ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Και αν η Ελλάδα γινόταν ένα hub φαρμακευτικής καινοτομίας;

Και αν η Ελλάδα γινόταν ένα hub φαρμακευτικής καινοτομίας;
Ελισάβετ Προδρόμου, Γεν. Διευθύντρια Bristol Myers Squibb Ελλάδας, Γεν. Γραμματέας Pharma Innovation Forum

Της Ελισάβετ Προδρόμου, Γεν. Διευθύντριας Bristol Myers Squibb Ελλάδας, Γεν. Γραμματέας Pharma Innovation Forum

Τι θα γινόταν αν η Ελλάδα αποκαθιστούσε, έστω εν μέρει, την ισορροπία στην αγορά των καινοτόμων θεραπειών και πετύχαινε ουσιαστική συνυπευθυνότητα στη φαρμακευτική δαπάνη;

Θα πρέπει όλοι μαζί να αποφασίσουμε πώς οραματιζόμαστε την χώρα μας, πόσο έτοιμοι είμαστε να υποδεχτούμε το μέλλον που μας επιφυλάσσει η εξέλιξη της βιοεπιστήμης, ποια είναι η επόμενη μέρα για τις νέες τεχνολογίες υγείας που θα προσφέρουν ζωή και ελπίδα στους ασθενείς.

Σήμερα, ο μηχανισμός χρηματοδότησης των καινοτόμων θεραπειών δεν βασίζεται στις πραγματικές ανάγκες των ασθενών αλλά σε ένα φαύλο κύκλο μετάθεσης της οικονομικής ευθύνης στις εταιρείες, καθώς σε πολλές περιπτώσεις κρίσιμων καινοτόμων φαρμάκων το κράτος καλύπτει μόλις το 25-35% του κόστους της θεραπείας.

Τι θα γινόταν λοιπόν αν μέσα στα επόμενα τρία χρόνια η χώρα κατάφερνε να περιορίσει το clawback σε πιο βιώσιμα επίπεδα, κάτω από το 45%; Αυτό που λείπει στην χώρα μας δεν είναι η ικανότητα. Είναι η εμπιστοσύνη.

Αν αυτή η εμπιστοσύνη αποκατασταθεί, τότε η αλλαγή δεν θα είναι γραμμική, αλλά εκθετική.

Οι ασθενείς θα έχουν πλήρη και ταχύτερη πρόσβαση σε νέες καινοτόμες θεραπείες. Σήμερα, ο χρόνος πλήρους πρόσβασης σε νέες θεραπείες στην Ελλάδα αγγίζει τα δύο χρόνια, ενώ ταυτόχρονα αυξάνονται οι θεραπείες που δεν έρχονται ποτέ. Το κενό αυτό καλύπτουν τα ονομαστικά αιτήματα του ΙΦΕΤ. Αυτό σημαίνει καθυστερήσεις και ταλαιπωρία για τους ασθενείς και μεγαλύτερη οικονομική επιβάρυνση για το κράτος. Σε αγορές όπου αποκαθίσταται η προβλεψιμότητα, αυτή η καθυστέρηση μειώνεται αισθητά. Στην Πορτογαλία, μετά από στοχευμένες μεταρρυθμίσεις στη διαχείριση της δαπάνης και την αποζημίωση, οι χρόνοι πρόσβασης περιορίστηκαν και η διαθεσιμότητα καινοτόμων θεραπειών αυξήθηκε μέσα σε λίγα χρόνια. Η Ελλάδα μπορεί να πετύχει αντίστοιχη επιτάχυνση και διαθεσιμότητα.

Η Ελλάδα θα γίνει πιο ελκυστική αγορά για νέες επενδύσεις στη βιοτεχνολογία και την κλινική έρευνα. Σήμερα, η χώρα προσελκύει λιγότερα από 100 εκατομμύρια ευρώ ετησίως σε επενδύσεις κλινικών μελετών, όταν χώρες όπως το Βέλγιο προσελκύουν πάνω από 2 δισεκατομμύρια ευρώ, ετησίως. Η διαφορά δεν εξηγείται από το μέγεθος της χώρας. Εξηγείται από το περιβάλλον. Ακόμη και μια μερική σύγκλιση θα μπορούσε να πολλαπλασιάσει τις επενδύσεις στην Ελλάδα στον τομέα αυτό μέσα σε λίγα χρόνια.

Το σύστημα υγείας, παράλληλα, μπορεί να λειτουργήσει πιο αποτελεσματικά. Χώρες όπως η Ισπανία, η Εσθονία, η Πολωνία και η Ιρλανδία επένδυσαν σε ψηφιακά εργαλεία, έλεγχο συνταγογράφησης και αξιοποίηση δεδομένων, πετυχαίνοντας καλύτερη κατανομή πόρων χωρίς να περιορίζουν την καινοτομία. Η μετατόπιση από οριζόντια μέτρα σε στοχευμένες παρεμβάσεις αποτελεί βασική προϋπόθεση βιωσιμότητας.

