ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μεγαλώνει η τρύπα στα δημόσια έσοδα-«Ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος» λένε οι πολίτες

Μεγαλώνει η τρύπα στα δημόσια έσοδα-«Ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος» λένε οι πολίτες
Shutterstock Stock Photos

Η εξάντληση της φοροδοτικής ικανότητας των πολιτών και η διαρκής συρρίκνωση των εισοδημάτων τους, αποτελούν τη μεγάλη απειλή του προϋπολογισμού του 2018 που θα ψηφιστεί την προσεχή Τρίτη από τη Βουλή.

Τα στοιχεία που δημοσιοποίησε χθες το υπουργείο Οικονομικών για την πορεία των εσόδων στο διάστημα Ιανουαρίου – Νοεμβρίου 2017 είναι ενδεικτικά τη εισπρακτικής δυστοκίας που αντιμετωπίζει η κυβέρνηση. Τα καθαρά έσοδα του τακτικού προϋπολογισμού ανήλθαν στο διάστημα Ιανουαρίου – Νοεμβρίου 2017 σε 43,7 δισ. ευρώ, όταν ο στόχος του προϋπολογισμού 2017 αναφερόταν σε έσοδα 44,81 δισ. ευρώ στο 11μηνο. Με απλά λόγια σημειώθηκε υστέρηση εισπράξεων 1,1 δισ. ευρώ.

Για το σύνολο του 2017 το υπουργείο Οικονομικών είχε προϋπολογίσει πως ο τακτικός προϋπολογισμός θα εισέπραττε 50,374 δισ. ευρώ, ωστόσο στην καλύτερη των περιπτώσεων τα έσοδα θα αγγίξουν τα 49,320, ήτοι θα καταγράψουν υστέρηση 1 δισ. ευρώ κατ’ ελάχιστο.

Η εισπρακτική αυτή υστέρηση αποδίδεται στο μεγαλύτερο μέρος της στην αδυναμία των πολιτών να πληρώσουν τους υπέρογκους φόρους. Από τα στοιχεία της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) προκύπτει πως οι νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο ανήλθαν στο τέλος Οκτωβρίου σε 10,4 δισ. ευρώ και εκτιμάται πως θα αγγίξουν τα 13 δισ. ευρώ στο σύνολο του 2017.

Ένας από τους λόγους που τα φορολογικά βάρη είναι αβάστακτα είναι πως τα εισοδήματα των μισθωτών και συνταξιούχων πέφτουν όταν οι φόροι αναβαίνουν δυσανάλογα.

Στοιχεία που δημοσιοποίησε προχθες η Ελληνική Στατιστική Αρχή κατέδειξαν πως ο δείκτης μισθολογικού κόστους (μεταβολή του ωρομισθίου ανά τομέα οικονομικής δραστηριότητας) κατέγραψε στο τρίτο τρίμηνο 2017 μείωση κατά 1,3% σε ετήσια βάση, έναντι, αύξησης 1,3% κατά την αντίστοιχη σύγκριση του έτους 2016 προς το 2015. Το γεγονός ότι μεσούσης της τουριστικής περιόδου μισθοί και ημερομίσθια μειώθηκαν σχετίζεται με το γεγονός ότι οι υπαμειβόμενες θέσεις μερικής απασχόλησης αντικαθιστούν θέσεις πλήρους απασχόλησης.

Για να καταλάβει κανείς τη διαφορά, οι μέσες μηνιαίες καθαρές αποδοχές για έναν εργαζόμενο πλήρους απασχόλησης ασφαλισμένο στο ΙΚΑ είναι σήμερα στα 1.007 ευρώ και για έναν εργαζόμενο μερικής απασχόλησης είναι στα 342 ευρώ! Το μέσο μηνιαίο κόστος μισθοδοσίας (μισθός + φόροι και εισφορές) που καλείται να καταβάλει η επιχείρηση για τον εργαζόμενο πλήρους απασχόλησης είναι 1.500 ευρώ το μήνα και για τον μερικής απασχόλησης 509,2 ευρώ. Πιο απλά με το μισθό ενός εργαζόμενου πλήρους απασχόλησης ένας εργοδότης απασχολεί τρεις part time εργαζόμενους!

Δεδομένου λοιπόν ότι οι μισθοί των μερικώς απασχολούμενων δεν φτάνουν για να πληρωθούν οι δαπάνες σίτισης και στέγασης, λογαριασμοί ΔΕΚΟ και βασικές υποχρεώσεις, οι πολίτες δεν έχουν άλλη επιλογή παρά να καταστούν υπερήμεροι έναντι της εφορίας, των ασφαλιστικών ταμείων και των τραπεζών, καθώς στην πλειονότητα των υποθέσεων ακόμη και το να παραμείνουν συνεπείς στις ρυθμίσεις προς ΑΑΔΕ, ΕΦΚΑ και τράπεζες είναι «ηράκλειος άθλος».