ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

ΜΑΚΒΕΛ: Πώς η συμφωνία σε μία χαρτοπετσέτα ψαροταβέρνας άλλαξε τον χάρτη των ζυμαρικών στην Ελλάδα

ΜΑΚΒΕΛ: Πώς η συμφωνία σε μία χαρτοπετσέτα ψαροταβέρνας άλλαξε τον χάρτη των ζυμαρικών στην Ελλάδα

Οδυσσέας Παπαδόπουλος, CEO EURIMAC

CNN Greece

Το ημερολόγιο έγραφε 14 Φεβρουαρίου του 1996. Η ψαροταβέρνα της Θεσσαλονίκης που επιλέχθηκε ως τόπος συνάντησης μεταξύ του Σταύρου Κωνσταντινίδη, προέδρου της ΜΑΚΒΕΛ και του Φραντζέσκο Σέμπιο του ιταλικού ομίλου Euricom, σίγουρα δεν ήταν και από τα πιο ταιριαστά σκηνικά για την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου.

Και, όμως, πάνω σε μία χαρτοπετσέτα της γράφτηκε ένας «επιχειρηματικός έρωτας» που κρατάει τριάντα χρόνια και γίνεται ισχυρότερο χρόνο με τον χρόνο. Οι δύο άνδρες χωρίς κουστωδίες τεχνοκρατών και νομικών συμβούλων έγραψαν πάνω στην χαρτοπετσέτα, που σήμερα είναι καδραρισμένη στο γραφείο του Σταύρου Κωνσταντινίδη, την συμφωνία που προέβλεπε ότι οι Ιταλοί θα εξαγόραζαν το 50% των μετοχών της ελληνικής βιομηχανίας ζυμαρικών, και η ΜΑΚΒΕΛ μπήκε σε μία σταθερή ανοδική τροχιά εκμεταλλευόμενη το διεθνές δίκτυο της Euricom.

Οι Ιταλοί οι οποίοι έχουν αποεπενδύσει από τα ζυμαρικά και έχουν επικεντρωθεί στο ρύζι κράτησαν την ΜΑΚΒΕΛ EURIMAC, όπως μετονομάστηκε η ελληνική βιομηχανία μετά την εξαγορά του 50%, ως μοναδική τους επιχείρηση στον τομέα των ζυμαρικών.

Εξαγωγές από την Ουγκάντα έως την Ιαπωνία

Η EURIMAC παράγει σήμερα το 50% των ελληνικών ζυμαρικών που εξάγονται, δραστηριοποιείται σε 60 χώρες και αντλεί περίπου το 55% των πωλήσεών της από τις διεθνείς αγορές. Από τις γραμμές παραγωγής της στο εργοστάσιο Κιλκίς καθημερινά φεύγουν φορτηγά για 60 χώρες σε όλες τις ηπείρους. Μπορεί η Ευρώπη να είναι από τις πλέον δυναμικές αγορές της, με πρώτη την βρετανική, όμως τα ζυμαρικά της φθάνουν και σε μακρινές αγορές όπως αυτή της Ιαπωνίας, της Κούβας και της Ουγκάντας.

Προμηθευτής του Γερμανικού Στρατού

Ένα από τα δυνατά χαρτιά στο εξαγωγικό μέτωπο είναι ότι δεν απευθύνεται αποκλειστικά στο δίκτυο των σούπερ μάρκετ και στην αγορά των private label αλλά έχει ισχυρό πάτημα και στην αγορά του HoReCa και σε μεγάλους πελάτες είτε αυτοί είναι ιδιωτικές εταιρείες είτε κρατικοί οργανισμοί. Από την δεύτερη κατηγορία ξεχωρίζει ο Γερμανικός Στρατός όπου η ΜΑΚΒΕΛ EURIMAC είναι προμηθευτής σε ένα μεγάλο μέρος της χώρας.

Αξίζει να σημειωθεί ότι πρώτες εξαγωγικές κινήσεις πραγματοποιήθηκαν ήδη από τις δεκαετίες του 1960 και του 1970, γεγονός που αποδεικνύει ότι η εταιρεία αντιλήφθηκε νωρίς τη σημασία της διεθνούς παρουσίας. Σε μία περίοδο όπου η έννοια της εξωστρέφειας δεν ήταν αυτονόητη για την ελληνική βιομηχανία, η ΜΑΚΒΕΛ επένδυσε στη δημιουργία σχέσεων με αγορές του εξωτερικού και άρχισε να χτίζει βήμα-βήμα μία φήμη που στηριζόταν στην αξιοπιστία και τη συνέπεια.

