ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ηχηρές προειδοποιήσεις από την FATF για το ξέπλυμα χρήματος στην Ελλάδα

Αντιμέτωπη με υποβάθμιση από την Ομάδα Χρηματοοικονομικής Δράσης (Financial Action Task Force - FATF), την αρμόδια διεθνή αρχή για τους κανόνες της αντιμετώπισης του ξεπλύματος «μαύρου» χρήματος θα βρεθεί η Ελλάδα εφόσον η κυβέρνηση προχωρήσει στην ψήφιση διάταξης που συμπεριλήφθηκε στο νομοσχέδιο για την τροποποίηση του Ποινικού Κώδικα και η οποία προβλέπει το αναδρομικό «ξεπάγωμα» όλων των περιουσιακών στοιχείων που έχει δεσμεύσει ως εγκληματικό προϊόν η Αρχή για το Ξέπλυμα Χρήματος για περισσότερους από 18 μήνες.

Δεδομένου ότι η σχετική διάταξη έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις συστάσεις που έκανε τον Ιούνιο του 2019 η Ολομέλεια της FATF στην Ελλάδα- όταν και αναβάθμισε τη χώρα μας στην πρώτη κατηγορία ως προς τις διαδικασίες στην αντιμετώπιση του ξεπλύματος χρήματος - το CNN Greece απευθύνθηκε στην Ομάδα Χρηματοοικονομικής Δράσης, ώστε να πληροφορηθεί τις ενδεχόμενες συνέπειες από τη ψήφιση της σχετικής διάταξης.

Ο Εκτελεστικός Γραμματέας της FATF Ντέιβιντ Λιούις (David Lewis) απάντησε στο CNN Greece με τρόπο που δεν χωράει παρερμηνειών, ξεκαθαρίζοντας πως οποιοδήποτε διάταξη αποδυναμώσει το πλαίσιο καταπολέμησης του ξεπλύματος χρήματος θα μπορούσε να οδηγήσει σε επαναξιολόγηση της Ελλάδος από την FATF, ειδικά εάν υπάρξει αποδέσμευση περιουσιακών στοιχείων που σχετίζονται με το ξέπλυμα χρήματος ή την τρομοκρατία, χωρίς να έχει προηγηθεί τελεσίδικη δικαστική απόφαση.

Συγκεκριμένα, το στέλεχος της FATF ανέφερε στο CNN Greece τα εξής:

«Η FATF θα εξετάσει τη συμμόρφωση της Ελλάδας με τα πρότυπα της στο πλαίσιο της τακτικής διαδικασίας παρακολούθησης της FATF, κατά την οποία τα κράτη μέλη υποχρεούνται να υποβάλουν εκθέσεις σχετικά με τις ενέργειες που έχουν αναλάβει ως συνέχεια της αξιολόγησής τους. Υπό κανονικές συνθήκες, η FATF θα εξετάσει σε αυτή τη φάση το εάν νέα μέτρα, συμπεριλαμβανομένων και νέων νόμων, έχουν ενισχύσει ή αποδυναμώσει το πλαίσιο της χώρας για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και την καταπολέμηση της τρομοκρατίας. Ως αποτέλεσμα, η FATF μπορεί να αποφασίσει να επαναξιολογήσει μια χώρα. Η απόφαση επαναξιολόγησης θα ληφθεί από την Ολομέλεια, το όργανο λήψης των αποφάσεων της FATF.

Αν και η Γραμματεία της FATF δεν μπορεί να σχολιάσει σε μεμονωμένη βάση νομοθετήματα που προτείνει μια χώρα, ωστόσο εάν μια χώρα έχει εγκρίνει νόμο που προβλέπει την αυτόματη αποδέσμευση περιουσιακών στοιχείων που σχετίζονται με το ξέπλυμα χρήματος ή την τρομοκρατία μετά από το πάγωμά τους για συγκεκριμένη περίοδο, αλλά χωρίς να έχει προηγηθεί η έκδοση οριστικής δικαστικής απόφασης (final judicial ruling) (ή απόφασης των Ηνωμένων Εθνών ή της ΕΕ σε ορισμένες περιπτώσεις), τότε η FATF θα ήγειρε σοβαρές ανησυχίες για αυτό».

