INSIGHTS

Τάσος Αναστασάτος: 2021, έτος μετάβασης για την ελληνική οικονομία

Τάσος Αναστασάτος: 2021, έτος μετάβασης για την ελληνική οικονομία
Τάσος Αναστασάτος, Επικεφαλής Οικονομολόγος του Ομίλου της Eurobank και Πρόεδρος του Επιστημονικού Συμβουλίου της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών

H παγκόσμια οικονομία, και μαζί της η ελληνική, διέρχεται από μια πρωτόγνωρη περίοδο ταυτόχρονων διαταραχών σε προσφορά και ζήτηση από την πανδημία. Τα περισσότερα κράτη διεθνώς, ή τουλάχιστον αυτά που έχουν την οικονομική δυνατότητα, προσπαθούν να εξομαλύνουν την διαταραχή, αρχικώς με δημοσιονομικά πακέτα στήριξης της ζήτησης και των εισοδημάτων και κατόπιν με δημόσιες επενδύσεις και διαρθρωτικές αλλαγές οι οποίες τονώνουν τους μακροπρόθεσμους ρυθμούς ανάπτυξης, όπως στην περίπτωση της Ευρώπης το ταμείο στήριξής Next Generation EU.

Ωστόσο, τα δημοσιονομικά πακέτα αυξάνουν το δημόσιο χρέος, τόσο σε απόλυτα μεγέθη όσο και ως ποσοστό του ΑΕΠ, το οποίο σε αρκετές από τις ανεπτυγμένες χώρες ήταν ήδη σε υψηλά επίπεδα. Αν και η επεκτατική νομισματική πολιτική των κεντρικών τραπεζών διευκολύνει την ευχερή χρηματοδότηση των δημόσιων χρεών, αυτό δεν θα διαρκέσει για πάντα. Επομένως, για χώρες με ήδη υψηλό χρέος, όπως η Ελλάδα, είναι σημαντικό να επανέλθουν σύντομα σε δημοσιονομική σταθερότητα. Η απόσυρση των μέτρων στήριξης πρέπει να είναι σταδιακή και να ακολουθεί την τροπή της πανδημίας ώστε να μην οδηγήσει σε κλείσιμο κατά τ’ άλλα βιώσιμες επιχειρήσεις αλλά πάντως αποφασιστική.

Τούτου δοθέντος, η περιώνυμη επιστροφή στην κανονικότητα νομοτελειακά σημαίνει, στο μακροχρόνιο διάστημα, την επιστροφή σε επίπεδα ευημερίας που μπορούν να υποστηριχθούν από την εκάστοτε παραγωγικότητα της οικονομίας και όχι από την δημιουργία χρέους για επικαιρική τόνωση της ζήτησης. Το πρώτο τρίμηνο του έτους πιθανότατα η διαταραχή θα συνεχιστεί και μαζί της η κάμψη της οικονομικής δραστηριότητας.

Στη συνέχεια όμως, όσο οι εμβολιασμοί μειώνουν την πιθανότητα lockdowns και την αβεβαιότητα, θα πραγματοποιούνται δαπάνες που αναβλήθηκαν το 2020 οδηγώντας σε αύξηση της ζήτησης και την έναρξη μίας τεχνικής ανάκαμψης. Ωστόσο, η πανδημία θα αφήσει ως κληρονομιά μια πιο μόνιμη αλλαγή των καταναλωτικών συνηθειών και του επιχειρηματικού τοπίου, συμπεριλαμβανομένων της αύξησης της τηλεργασίας, της αναδιάταξης των εφοδιαστικών αλυσίδων και της μεγαλύτερης διείσδυσης του ηλεκτρονικού εμπορίου.

