ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ

Ανταρκτική: Γυναικεία υπόθεση η πρώτη ελληνική καταδυτική αποστολή - Οι ερευνήτριες στο CNN Greece

Ανταρκτική: Γυναικεία υπόθεση η πρώτη ελληνική καταδυτική αποστολή - Οι ερευνήτριες στο CNN Greece

Η Ελένη Κυτίνου και η Διονυσία Ρηγάτου

Χιλιάδες χιλιόμετρα από την Ελλάδα, η Ανταρκτική αποτελεί «hotspot» της κλιματικής κρίσης, φιλοξενώντας παράλληλα μοναδικούς θαλάσσιους οργανισμούς και ιδιαίτερα τροφικά πλέγματα. Σε μία προσπάθεια να κατανοήσουν αυτές τις μεταβολές και τη δομή του οικοσυστήματος της Ανταρκτικής, δύο νέες Ελληνίδες ερευνήτριες, η Ελένη Κυτίνου και η Διονυσία Ρηγάτου ταξίδεψαν σε παγωμένα νερά και επί 17 ημέρες μελετούσαν το περιβάλλον της περιοχής.

«Στόχος της ερευνητικής μας αποστολής ήταν η καταγραφή της δομής του παράκτιου τροφικού πλέγματος, από τους πρωτογενείς παραγωγούς (όπως το φυτοπλαγκτόν και τα μακροφύκη) έως τους ανώτερους θηρευτές (όπως οι φώκιες και οι πιγκουίνοι). Παράλληλα, μελετήθηκαν βασικές κλιματικές μεταβλητές, όπως η θερμοκρασία, σε συνάρτηση με τη συγκέντρωση του φυτοπλαγκτού», αναφέρουν, μιλώντας στο CNN Greece.

Η ερευνητική αυτή αποστολή διοργανώθηκε από την Ελληνική Εταιρεία Πολικών Ζωνών (ΕΛΕΠΟΖ), ενώ στην Ανταρκτική οι δύο ερευνήτριες φιλοξενήθηκαν από το Βουλγαρικό Ινστιτούτο Ανταρκτικής (Bulgarian Antarctic Institute - BAI). Η αποστολή υποστηρίχθηκε, επίσης, από τα ερευνητικά ιδρύματα στα οποία εργάζονται η θαλάσσια βιολόγος, Ελένη Κυτίνου (ΕΛΚΕΘΕ) και η ωκεανογράφος Διονυσία Ρηγάτου (ΕΚΠΑ).

kitinou, rigatou

Η αποστολή στην Ανταρκτική

Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτή ήταν η πρώτη ελληνική καταδυτική αποστολή στην Ανταρκτική, μία περιοχή που, όπως εξηγούν, έχει εξαιρετικά σημαντικό ερευνητικό ενδιαφέρον, «καθώς είναι κρίσιμη για την κατανόηση της κλιματικής αλλαγής, της δομής του οικοσυστήματος, της βιοποικιλότητας, των γεωλογικών διεργασιών και των παγκόσμιων ωκεάνιων ρευμάτων».

Παράλληλα, φιλοξενεί μοναδικές βιοκοινωνίες που επιβιώνουν και τρέφονται αποκλειστικά σε αυτό το απομονωμένο οικοσύστημα, μακριά από ορισμένες έντονες ανθρωπογενείς πιέσεις.

Σπάνια και πολύτιμα δεδομένα

«Η συγκεκριμένη αποστολή έχει ιδιαίτερη σημασία τόσο για τη διεθνή όσο και για την ελληνική επιστημονική κοινότητα, καθώς τα δεδομένα που συλλέχθηκαν από την περιοχή είναι σπάνια και πολύτιμα. Αναμένεται να συμβάλουν στην καλύτερη κατανόηση της ποσοτικής δομής του τροφικού πλέγματος, αλλά και στον εντοπισμό πιθανών επιδράσεων της κλιματικής αλλαγής και άλλων ανθρωπογενών πιέσεων στη δομή και στη λειτουργία του ευαίσθητου οικοσυστήματος της Ανταρκτικής», σημειώνουν.

Kytinou, rhgatou, rigatou
default

Η ελληνική επιστημονική κοινότητα μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά, μέσα από συστηματικές συνεργασίες με υφιστάμενες ερευνητικές βάσεις άλλων χωρών, στη συλλογή πολύτιμων διαχρονικών δεδομένων για την περιοχή.

Μάλιστα, όπως επισημαίνουν, η Ελλάδα διαθέτει το επιστημονικό δυναμικό, ώστε να συμμετέχει ισότιμα σε ερευνητικές δραστηριότητες στην Ανταρκτική.

