ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Έφοδος ελεγκτών από τις Βρυξέλλες στα γραφεία της ΔΕΗ

Απροειδοποίητη έφοδο στα γραφεία της ΔΕΗ έκαναν χθες κλιμάκια της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για υπόθεση που σχετίζεται με καταγγελία για κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης της ΔΕΗ στην αγορά.

Σύμφωνα με τα Νέα, πολυμελής ομάδα της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού των Βρυξελλών (DG Com) επισκέφτηκε χθες, δίχως προηγούμενη ενημέρωση, τα κεντρικά γραφεία της ΔΕΗ στη Χαλκοκονδύλη προκειμένου να συλλέξει στοιχεία που σχετίζονται με υπόθεση διαμόρφωσης της τιμολόγησης στην αγορά χονδρικής. Εν προκειμένω, η καταγγελία που έχει γίνει κατά της ΔΕΗ στις Βρυξέλλες φαίρεται να αφορά τη διαμόρφωση της τιμής χονδρικής (γνωστής ως Οριακής Τιμής) και πώς αυτή επηρεάζεται από τους λιγνίτες και τα υδροηλεκτρικά.

Η έρευνα της DG Com εξελίσσεται σε άκρα μυστικότητα, συμπίπτει ωστόσο χρονικά με ένα νέο πόλεμο ο οποίος έχει ξεσπάσει στον χώρο του ρεύματος με αντικείμενο τις τιμές και το κόστος που τις επηρεάζει. Ο λόγος για τις προ ημερών καταγγελίες του επικεφαλής της ΔΕΗ Μανώλη Παναγιωτάκη, ο οποίος έκανε λόγο για χειραγώγηση της αγοράς ηλεκτρισμού από τρίτους παίκτες με στόχο την αύξηση της Οριακής Τιμής Συστήματος στη χονδρική αγορά κατά τη διάρκεια της πρόσφατης ενεργειακής κρίσης. Το τάιμινγκ της έρευνας συμπίπτει επίσης με τις ευρύτερες πιέσεις που ασκούν οι δανειστές στη ΔΕΗ για τη λήψη δομικών μέτρων που θα ανοίξουν την αγορά, όπως η πώληση μονάδων.

Τα ανοικτά πάντως θέματα που έχει η ΔΕΗ με τις ευρωπαϊκές Αρχές ανταγωνισμού είναι πάμπολλα και αφορούν τόσο υποθέσεις εναντίον της όσο και καταγγελίες που έχει κάνει η ίδια η Επιχείρηση στις Βρυξέλλες. Τέτοια θέματα είναι, από την άτυπη καταγγελία της ΔΕΗ τον περασμένο Σεπτέμβριο, για τη διαμόρφωση της τιμής εκκίνησης των υποχρεωτικών δημοπρασιών πώλησης ρεύματος (ΝΟΜΕ) μέχρι τις διπλές αποφάσεις του Ευρωδικαστηρίου τον Δεκέμβριο για κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης της επιχείρησης στον λιγνίτη, αλλά και την πρόσφατη συμφωνία των τεσσάρων συστημικών τραπεζών με το Δημόσιο για τη δανειοδότηση της ΔΕΗ και την έγκριση του σχεδίου ιδιωτικοποίησης του ΑΔΜΗΕ.

Ειδικά αυτό το τελευταίο θέμα βρίσκεται στο μικροσκόπιο του SSM αλλά και της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού των Βρυξελλών, χωρίς την έγκριση των οποίων η συμφωνία καθίσταται άκυρη και η τύχη του νέου κοινοπρακτικού δανείου ύψους 200 εκατ. ευρώ, που εξασφάλισε προ ημερών από τις τέσσερις τράπεζες η ΔΕΗ, αβέβαιη. Εκεί που εμπλέκεται η DG Com είναι το γεγονός ότι το Δημόσιο είναι μέτοχος τόσο της ΔΕΗ όσο και των τραπεζών που καλούνται να τη χρηματοδοτήσουν μέσω του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.

Επομένως, πρέπει να διερευνηθεί κατά πόσο το δάνειο συνιστά θέμα κρατικής ενίσχυσης, υπόθεση που χειρίζεται η Κεντρική Μονάδα Κρατικών Ενισχύσεων του υπουργείου Οικονομικών. Σημειωτέον ότι μετά τη συμφωνία τραπεζών - Δημοσίου για την απόσχιση του ΑΔΜΗΕ (17 Ιανουαρίου), εστάλη στην DG Com σχετικό ερώτημα για την προέγκριση της συμφωνίας, χωρίς να έχει γίνει γνωστό αν έχει υπάρξει θετική απάντηση.

Το άλλο μεγάλο θέμα στο οποίο εμπλέκεται η DG Com αφορά το μονοπώλιο στους λιγνίτες. Τον Δεκέμβριο το Ευρωδικαστήριο απέρριψε τους λόγους ακύρωσης που προέβαλε η ΔΕΗ, επιβεβαιώνοντας την αρχική θέση της Κομισιόν που μιλούσε για κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης της εταιρείας και καταδίκη της Ελλάδας.

Ως αποτέλεσμα, το υπουργείο Ενέργειας, προκειμένου να συμμορφωθεί με την απόφαση, άρχισε να εξετάζει την ανάθεση σε ιδιώτες των ανεκμετάλλευτων κοιτασμάτων λιγνίτη της Δράμας, της Ελασσόνας, της Βεγόρας και της Βεύης. Αυτό που συζητά η ελληνική πλευρά είναι να προτείνει στην Κομισιόν μια λύση παρόμοια με εκείνη του 2009 για αποκλειστική πρόσβαση ιδιωτών στα παραπάνω κοιτάσματα, εκτιμώντας ότι μια τέτοια κίνηση θα οδηγήσει σε ικανοποίηση των δικαστικών απαιτήσεων.

Τα αποθέματα της Βεύης υπολογίζονται σε περίπου 90 εκατομμύρια τόνους και μπορούν να καλύψουν για 30 χρόνια τη λειτουργία της μονάδας της γειτονικής Μελίτης, που η ΔΕΗ προτίθεται να κατασκευάσει από κοινού με την κινεζική CMEC. Οσο για την Ελασσόναμ τα αποθέματα εκτιμώνται σε 150 εκατ. τόνους και στη Δράμα σε 800 έως 900 εκατ. τόνους. Τέλος, στη Βεγόρα τα αποθέματα είναι πολύ μικρότερα και μπορούν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά προς τη γειτονική Βεύη (12-13 εκατ. τόνοι).

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

× Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τους Όρους Χρήσης