Οι ενστάσεις της Ένωσης Εισαγγελέων

Στο ίδιο πνεύμα με την FATF έχουν κινηθεί και οι επισημάνσεις που έκανε η Ένωση Εισαγγελέων Ελλάδος προς τον υπουργό Δικαιοσύνης Κώστα Τσίαρα σε συνάντηση που είχε μαζί του. Η Ένωση- πρόεδρος της οποίας είναι η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Άννα Ζαΐρη, η οποία είναι επικεφαλής της Αρχής για το Ξέπλυμα- έστειλε και επιστολή στον υπουργό Δικαιοσύνης, αναφέροντας πως το 18μηνο που προβλέπει το νομοσχέδιο της κυβέρνησης δεν είναι αρκετό και πως σε κάθε περίπτωση δεν θα πρέπει να ισχύσει αναδρομικά. Αν γίνει κάτι τέτοιο, θα επιστραφούν σε κατηγορούμενους για τη διάπραξη σοβαρών εγκλημάτων όλα τα περιουσιακά στοιχεία που τους έχουν «παγώσει» οι αρμόδιες αρχές πριν το Μάιο του 2017 και τα οποία ξεπερνούν σε αξία το 1 δισ. ευρώ.

Η επιστολή της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος ανέφερε για το θέμα τα εξής:

«Στο υπό κατάθεση και ψήφιση νομοσχέδιο προβλέπεται η πρόσθεση εδαφίου στο τέλος της παρ. 5 του άρθρου 42 του ν. 4557/2018 ως εξής: «Τα χρονικά όρια διάρκειας των μέτρων δέσμευσης που περιγράφονται στο εδάφιο α’ της παραγράφου 2 του άρθρου 34 ΚΠΔ ισχύουν και για την περίπτωση που η απαγόρευση της κίνησης λογαριασμών, τίτλων και χρηματοπιστωτικών προϊόντων, του ανοίγματος θυρίδων και της μεταβίβασης ή εκποίησης οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου, διατάσσεται από τον Πρόεδρο της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας παραγράφου».

Το χρονικό διάστημα δέσμευσης από τον εισαγγελέα οικονομικού εγκλήματος τραπεζικών λογαριασμών, περιεχομένου τραπεζικών θυρίδων και περιουσιακών εν γένει στοιχείων που αναφέρεται στο άρθρο 34 § 2 εδ. α του ΚΠΔ είναι εννέα μήνες με δυνατότητα παράτασης για ακόμη εννέα μήνες. Η προθεσμία αυτή είναι ιδιαίτερα σύντομη για τις δεσμεύσεις που διατάσσονται από τον Πρόεδρο της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και υπάρχει ορατός κίνδυνος απώλειας των ήδη δεσμευθέντων περιουσιακών στοιχείων.

Μετά τη δέσμευση από τον Πρόεδρο της ανωτέρω Αρχής ο φάκελος της υπόθεσης διαβιβάζεται στις αρμόδιες εισαγγελικές αρχές, χωρίς να υπάρχει επισήμανση για την ύπαρξη δέσμευσης και χωρίς δυνατότητα εντοπισμού τους, η δε ολοκλήρωση της ποινικής δίκης με –τουλάχιστον- οριστική απόφαση εντός του διαστήματος των συνολικά 18 μηνών είναι αδύνατη με τις παρούσες συνθήκες προσδιορισμού κι εκδίκασης των υποθέσεων.

Προτείνουμε την αύξηση του συγκεκριμένου χρονικού ορίου με ελάχιστο προβλεπόμενο διάστημα εκείνο του ενός έτους και με δυνατότητα παράτασης για ένα έτος ακόμη. Επίσης προτείνεται η ρητή αναφορά στην μη αναδρομικότητα της διάταξης αυτής και στην εφαρμογή της επί όλων, και των προγενέστερων, διατάξεων δέσμευσης από την ημέρα ισχύος του νέου νόμου».

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

× Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τους Όρους Χρήσης