«Σήμερα λειτουργεί μεγάλος αριθμός ερευνητικών βάσεων στην περιοχή, οι οποίες επιβαρύνουν σε κάποιο βαθμό το οικοσύστημα, ενώ παράλληλα αναπτύσσεται ραγδαία και η τουριστική δραστηριότητα, συχνά πριν ακόμη χαρτογραφηθούν πλήρως τα ευαίσθητα ενδιαιτήματα όπου αγκυροβολούν μεγάλα κρουαζιερόπλοια. Για τον λόγο αυτό απαιτείται στενή και αποτελεσματική διεθνής συνεργασία, ώστε να επιταχυνθεί η χαρτογράφηση και η προστασία αυτού του πολύτιμου οικοσυστήματος, η εύρυθμη λειτουργία του οποίου συνδέεται άμεσα με τη συνολική ισορροπία όλων των οικοσυστημάτων» υπογραμμίζουν.

«Κατακτώντας στόχους που πριν λίγα χρόνια θεωρούνταν δύσκολα προσβάσιμοι»

Παράλληλα, τονίζουν πως «η συμμετοχή δύο Ελληνίδων ερευνητριών στην πρώτη ελληνική καταδυτική αποστολή στην Ανταρκτική, σε έναν καταδυτικό χώρο που στο παρελθόν ήταν σε μεγάλο βαθμό ανδροκρατούμενος, αποτελεί ένα ιδιαίτερα αισιόδοξο και συμβολικό βήμα».

Όπως αναφέρουν, το βήμα αυτό αναδεικνύει ότι «οι γυναίκες μπορούν να συμμετέχουν ισότιμα και δυναμικά στις πιο απαιτητικές επιστημονικές και επιχειρησιακές αποστολές, κατακτώντας στόχους που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θεωρούνταν δύσκολα προσβάσιμοι. Ταυτόχρονα, στέλνει ένα μήνυμα ενθάρρυνσης προς όλες τις γυναίκες που αγωνίζονται να διεκδικήσουν τα όνειρά τους, αλλά και ένα ευρύτερο μήνυμα προς την πολιτεία και την κοινωνία για την ανάγκη ουσιαστικής ισότητας, ίσων ευκαιριών και δίκαιης μεταχείρισης σε εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα».

Απαιτητικές συνθήκες με βουτιές στους 2 βαθμούς Κελσίου

Από τη Μεσόγειο, μέχρι την Ανταρκτική, οι συνθήκες που κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν οι ερευνήτριες για τις 17 ημέρες που διήρκησε η αποστολή.

Η κα Κυτίνου και η κα Ρηγάτου στο ταξίδι τους συνδύασαν τις επιστημονικές καταδύσεις, έκαναν χρήση υποβρύχιου τηλεκατευθυνόμενου οχήματος (ROV), ωκεανογραφικών οργάνων και δορυφορικών μετρήσεων.

Rigatou, kitinou

«Κατά τη διάρκεια της αποστολής εργαστήκαμε σε εντατικούς ρυθμούς κυρίως από το βουλγαρικό πλοίο «St. Cyril and Methodius», αλλά και από τη βουγαρική βάση «St. Kliment Ohridski» στο νησί Livingston. Στο διάστημα αυτό διανύσαμε μεγάλες αποστάσεις και είχαμε την ευκαιρία να μελετήσουμε το υποθαλάσσιο οικοσύστημα διαφορετικών νησιών του συμπλέγματος South Shetland Islands, καθώς και περιοχών της ηπειρωτικής ακτογραμμής κοντά στην ερευνητική βάση Esperanza» όπως σημειώνουν.

Καθημερινές οι δυσκολίες

Οι δυσκολίες ήταν καθημερινές και σχετίζονταν κυρίως με τις καιρικές συνθήκες. Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι «οι επιστημονικές καταδύσεις ήταν ιδιαίτερα απαιτητικές, καθώς το έντονο ψύχος τόσο μέσα στο νερό (2°C), όσο και έξω από αυτό περιόριζε σημαντικά τον χρόνο παραμονής μας υποβρυχίως».

Μάλιστα όπως αναφέρουν «ύστερα από περίοδο παρατεταμένου ψύχους, είχαν παγώσει οι σωλήνες υδροδότησης της βάσης, με αποτέλεσμα η διαθεσιμότητα νερού να περιορίζεται μόνο στις βασικές ανάγκες».

Rigatou, kitinou

Αρκετά απαιτητική ήταν επίσης η οργάνωση και ο συντονισμός των ερευνητικών δραστηριοτήτων των διαφορετικών ομάδων που εργάζονταν ταυτόχρονα στο πλοίο και στη βάση. «Το πλήρωμα του πλοίου και οι εργαζόμενοι του Βουλγαρικού Ινστιτούτου Ανταρκτικής (Bulgarian Antarctic Institute) κατέβαλαν μεγάλες προσπάθειες για την υποστήριξη της έρευνας, ενώ μεταξύ των επιστημόνων της αποστολής, αλλά και των μελών διαφορετικών ερευνητικών βάσεων, επικρατούσε έντονο πνεύμα συνεργασίας και αλληλοβοήθειας» επισημαίνουν.

Τι δείχνουν τα πρώτα στοιχεία

Τέσσερις μήνες μετά την αποστολή, οι αναλύσεις των δεδομένων και των βιολογικών δειγμάτων που συλλέχθηκαν βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη και απαιτούν χρόνο για να ολοκληρωθούν.

Τα πρώτα ευρήματα, όμως, όπως επισημαίνουν οι επιστημόνισσες από το παράκτιο τροφικό πλέγμα «αποκαλύπτουν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες βιοκοινωνίες, με πρωτογενείς παραγωγούς (μακροφύκη) υψηλής βιομάζας, αλλά και μεγάλες αφθονίες οργανισμών ανώτερων τροφικών επιπέδων (όπως πιγκουίνοι και φώκιες)».

Παράλληλα, τα πρώτα αποτελέσματα δείχνουν ότι «ο πορθμός Bransfield αποτελεί ένα στενό θαλάσσιο πέρασμα με έντονη χωρική διαφοροποίηση σε σημαντικές περιβαλλοντικές και βιολογικές παραμέτρους. Η περιοχή φαίνεται ουσιαστικά να «χωρίζεται» σε δύο τμήματα, καθώς το νότιο τμήμα χαρακτηρίζεται από αισθητά ψυχρότερα νερά, εντονότερη κατακόρυφη ανάμιξη της θαλάσσιας στήλης και ενδείξεις περισσότερο ολιγοτροφικών συνθηκών, δηλαδή χαμηλότερων συγκεντρώσεων φυτοπλαγκτού».

Τα επόμενα βήματα της έρευνας

Τους επόμενους μήνες αναμένεται να ολοκληρωθούν οι αναλύσεις των βιολογικών δειγμάτων και η επεξεργασία των υπόλοιπων δεδομένων που συλλέχθηκαν κατά τη διάρκεια της αποστολής. Στη συνέχεια θα ακολουθήσει η στατιστική επεξεργασία και η σύνθεση των αποτελεσμάτων, με στόχο την παρουσίασή τους σε διεθνές επιστημονικό συνέδριο και τη δημοσίευσή τους σε διεθνές επιστημονικό περιοδικό.

Rigatou, kitinou

«Παράλληλα, στοχεύουμε να διατηρήσουμε την επικοινωνία με την επιστημονική κοινότητα της Ανταρκτικής σε ζητήματα που σχετίζονται με την προστασία και τη διαχείριση των ευάλωτων θαλάσσιων ενδιαιτημάτων που καταγράψαμε κατά την αποστολή».

Παράλληλα, με τη μελέτη των ευρημάτων της αποστολής στην Ανταρκτική οι δύο ερευνήτριες συμμετέχουν και σε μία σειρά προγραμμάτων.

Η Ελένη Κυτίνου, θαλάσσια βιολόγος, μέλος του Ελληνικού Κέντρου Θαλασσίων Ερευνών και του Ινστιτούτου Ωκεανογραφίας, καθώς και υποψήφια διδακτόρισσα συμμετέχει επίσης ενεργά «σε ερευνητικά προγράμματα για την καταγραφή της οικολογικής κατάστασης παράκτιων οικοσυστημάτων σε ολόκληρο τον ελληνικό χώρο».

Παράλληλα, τους επόμενους μήνες ολοκληρώνεται η διδακτορική της διατριβή με θέμα την «Ανάπτυξη δεικτών εκτίμησης της οικολογικής κατάστασης, υπό την επίδραση ανθρωπογενών πιέσεων» μέσα από την μελέτη παράκτιων τροφικών πλεγμάτων.

Την ίδια ώρα, η Διονυσία Ρηγάτου, ωκεανογράφος και υποψήφια διδακτόρισσα στο Τμήμα Βιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστήμιο Αθηνών μελετά τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στη βάση της θαλάσσιας τροφικής αλυσίδας (φυτοπλαγκτόν) στη Μεσόγειο, Ερυθρά Θάλασσα και Ινδικό Ωκεανό. «Στόχος μου είναι η συνεχής εξερεύνηση των θαλασσών του κόσμου ώστε να κατανοήσουμε καλύτερα τη λειτουργία τους και να μπορέσουμε να τις προστατέψουμε για τις μελλοντικές γενιές» αναφέρει χαρακτηριστικά.