Ανοδική πορεία στην Ελλάδα

Με κύριο όπλο την παραγωγή προϊόντων private label για αλυσίδες σούπερ μάρκετ η εταιρεία έχει καταφέρει σχεδόν (30%) ένα στα τρία προϊόντα ζυμαρικών που πωλούνται στην χώρα μας να παράγεται από τα εργοστάσια της. Όπως ανέφερε η διοίκηση της εταιρείας σε δημοσιογραφική εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στις εγκαταστάσεις της στο Κιλκίς, από το 2022 έως το 2025, η αγορά ζυμαρικών αυξήθηκε κατά 5,3% σε όγκο, ενώ το ΜΑΚΒΕΛ σημείωσε ανάπτυξη 77,2%.

Παράλληλα επεσήμανε ότι η πορεία αυτή συνεχίζεται και το 2026, επιβεβαιώνοντας τη δυναμική του brand και τη στρατηγική επιλογή της εταιρείας να διατηρεί ανταγωνιστική τιμολογιακή πολιτική σε όλη τη διάρκεια του χρόνου.

Επόμενος στόχος η τρίτη θέση για την ΜΑΚΒΕΛ

Στην αγορά των επώνυμων προϊόντων το σήμα ΜΑΚΒΕΛ αυξάνει σταθερά το μερίδιο του τα τελευταία χρόνια και όπως ανέφερε ο CEO της Eurimac, Οδυσσέας Παπαδόπουλος σήμερα βρίσκεται στο 6% της αγοράς και στην τέταρτη θέση.

Απαντώντας σε σχετική ερώτηση του CNN Greece ανέφερε ότι στόχος είναι η κατάληψη της τρίτης θέση που σήμερα βρίσκεται η Barilla (σ.σ. πρώτο brand είναι η Misco, επίσης του ομίλου Barilla, και δεύτερη η Μέλισσα) με την ανατροπή να είναι εφικτή μέσα στην επόμενη τριετία.

ΜΑΚΒΕΛ Χαμηλού Γλυκαιμικού Δείκτη

Από την διοίκηση της εταιρείας ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην καινοτομία των προϊόντων. Υπήρξε από τις πρώτες που επένδυσαν σε προϊόντα ολικής άλεσης, σε ζυμαρικά με περισσότερα δημητριακά και σε λύσεις ταχείας προετοιμασίας, ακολουθώντας τις σύγχρονες διατροφικές ανάγκες. Ωστόσο, το σημαντικότερο ίσως βήμα στον τομέα της καινοτομίας ήρθε το 2024 με την κυκλοφορία της σειράς ζυμαρικών ΜΑΚΒΕΛ Χαμηλού Γλυκαιμικού Δείκτη.

Η νέα αυτή σειρά βασίστηκε σε πενταετή επιστημονική έρευνα και σε κλινικές μελέτες που πραγματοποιήθηκαν με αυστηρά πρωτόκολλα και σε συνεργασία με εξειδικευμένα εργαστήρια. Στόχος ήταν η δημιουργία προϊόντων που να διατηρούν τη γνώριμη γεύση των ζυμαρικών, ενώ ταυτόχρονα να ανταποκρίνονται στις ανάγκες ανθρώπων που επιθυμούν καλύτερο γλυκαιμικό έλεγχο και πιο ισορροπημένη διατροφή. Τα προϊόντα αυτά δημιουργούν αίσθημα κορεσμού χωρίς να δημιουργούν αίσθημα βάρους και αποτελούν μία ουσιαστική επιλογή για όλη την οικογένεια.

Μέσα σε λίγους μήνες από το λανσάρισμα της στα σούπερ μάρκετ η σειρά έχει αρχίσει και φαίνεται στις μετρήσεις με μερίδιο 0,6% όταν στην κατηγορία των «ειδικού τύπου» ζυμαρικών αυτά της πρωτεΐνης που έχουν μεγαλύτερη χρονική παρουσία και διατίθενται από παραπάνω από μία εταιρείες έχουν μερίδιο 0,25% και τα ζυμαρικά από όσπρια 0,05%. Η θετική πορεία οδηγεί την διοίκηση της εταιρείας να προχωράει το επόμενο διάστημα στην δημιουργία άλλων δύο κωδικών οι οποιοί θα προστεθούν στους ήδη τέσσερις υπάρχοντες.

