), δεν αυξήθηκαν στον ίδιο βαθμό.

Οι μεταγενέστερες μειώσεις των βασικών επιτοκίων της ΕΚΤ από το 2024 και μετά και η συνεχής μείωση των υποχρεώσεων της ΕΚΤ, μετά τη λήξη τίτλων που είχαν αποκτηθεί στο πλαίσιο των προγραμμάτων APP και PEPP, μειώνουν σημαντικά τις επιδράσεις αυτής της αναντιστοιχίας ως προς τους τόκους. Ως εκ τούτου, οι καθαροί τόκοι-έξοδα το 2025 ήταν σημαντικά χαμηλότεροι από ό,τι τα προηγούμενα έτη.

Η ΕΚΤ αναμένεται να επανέλθει σε κερδοφορία το 2026 ή το επόμενο έτος, αν και αυτό θα εξαρτηθεί από τα μελλοντικά επίπεδα των βασικών επιτοκίων της ΕΚΤ και των συναλλαγματικών ισοτιμιών, καθώς και από το μέγεθος και τη σύνθεση του ισολογισμού της.

Σε κάθε περίπτωση, η ΕΚΤ είναι σε θέση να λειτουργεί αποτελεσματικά και να εκπληρώνει την πρωταρχική της αποστολή να διατηρεί τη σταθερότητα των τιμών ανεξάρτητα από τυχόν ζημίες. Η οικονομική της ευρωστία υπογραμμίζεται περαιτέρω από το κεφάλαιο και τους σημαντικού ύψους λογαριασμούς αναπροσαρμογής της, που συμποσούνται σε 71 δισεκ. ευρώ στο τέλος του 2025, ποσό κατά 12 δισεκ. ευρώ υψηλότερο σε σύγκριση με το τέλος του 2024.

Οι τόκοι-έσοδα και οι τόκοι-έξοδα της ΕΚΤ το 2025 είχαν ως εξής:

aa.jpg

Οι τόκοι-έξοδα το 2025 ήταν πολύ χαμηλότεροι από ό,τι το 2024.

Η μείωση αυτή οφείλεται κατά κύριο λόγο στη σημαντική μείωση των τόκων-εξόδων επί της καθαρής υποχρέωσης της ΕΚΤ στο πλαίσιο του TARGET, κυρίως λόγω της εφαρμογής χαμηλότερου μέσου επιτοκίου εκτοκισμού (2025: 2,3%, 2024: 4,1%), μετά τις μειώσεις των βασικών επιτοκίων της ΕΚΤ και, σε μικρότερο βαθμό, την εφαρμογή του επιτοκίου της διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων ως βάσης για τον εκτοκισμό αντί του επιτοκίου των πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης.

Επιπλέον, στη μείωση αυτή συνέβαλαν και τα χαμηλότερα υπόλοιπα στο TARGET, τα οποία αποδίδονται στη λήξη τίτλων διακρατούμενων για σκοπούς νομισματικής πολιτικής.

Η εφαρμογή χαμηλότερου μέσου επιτοκίου εκτοκισμού οδήγησε επίσης σε μείωση των τόκων-εσόδων επί των απαιτήσεων που συνδέονται με την κατανομή των κυκλοφορούντων τραπεζογραμματίων ευρώ και των τόκων που οφείλονται στις εθνικές κεντρικές τράπεζες (ΕθνΚΤ) επί των απαιτήσεών τους σε σχέση με τα μεταβιβασθέντα προς την ΕΚΤ συναλλαγματικά διαθέσιμα.

Ενώ οι τόκοι-έσοδα επί των συναλλαγματικών διαθεσίμων μειώθηκαν, κυρίως λόγω των χαμηλότερων τόκων-εσόδων από τίτλους σε δολάρια ΗΠΑ, οι τόκοι-έσοδα επί τίτλων που διακρατούνται για σκοπούς νομισματικής πολιτικής παρέμειναν ουσιαστικά αμετάβλητοι σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος.

Οι αποσβέσεις από μεταβολές τιμών συναλλάγματος ανήλθαν σε 1.316 εκατ. ευρώ (2024: 81 εκατ. ευρώ), προερχόμενες κυρίως από την υποτίμηση του γιεν Ιαπωνίας που οδήγησε σε μείωση της αξίας των σχετικών διαθεσίμων στο νόμισμα αυτό. Αυτές οι αποσβέσεις αντισταθμίστηκαν εν μέρει από πραγματοποιηθέντα κέρδη από μεταβολές τιμών συναλλάγματος που προέκυψαν κυρίως από τον τυπικό επανακαθορισμό της σύνθεσης των συναλλαγματικών διαθεσίμων της ΕΚΤ.

Οι συνολικές δαπάνες προσωπικού μειώθηκαν σε 809 εκατ. ευρώ (2024: 844 εκατ. ευρώ), κυρίως λόγω της μείωσης των δαπανών που συνδέονται με μετεργασιακές και λοιπές μακροπρόθεσμες παροχές. Οι λοιπές λειτουργικές δαπάνες μειώθηκαν ελαφρώς σε 619 εκατ. ευρώ (2024: 626 εκατ. ευρώ), κυρίως λόγω των χαμηλότερων αποσβέσεων.

Τα έσοδα από εποπτικά τέλη (τα οποία επιβάλλονται στις εποπτευόμενες τράπεζες για την κάλυψη των δαπανών της ΕΚΤ στο πλαίσιο της άσκησης των εποπτικών καθηκόντων της) ανήλθαν σε 690 εκατ. ευρώ (2024: 681 εκατ. ευρώ).

Το μέγεθος του ισολογισμού της ΕΚΤ μειώθηκε κατά 37 δισ. ευρώ σε 603 δισ. ευρώ (2024: 641 δισ. ευρώ), αντανακλώντας κυρίως τη σταδιακή μείωση των τίτλων που διακρατούνται στο πλαίσιο των προγραμμάτων APP και PEPP λόγω εξοφλήσεων.

Ενοποιημένος ισολογισμός του Ευρωσυστήματος

Στο τέλος του 2025 το μέγεθος του ισολογισμού του Ευρωσυστήματος, ο οποίος περιλαμβάνει τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού των ΕθνΚΤ της ζώνης του ευρώ και της ΕΚΤ έναντι τρίτων μερών, ήταν 6.293 δισεκ. ευρώ (2024: 6.421 δισεκ. ευρώ). Η συρρίκνωση σε σύγκριση με το 2024 οφειλόταν στη μείωση των τίτλων που διακρατούνται για σκοπούς νομισματικής πολιτικής σε 3.745 δισεκ. ευρώ (2024: 4.283 δισεκ. ευρώ), κυρίως λόγω εξοφλήσεων.

Οι τίτλοι που διακρατούνται στο πλαίσιο του προγράμματος APP μειώθηκαν κατά 351 δισεκ. ευρώ σε 2.322 δισεκ. ευρώ, ενώ οι τίτλοι που διακρατούνται στο πλαίσιο του PEPP μειώθηκαν κατά 186 δισεκ. ευρώ σε 1.423 δισεκ. ευρώ. Αυτή η μείωση αντισταθμίστηκε εν μέρει από την αύξηση του ισοτίμου σε ευρώ της αξίας του χρυσού που διακρατεί το Ευρωσύστημα σε 1.274 δισεκ. ευρώ (2024: 872 δισεκ. ευρώ) λόγω της ανόδου της αγοραίας τιμής του χρυσού σε όρους ευρώ.