ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΗΠΑ - Ιράν: Σε τροχιά διαπραγματεύσεων ή αδιέξοδο χωρίς επιστροφή; Ομότιμος καθηγητής εξηγεί

ΗΠΑ - Ιράν: Σε τροχιά διαπραγματεύσεων ή αδιέξοδο χωρίς επιστροφή; Ομότιμος καθηγητής εξηγεί

Ζημιές από ισραηλινό πλήγμα στην Τεχεράνη

AP Photo/Vahid Salemi

Οι σχέσεις Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν βρίσκονται στο επίκεντρο της διεθνούς σκηνής, με τα σενάρια διαπραγματεύσεων να επανέρχονται, αλλά και τις εντάσεις να παραμένουν υψηλές. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο αν υπάρχουν δίαυλοι επικοινωνίας, αλλά αν υπάρχει πραγματική δυνατότητα σύγκλισης.

Ο ομότιμος καθηγητής Στρατηγικής στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς και Πρόεδρος στο Συμβούλιο Διεθνών Σχέσεων, Αθανάσιος Πλατιάς, σκιαγραφεί με σαφήνεια τις δυναμικές, τις προκλήσεις και τα όρια της περίπλοκης εξίσωσης.

«Το χάσμα θέσεων παραμένει βαθύ»

Oι δημόσιες τοποθετήσεις των δύο πλευρών δεν αφήνουν πολλά περιθώρια αισιοδοξίας διευκρινίζει στο CNN Greece.

«Οι δημόσιες θέσεις των δύο πλευρών δείχνουν ότι το χάσμα παραμένει μεγάλο. Τα 15 σημεία που φέρεται να κατέθεσαν οι ΗΠΑ θυμίζουν τελεσίγραφο για άνευ όρων παράδοση - κάτι που η Τεχεράνη δεν μπορεί να αποδεχθεί. Αντίστοιχα, τα πέντε σημεία του Ιράν είναι απίθανο να γίνουν δεκτά από την Ουάσιγκτον».

Αν υπάρχει πραγματική πρόθεση αποκλιμάκωσης, υποστηρίζει πως και οι δύο πλευρές θα πρέπει να μετακινηθούν ουσιαστικά από τις αρχικές τους θέσεις. Διαφορετικά, οι σημερινές τοποθετήσεις εξυπηρετούν κυρίως μια λογική επίρριψης ευθυνών, όπου κάθε πλευρά επιδιώκει να εμφανίσει την άλλη ως υπεύθυνη για την αποτυχία, προσθέτει.

Ο ίδιος τονίζει ότι το κρίσιμο ερώτημα «δεν είναι αν υπάρχουν δίαυλοι επικοινωνίας - υπάρχουν. Αλλά αν υπάρχει πολιτική βούληση να γεφυρωθεί το χάσμα. Προς το παρόν, οι ενδείξεις δεν είναι ενθαρρυντικές».

Παράλληλα, επισημαίνει ότι οι έμμεσοι δίαυλοι έχουν αποδειχθεί ιστορικά χρήσιμοι ακόμη και μεταξύ βαθιά εχθρικών δυνάμεων. Η αμερικανο-κινεζική προσέγγιση του 1971 και οι διαπραγματεύσεις με τους Ταλιμπάν στο Κατάρ είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα.

Ο κ. Πλατιάς θέτει τρεις βασικούς παράγοντες που καθορίζουν την αξιοπιστία τους: την εμπιστοσύνη που απολαμβάνει ο διαμεσολαβητής και από τις δύο πλευρές, τη σαφήνεια της εντολής που έχει λάβει, και κυρίως την πολιτική βούληση των βασικών πρωταγωνιστών να κινηθούν πέραν της δημόσιας ρητορικής.

Όταν αυτά τα τρία συντρέχουν, υπογραμμίζει, οι έμμεσοι δίαυλοι μπορούν να λειτουργήσουν ως προπομπός άμεσων διαπραγματεύσεων. Όταν απουσιάζει έστω και ένα, παραμένουν ως μηχανισμοί διαχείρισης εντυπώσεων αλλά ανεπαρκείς για την επίτευξη προόδου, συμπληρώνει.

