Αγοραστική δύναμη σε κρίση: Η ανάγκη για στοχευμένες παρεμβάσεις
Την ώρα που η Ελλάδα καταγράφει μία από τις χαμηλότερες επιδόσεις στην Ευρώπη ως προς την αγοραστική της δύναμη, η στήριξη των εργαζομένων μέσω στοχευμένων παροχών αποτελεί την πιο άμεση και ρεαλιστική απάντηση στις οικονομικές προκλήσεις.
Η ακρίβεια που πλήττει τα ελληνικά νοικοκυριά, σε συνδυασμό με την αύξηση των τιμών στα είδη πρώτης ανάγκης, έχει γίνει καθημερινό φαινόμενο που επηρεάζει δυσμενώς την ποιότητα ζωής εκατομμυρίων ανθρώπων. Οι καταναλωτές έρχονται συνεχώς αντιμέτωποι με κύματα ανατιμήσεων, τα οποία συρρικνώνουν ολοένα και περισσότερο τον οικογενειακό προϋπολογισμό και αποδυναμώνουν περαιτέρω την αγοραστική δύναμη των πολιτών.
Με βάση την τελευταία έρευνα της Eurostat, που δόθηκε στη δημοσιότητα λίγους μήνες πριν, η Ελλάδα είναι η δεύτερη φτωχότερη χώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση με βάση την αγοραστική της δύναμη. Η χώρα βρίσκεται 30% κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και στην προτελευταία θέση πριν από τη Βουλγαρία. Την ίδια περίοδο, μόλις δέκα χώρες εμφανίζουν ΑΕΠ πάνω από τον μέσο όρο, με το Λουξεμβούργο να βρίσκεται στην κορυφή της σχετικής λίστας.
Η αγοραστική δύναμη δεν αποτελεί έναν απλό οικονομικό δείκτη. Αποτυπώνει τι μπορεί να αγοράσει ένας εργαζόμενος με τον μισθό του σε αγαθά και υπηρεσίες. Με απλά λόγια, αποκαλύπτει τη σχέση ανάμεσα στο εισόδημα από την εργασία και στο συνολικό κόστος ζωής. Οι μεταβολές στους μισθούς σε συνδυασμό με τις διακυμάνσεις στις τιμές βασικών αγαθών επηρεάζει καθοριστικά τη δυνατότητα κάλυψης των αναγκών ενός ατόμου ή μιας οικογένειας.
Για τον λόγο αυτό, η αγοραστική δύναμη λειτουργεί ως δείκτης της πραγματικής οικονομικής κατάστασης και της θέσης του εργαζομένου στην κοινωνία. Το κόστος στέγασης, θέρμανσης, σίτισης και βασικών υπηρεσιών απορροφά μεγάλο μέρος του οικογενειακού προϋπολογισμού, με αποτέλεσμα για πολλά νοικοκυριά το διαθέσιμο εισόδημα να παραμένει ανεπαρκές.
Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία της εταιρείας μελετών Circana για το διάστημα Ιανουαρίου - Οκτωβρίου 2025, οι καταναλωτές αντιμετωπίζουν μεγάλη οικονομική πίεση, καθώς φαίνεται ότι μόλις σε δέκα μήνες πλήρωσαν 9,5 δισ. ευρώ στο σούπερ μάρκετ.
Η αγορά ταχέως κινούμενων καταναλωτικών προϊόντων σημείωσε αύξηση 6,2% σε αξία, με τις συνολικές πωλήσεις να ανέρχονται σε 11,605 δισ. ευρώ, έναντι 10,923 δισ. το αντίστοιχο διάστημα του 2024. Από αυτό το ποσό, τα 9,01 δισ. ευρώ αντιστοιχούν σε τυποποιημένα προϊόντα, τα οποία κατέγραψαν αύξηση 5,6%, ενώ τα 2,595 δισ. αφορούν προϊόντα σε «χύμα» μορφή, με άνοδο 8,6%.
Οι τιμές συνεχίζουν να αυξάνονται κυρίως στα βασικά είδη διατροφής. Παράλληλα, οι αλλαγές στις καταναλωτικές συνήθειες είναι εμφανείς και στο ηλεκτρονικό εμπόριο. Όπως προκύπτει από την έρευνα Nexi eCommerce Report Greece 2024, το 50% των διαδικτυακών αγορών αφορά είδη ένδυσης, το 45% έτοιμο φαγητό και delivery, και το 37% προϊόντα φαρμακείου.
