ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

«Κλείδωσε» η λίστα πώλησης των λιγνιτικών μονάδων της ΔΕΗ

«Κλείδωσε» η λίστα πώλησης των λιγνιτικών μονάδων της ΔΕΗ
ΑΠΕ -ΜΠΕ

Οριστικοποιήθηκαν οι προς πώληση λιγνιτικές μονάδες της ΔΕΗ στις διαπραγματεύσεις της ελληνικής πλευράς με την Κομισιόν που διεξήχθησαν το τελευταίο 48ωρο στις Βρυξέλλες.

Στη συμφωνία στην οποία κατέληξε χθες στη βελγική πρωτεύουσα αντιπροσωπεία του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με την DG Comp προβλέπεται ότι θα πωληθούν οι μονάδες Μελίτη Ι στη Φλώρινα (ισχύς 330 MW), η άδεια για τη Μελίτη ΙΙ (450 MW) και οι δύο μονάδες στη Μεγαλόπολη Αρκαδίας (600 MW) μαζί με τα ορυχεία που τις τροφοδοτούν.

Παραμένουν σε εκκρεμότητα δύο ελληνικά αιτήματα, ήτοι το να παραταθεί η ζωή των παλαιών σταθμών Αμυνταίου και Καρδιάς (από 17.500 σε 32.000 ώρες) και να απομειωθούν οι ποσότητες πώλησης ενέργειας μέσω των δημοπρασιών ΝΟΜΕ.

Η συμφωνία πρόκειται να παρουσιαστεί τη Δευτέρα στους θεσμούς και μέσα στον Δεκέμβριο θα διενεργηθεί το market test, δηλαδή η διαδικασία που θα τεστάρει το επενδυτικό ενδιαφέρον ή μη.

Ακόμη κι αν το market test αποβεί θετικό, η πώληση των μονάδων της ΔΕΗ είναι εξαιρετικά σύνθετη. Απαιτείται η πρόσληψη συμβούλου για την αποτίμηση των μονάδων, απόσχιση εν συνεχεία των περιουσιακών αυτών στοιχείων από τον σημερινό κορμό της επιχείρησης, έγκριση από διοικητικά συμβούλια της ΔΕΗ και γενικές συνελεύσεις του μετόχου, δηλαδή διαδικασίες δύσκολες, στις οποίες σίγουρα η ΓΕΝΟΠ θα αντιδράσει με απεργίες και καταλήψεις (το συνδικάτο έχει προαναγγείλει συλλαλητήριο στις 4 Δεκεμβρίου στη Φλώρινα και απεργιακές κινητοποιήσεις στη συνέχεια).

Αλλά τα εμπόδια δεν σταματούν εκεί. Οι ενδιαφερόμενοι μπορεί να εγείρουν απαιτήσεις για το προσωπικό των μονάδων. Είναι δηλαδή πιθανό κάποιοι να μην θέλουν να αγοράσουν τον ΑΗΣ Μεγαλόπολης και με τους 1.100 εργαζομένους που απασχολεί. Παράλληλα, ένα βαρίδι στην πώληση είναι η ευρωπαϊκή πολιτική για την κλιματική αλλαγή που έχει καταστήσει τα στερεά καύσιμα ασύμφορη επένδυση. Σήμερα το κόστος παραγωγής για ένα λιγνιτικό εργοστάσιο της ΔΕΗ υπολογίζεται σε 50-60 ευρώ/μεγαβατώρα, αλλά το 2030 αναμένεται να εκτιναχθεί κοντά στα 100 ευρώ.