20260509111912.jpg

Οικονομικά μεγέθη

Το 2025 αποτέλεσε για την EURIMAC μία χρονιά στρατηγικής προετοιμασίας για τα επόμενα στάδια ανάπτυξής της. Η διοίκηση επέλεξε συνειδητά να δώσει προτεραιότητα στο μακροπρόθεσμο όφελος και στη σταθερή ενίσχυση της παραγωγικής και επιχειρησιακής της βάσης, επιλέγοντας να μην προχωρήσει άμεσα σε συνεργασίες που θα μπορούσαν να πιέσουν τη λειτουργία της επιχείρησης πριν ολοκληρωθεί το βασικό επενδυτικό της πλάνο.

Πρόκειται για ένα εκτεταμένο πρόγραμμα επενδύσεων, το οποίο ξεκίνησε το 2020 και έως το τέλος του 2026 αναμένεται να έχει φτάσει συνολικά τα 26 εκατ. ευρώ, ενισχύοντας καθοριστικά την παραγωγική δυνατότητα, την τεχνολογική υποδομή και τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της EURIMAC.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το 2024 αποτέλεσε χρονιά-ορόσημο, καθώς η εταιρεία κατέγραψε τον υψηλότερο όγκο πωλήσεων που έχει επιτύχει ποτέ ελληνική επιχείρηση στον κλάδο των ζυμαρικών. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, τα αποτελέσματα του 2025 επιβεβαιώνουν τη σταθερότητα και την ανθεκτικότητα του επιχειρηματικού μοντέλου της εταιρείας, παρά το απαιτητικό διεθνές περιβάλλον και τη φάση επενδυτικής ανάπτυξης που διανύει.

Ο δανεισμός παρέμεινε μηδενικός, στοιχείο ιδιαίτερα σημαντικό για τη χρηματοοικονομική υγεία της επιχείρησης, ενώ το 2025 αποτέλεσε τη δεύτερη καλύτερη χρονιά στην ιστορία της EURIMAC τόσο σε επίπεδο όγκου πωλήσεων όσο και λειτουργικών αποτελεσμάτων.

Συγκεκριμένα, οι πωλήσεις της εταιρείας διαμορφώθηκαν στα 66,83 εκατ. ευρώ, έναντι 72,56 εκατ. ευρώ το 2024. Τα EBITDA ανήλθαν σε 12,56 εκατ. ευρώ από 13,81 εκατ. ευρώ την προηγούμενη χρονιά, ενώ τα κέρδη προ φόρων έφτασαν τα 10,18 εκατ. ευρώ έναντι 11,79 εκατ. ευρώ το 2024. Το τελικό καθαρό αποτέλεσμα μετά από φόρους διαμορφώθηκε στα 8,63 εκατ. ευρώ, σε σύγκριση με 10,70 εκατ. ευρώ το προηγούμενο έτος. Η μικρή αυτή αποκλιμάκωση των οικονομικών μεγεθών συνδέεται άμεσα με τη στρατηγική επιλογή της εταιρείας να επενδύσει στην ολοκλήρωση του επενδυτικού της πλάνου και όχι στη βραχυπρόθεσμη μεγιστοποίηση των αποτελεσμάτων.

Πρόβλεψη για ιστορικό ρεκόρ το 2026

Για το 2026, η διοίκηση εμφανίζεται ιδιαίτερα αισιόδοξη, εκτιμώντας ότι η εταιρεία θα ξεπεράσει ακόμη και τον ιστορικά υψηλό όγκο πωλήσεων του 2024. Ο παράγοντας αυτός θεωρείται εξαιρετικά σημαντικός για τη λειτουργική κερδοφορία της EURIMAC, καθώς πρόκειται για μία βιομηχανία με λιτή οργανωτική δομή, η οποία παράγει και διαθέτει αποκλειστικά ζυμαρικά και όχι προϊόντα υψηλότερης προστιθέμενης αξίας. Ως εκ τούτου, η επίτευξη μεγάλων όγκων παραγωγής και πωλήσεων αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας και της αναπτυξιακής δυναμικής της εταιρείας.

Ο όγκος των πωλήσεων το 2024 διαμορφώθηκε στους 76.200 τόνους, ενώ το 2025 ανήλθε στους 72.300 τόνους. Για το 2026 ο στόχος έχει τεθεί στους 78.000 τόνους, ενώ με την ολοκλήρωση των επενδύσεων ο μακροπρόθεσμος σχεδιασμός προβλέπει αύξηση της παραγωγής στους 85.000 τόνους.