Και η οικονομία δεν θα ωφεληθεί απλώς έμμεσα. Ο βιοφαρμακευτικός κλάδος αποτελεί ήδη έναν από τους πιο παραγωγικούς τομείς, με υψηλή προστιθέμενη αξία, επενδύσεις σε ανθρώπινο κεφάλαιο και ισχυρή συμβολή στην ανάπτυξη. Ένας από τους πιο πολλά υποσχόμενους τομείς της επιστήμης δεν παράγει μόνο αποτελέσματα στους δείκτες υγείας για τους ασθενείς, προάγει την οικονομική δραστηριότητα, υπόσχεται υψηλής επιστημονικής αξίας θέσεις εργασίας για τους επιστήμονές μας που σε άλλη περίπτωση θα αναζητούσαν την εξέλιξή τους εκτός Ελλάδος.

Αυτή την επόμενη μέρα οφείλουμε ως Pharma Innovation Forum να τη διεκδικήσουμε με αυτοπεποίθηση.

Οφείλουμε στους ασθενείς και στην ίδια τη χώρα να περάσουμε από μια στάση προσαρμογής σε μια στάση συνδιαμόρφωσης. Με συμμετοχικότητα όλων των εταιρειών του κλάδου και με σαφή στρατηγική κατεύθυνση. Με άνοιγμα προς την κοινωνία, την ιατρική κοινότητα και τους συλλόγους ασθενών.

Σε αυτή την κατεύθυνση, τρεις -συν μία- προτεραιότητες αναδεικνύονται ως κρίσιμες.

Η πρώτη αφορά την ουσιαστική επανατοποθέτηση της φαρμακευτικής δαπάνης ως επένδυσης, με δραστικό περιορισμό της υπερφορολόγησης των καινοτόμων θεραπειών και κάλυψη από το κράτος των μέτρων προστατευτισμού συγκεκριμένων κατηγοριών φαρμάκων.

Η δεύτερη αφορά την πλήρη εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων για τον έλεγχο της δαπάνης. Οι νεότερες θεραπείες δεν έρχονται να καταναλώσουν πόρους, κατά το αφήγημα που λανθασμένα αναπτύσσεται τελευταία. Έρχονται να θεραπεύσουν και να εξοικονομήσουν δαπάνες, διαφορετικά θα επιβαρυνόταν το σύστημα υγείας. Αρκεί να εγγυηθούμε με ψηφιακά εργαλεία όπως τα θεραπευτικά πρωτόκολλα, το μητρώο ασθενών και την ηλεκτρονική συνταγογράφηση, ότι κάθε ασθενής έχει πρόσβαση στο φάρμακό του, τη στιγμή που το χρειάζεται. Με τον τρόπο αυτό θα αναδειχθούν και σημαντικές ευκαιρίες εξοικονόμησης πόρων.

Η τρίτη αφορά την ενίσχυση των κινήτρων για επενδύσεις σε Έρευνα και Ανάπτυξη. Η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να διεκδικήσει πολύ μεγαλύτερο μερίδιο στην κλινική έρευνα, μετατρέποντας μια υφιστάμενη υστέρηση σε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.

Όλα τα παραπάνω μπορούν και πρέπει να ενταχθούν σε ένα συνεκτικό, μεσοπρόθεσμο πλαίσιο συνεργασίας με την Πολιτεία, με σαφείς στόχους και μετρήσιμα αποτελέσματα. Ένα πλαίσιο που θα στοχεύει ρητά στη σταδιακή αποκλιμάκωση του clawback σε επίπεδα κάτω του 45% μέσα στην επόμενη τριετία.

Δεν πρόκειται για ένα δημοσιονομικό στόχο που αφορά έναν κλάδο της αγοράς. Είναι κεντρική προϋπόθεση για ένα σύστημα υγείας που λειτουργεί με όρους βιωσιμότητας και για μια οικονομία που αξιοποιεί πλήρως τις δυνατότητές της. Και, τελικά, είναι η βάση για να διασφαλιστεί ότι κάθε ασθενής στην Ελλάδα θα έχει έγκαιρη και ισότιμη πρόσβαση στη θεραπεία του σήμερα και στο άμεσο μέλλον.

Αν αυτή είναι η επιλογή μας, τότε η Ελλάδα δεν θα ακολουθεί απλώς τις εξελίξεις.

Θα αρχίσει να τις διαμορφώνει.