Αυτά δημιουργούν ένα τοπίο με προκλήσεις αλλά και με ευκαιρίες. Κερδισμένες θα είναι οι χώρες και οι επιχειρήσεις που θα δείξουν μεγαλύτερη προσαρμοστικότητα στις νέες μεγάλες τάσεις.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, απαιτούνται μεγάλες επενδύσεις, συνετή χρηματοδότηση και αύξηση μεγέθους επιχειρήσεων, είτε μέσω συγχωνεύσεων είτε με συνεταιριστικά σχήματα. Οι πολύ μικρές επιχειρήσεις είναι δύσκολο έως αδύνατο να πραγματοποιήσουν εξαγωγές κι επενδύσεις, πράγματα απολύτως απαραίτητα για την επιβίωση στη νέα εποχή. Επιχειρήσεις οι οποίες έχουν ένα κακό επιχειρηματικό μοντέλο, είναι αναποτελεσματικές και ήταν πιθανώς ήδη υπερχρεωμένες δεν μπορούν να συνεχίσουν να επιβιώνουν επιδοτούμενες.

Κάποιοι εστιάζουν στο ζήτημα της ρευστότητας. Ωστόσο, η ρευστότητα στην ελληνική οικονομία τα επόμενα χρόνια δεν θα είναι ο βασικός περιορισμός. Το 2021, εκτός από τον Προϋπολογισμό (μέτρα αξίας τουλάχιστον €7,5 δισ. για τη στήριξη εισοδημάτων και ζήτησης), θα αρχίσουν να εισρέουν τα χρήματα από τα διαρθρωτικά και τα Ευρωπαϊκά ταμεία στήριξης, τα οποία σε βάθος 5ετίας θα ξεπεράσουν τα €80 δισ.

Οι δημόσιες επενδύσεις είναι πολύ σημαντικές για την εκκίνηση της αναπτυξιακής διαδικασίας και δημιουργούν υψηλές οικονομίες κλίμακας. Δεν μπορούν όμως να υποκαταστήσουν τις ιδιωτικές επενδύσεις, το μέγεθος των οποίων είναι πολλαπλάσιο. Ως προς αυτό, υπάρχει η συνδρομή των τραπεζών. Οι ελληνικές Τράπεζες έχουν ισχυρή θέση ρευστότητας, επειδή αυξάνονται οι καταθέσεις, έχουν πρόσβαση στη διατραπεζική αγορά και τη χρηματοδότηση της ΕΚΤ.

Ειδικώς η αύξηση των καταθέσεων, είναι μεν αποτέλεσμα της προληπτικής αποταμίευσης επιχειρήσεων και νοικοκυριών εν όψει της αβεβαιότητας που γεννά η πανδημία, αποτελούν όμως μεγάλα ποσά, μέρος των οποίων δύναται να κατευθυνθεί σε επενδύσεις όταν εκλείψει αυτή η αβεβαιότητα. Επομένως, το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη ρευστότητας αλλά η σπάνη επενδυτικών προτάσεων επαρκούς ποιότητας ώστε να χρηματοδοτηθούν. Συχνά έρχονται στο τραπεζικό σύστημα για χρηματοδότηση προτάσεις επιχειρήσεων με αρνητικά ίδια κεφάλαια ή με ήδη μη εξυπηρετούμενα δάνεια.

Οι τράπεζες έχουν καθήκον έναντι των καταθετών, των οποίων τα χρήματα διαχειρίζονται, αλλά και έναντι της ελληνικής οικονομίας, της οποίας είναι βασικός μοχλός ανάπτυξης, να είναι συνετές στη χρηματοδότηση και να επιλέγουν προτάσεις οι οποίες πληρούν τα τραπεζικά κριτήρια.

Επομένως, το βασικό ζήτημα είναι να αυξηθεί η ποιότητα των προτάσεων προς χρηματοδότηση μέσω του προσανατολισμού της οικονομίας στις καινούριες κατευθύνσεις και η ρευστότητα υπάρχει. Η ελληνική οικονομία χρειάζεται περισσότερο από ποτέ επενδύσεις και το βασικό εργαλείο για να τις προσελκύσει είναι επίδειξη δέσμευσης στη μεταρρυθμιστική ατζέντα για την δημιουργία ενός φιλικότερου επιχειρηματικού περιβάλλοντος ώστε να κερδηθεί η εμπιστοσύνη των αγορών.

* Ο Τάσος Αναστασάτος είναι Επικεφαλής Οικονομολόγος του Ομίλου της Eurobank και Πρόεδρος του Επιστημονικού Συμβουλίου της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών