ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η «επόμενη μέρα» μετά τη συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν

Η «επόμενη μέρα» μετά τη συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν

Επίσκεψη του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στην Άγκυρα, όπου πραγματοποιήθηκε η 6η Σύνοδος του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας - Τουρκίας

(ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΜΗΤΣΟΣ/ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ/EUROKINISSI)

Με θετικό πρόσημο αποτιμά η Αθήνα τη συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Άγκυρα, σε μια συγκυρία και με τις δύο πλευρές να αναγνωρίζουν τις διαφορές που υπάρχουν.

Ανώτατες διπλωματικές πηγές κάνουν λόγο για μια «απροσδόκητα μακρά και εκ βαθέων» συζήτηση, διάρκειας δύο ωρών με τη μετάφραση, στοιχείο που από μόνο του θεωρείται ενδεικτικό της διάθεσης για ουσιαστικό διάλογο.

Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, έχει διαμορφωθεί «ένα πλαίσιο ειλικρίνειας για τα δύσκολα θέματα», χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι διαφορές γεφυρώθηκαν.

Ωστόσο, υπογραμμίζεται ότι έχει δημιουργηθεί πλαίσιο ειλικρίνειας για τα δύσκολα θέματα.

Παράλληλα, επισημαίνεται πως η απόσταση από τη συζήτηση έως την υλοποίηση είναι μεγάλη, καθώς πρόκειται για «εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις».

Η ελληνική πλευρά παραμένει επιφυλακτική, αναγνωρίζοντας ωστόσο ως σημαντικό το γεγονός ότι ο Τούρκος πρόεδρος έκανε αναφορά στο Διεθνές Δίκαιο, κάτι που όπως σημειώνεται δεν είχε συμβεί με τον ίδιο τρόπο μετά το προηγούμενο Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας.

Επιφυλάξεις και ρεαλισμός

Ο πρωθυπουργός έθεσε με σαφήνεια το ζήτημα της άρσης της απειλής πολέμου (casus belli), τονίζοντας χαρακτηριστικά, «ότι είναι καιρός να αρθεί κάθε απειλή, τυπική και ουσιαστική στις μεταξύ μας σχέσεις. Αν όχι τώρα, πότε;».

Η συγκεκριμένη αναφορά θεωρείται κομβική, καθώς συνδέεται και με τη συζήτηση για ενδεχόμενη συμμετοχή της Τουρκίας σε ευρωπαϊκά αμυντικά προγράμματα, όπως το SAFE, που κατά την Αθήνα προϋποθέτει άρση του casus belli.

Στο ζήτημα της οριοθέτησης ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας, η ελληνική πλευρά επανέλαβε ότι πρόκειται για τη μοναδική διαφορά που αναγνωρίζει και ότι μπορεί να επιλυθεί μέσω διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου, απορρίπτοντας ταυτόχρονα κάθε συζήτηση που άπτεται θεμάτων κυριαρχίας.

Από την πλευρά του, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν μίλησε για «ακανθώδη αλλά όχι άλυτα ζητήματα», επισημαίνοντας ότι μπορούν να επιλυθούν «στη βάση του Διεθνούς Δικαίου», εφόσον υπάρχει βούληση και εποικοδομητικός διάλογος.

Η διατύπωσή του αξιολογείται από την Αθήνα ως «πολύ προσεγμένη», ειδικά η αναφορά σε «άλυτα ζητήματα», που όπως σημειώνουν διπλωματικές πηγές δεν είναι τυχαία.

Ωστόσο, αναλυτές προειδοποιούν να μην υπάρξουν βιαστικά συμπεράσματα, υπενθυμίζοντας ότι η Τουρκία επικαλείται το Διεθνές Δίκαιο και σε άλλα ζητήματα, όπως η αποστρατιωτικοποίηση των νησιών, στηριζόμενη σε δικές της ερμηνείες της Συνθήκης της Λοζάνης.

Οι διαφορές αποτυπώθηκαν και στο θέμα των μειονοτήτων. Ο Τούρκος πρόεδρος αναφέρθηκε στην «τουρκική μειονότητα Δυτικής Θράκης», ενώ ο Έλληνας πρωθυπουργός απάντησε ότι το καθεστώς της μειονότητας καθορίζεται σαφώς από τη Συνθήκη της Λοζάνης και πρόκειται για θρησκευτική μειονότητα.

Στο Κυπριακό, η Αθήνα επανέλαβε τη σταθερή της θέση υπέρ λύσης στη βάση των ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ υπογραμμίζοντας ότι οι πρωτοβουλίες του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών ευνοούν την επανεκκίνηση του διαλόγου από το σημείο που διακόπηκε το 2017.

Θετικό πρόσημο και «ειλικρινής» διάλογος

Το θερμό κλίμα της συνάντησης επιβεβαιώνει, κατά την ελληνική κυβέρνηση, τη στρατηγική των «ήρεμων νερών» και των ανοιχτών διαύλων. Ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης σε σχέση με την αναφορά του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στο Διεθνές Δίκαιο, τόνισε πως «μερικές φορές το να συζητάς διαφωνώντας και σε ικανοποιητικό επίπεδο είναι και αυτό μια κατάκτηση».

Η ελληνική διπλωματία διαχωρίζει σαφώς τα επίπεδα της «χαμηλής πολιτικής» όπως εμπόριο, μετανάστευση, πολιτική προστασία, πολιτισμός όπου καταγράφεται πρόοδος, από την «υψηλή πολιτική» των μεγάλων διαφορών. Στόχος της Αθήνας είναι να αποτρέπονται κρίσεις μέσω λειτουργικών διαύλων επικοινωνίας, ακόμη κι αν οι αφορμές για εντάσεις παραμένουν.

Δεν υπάρχει, όπως παραδέχονται κυβερνητικά στελέχη, η ωριμότητα για άμεση προσφυγή στη Χάγη, καθώς δεν έχει συμφωνηθεί το εύρος της συζήτησης. Υπάρχει, όμως, μια συγκρατημένη αισιοδοξία ότι το υπάρχον πλαίσιο μπορεί να αποτρέψει νέες κρίσεις και να δημιουργήσει, σταδιακά, τις προϋποθέσεις για ουσιαστικότερες κινήσεις.