Η άνοδος αυτή των online αγορών, ειδικά σε τρόφιμα και βασικά είδη, σχετίζεται με την αναζήτηση για πιο οικονομικές επιλογές. Ωστόσο, η πρόσβαση σε πιο ισορροπημένες και υγιεινές διατροφικές λύσεις παραμένει περιορισμένη, κυρίως λόγω κόστους.
Σε μια γενικότερη περίοδο έντονης οικονομικής πίεσης, η υιοθέτηση πρακτικών λύσεων θα προσφέρει ουσιαστική ανακούφιση στα νοικοκυριά. Πέρα από τις εξαγγελίες της κυβέρνησης για αύξηση του κατώτατου μισθού, θα χρειαστεί να αναθεωρηθούν και οι παροχές σε είδος. Οι διατακτικές σίτισης που εμπίπτουν σε αυτές, συμβάλλουν στη βελτίωση της καθημερινότητας των πολιτών με τρόπο άμεσο αυξάνοντας την αγοραστική δύναμη.
Για τις επιχειρήσεις, η συγκεκριμένη παροχή εκπίπτει ως παραγωγική δαπάνη για έως και έξι (6) ευρώ την ημέρα ανά εργαζόμενο. Πρόκειται για μια εδραιωμένη παροχή που δίνουν οι σύγχρονες επιχειρήσεις στο προσωπικό τους και αποτελεί ένα μέσο βελτίωσης της ικανοποίησης και των συνθηκών εργασίας. Ταυτόχρονα, συμβάλλει στην αύξηση της παραγωγικότητας αλλά και στην προσέλκυση και διατήρηση νέων ταλέντων. Στους εργαζομένους προσφέρεται η δυνατότητα κάλυψης σημαντικού μέρους του καθημερινού κόστους σίτισης, είτε μέσω αγορών από συμβεβλημένο δίκτυο καταστημάτων είτε αντίστοιχα από επιχειρήσεις εστίασης.
Η χρήση των διατακτικών εδώ και 20 χρόνια έχει στεφθεί με επιτυχία καθώς προσφέρει πολλαπλά οφέλη. Οι επιχειρήσεις αυξάνουν τον τζίρο τους και το ίδιο το κράτος διαθέτει ένα ακόμη εργαλείο στην κατοχή του για την πάταξη της παραοικονομίας, ενώ αυξάνει τα φορολογικά του έσοδα. Επιπλέον, η κίνηση αυτή προάγει το θετικό κλίμα στο εργασιακό περιβάλλον, αλλά και την υγεία των εργαζομένων καθώς τρέφονται σωστά χωρίς να επιβαρύνουν περαιτέρω τον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Οι διατακτικές σίτισης αποτελούν μία εδραιωμένη παροχή σε όλα τα προηγμένα ευρωπαϊκά κράτη. Ωστόσο, είναι εύκολα αντιληπτό πως το ποσό των έξι ευρώ την ημέρα δεν συμβαδίζει πλέον με το τρέχον κόστος διαβίωσης. Για την αγορά ενός καφέ και μιας μερίδας πρόχειρου φαγητού, για παράδειγμα, το κόστος ξεπερνά κατά πολύ το ημερήσιο όριο των διατακτικών. Η Ελλάδα κατατάσσεται στην τελευταία θέση στην Ευρώπη ως προς την αξία των διατακτικών σίτισης. Ενδεικτικά, το 2024 στην Τσεχία το ποσό άγγιζε τα 8,54 ευρώ, ενώ στη Σλοβακία τα 8,30 ευρώ.
Καθώς η ανάγκη για ενίσχυση του εισοδήματος είναι πλέον αδιαμφισβήτητη, η αναθεώρηση του αφορολόγητου ορίου των διατακτικών σίτισης αποτελεί όχι μόνο ένα κρίσιμο και ρεαλιστικό μέτρο στήριξης, αλλά μια απάντηση ουσίας στις πιέσεις της ακρίβειας. Πρόκειται για μια στοχευμένη παρέμβαση με άμεσο κοινωνικό αποτύπωμα, η οποία μπορεί να προσφέρει πραγματική ανακούφιση σε εκατοντάδες χιλιάδες εργαζομένους και τις οικογένειές τους.