Ο ρόλος του Πακιστάν ως μεσολαβητή

Σε εξέλιξη βρίσκεται μια ιδιαίτερα κρίσιμη διπλωματική πρωτοβουλία στο Ισλαμαμπάντ, με το Πακιστάν να επιδιώκει να διαδραματίσει κεντρικό ρόλο ως μεσολαβητής .

Ο ομότιμος καθηγητής Στρατηγικής στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς και Πρόεδρος στο Συμβούλιο Διεθνών Σχέσεων εξηγεί στο CNN Greece πώς το Πακιστάν διαθέτει αξιόλογα διαπιστευτήρια ως διαμεσολαβητής, υπενθυμίζοντας τη διευκόλυνση της μυστικής επίσκεψης Κίσινγκερ στην Κίνα το 1971 και τη συμμετοχή του στις διαπραγματεύσεις με τους Ταλιμπάν στο Κατάρ που καταδεικνύουν αξιοσημείωτη διπλωματική εμπειρία και ευελιξία.

Σήμερα, το Ισλαμαμπάντ έχει κίνητρα να αναλάβει έναν τέτοιο ρόλο, αναφέρει προσθέτοντας ότι η σχετική εξομάλυνση των σχέσεων του με την Τεχεράνη μετά τις εντάσεις του 2024 — μέσω συνεργασίας σε επίπεδο μυστικών υπηρεσιών και κοινής διαχείρισης του ζητήματος των Βαλούχων — του παρέχει αξιόπιστη πρόσβαση στο Ιράν. Παράλληλα, διευκρινίζει πώς οι διαχρονικοί δεσμοί με την Ουάσιγκτον του επιτρέπουν να διατηρεί ανοικτούς διαύλους και προς την αμερικανική πλευρά.

Ωστόσο, η μεσολαβητική του ικανότητα έχει όρια, εκτιμά.

«Η στρατηγική σχέση με τη Σαουδική Αραβία σημαίνει ότι το Πακιστάν δεν είναι ουδέτερος παίκτης στην ευρύτερη περιοχή. Επιπλέον, σε περίπτωση περαιτέρω κλιμάκωσης, υπάρχει ο κίνδυνος να μετατραπεί από διαμεσολαβητής σε εμπλεκόμενο μέρος — με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τον διαμεσολαβητικό του ρόλο», καταλήγει.

Το ρίσκο χερσαίας επέμβασης στο Ιράν

Παράλληλα με την διπλωματία, ΗΠΑ και Ιράν προετοιμάζονται σύμφωνα με αναλυτές για χερσαία σύγκρουση.

Ο κ. Πλατιάς είναι είναι κατηγορηματικός ως προς τους κινδύνους.«Το ρίσκο είναι εξαιρετικά υψηλό - και το βασικό πρόβλημα δεν είναι επιχειρησιακό αλλά στρατηγικό: η απουσία αξιόπιστης θεωρίας της νίκης. Η Ουάσιγκτον δεν έχει απαντήσει μέχρι στιγμής στο κρίσιμο ερώτημα: πώς η απειλούμενη χερσαία επέμβαση θα μεταφραστεί σε πολιτικό αποτέλεσμα», υπογραμμίζει .

Σύμφωνα με τον Πρόεδρο στο Συμβούλιο Διεθνών Σχέσεων κάθε καλά επεξεργασμένη στρατηγική προϋποθέτει σαφή απάντηση σε τρία ερωτήματα: ποιος είναι ο πολιτικός στόχος, με ποια μέσα θα επιτευχθεί, και - κυρίως - πώς θα τερματιστεί η σύγκρουση.

Στην περίπτωση του Ιράν, διευκρινίζει πώς κανένα από αυτά δεν έχει απαντηθεί. Υπάρχει επίσης , όπως υπογραμμίζει , ο κίνδυνος υποτίμησης του αντιπάλου, ένα λάθος που η Ουάσιγκτον κάνει συχνά. « Οι στρατηγικές αποτυχίες συχνά ξεκινούν από λανθασμένες εκτιμήσεις για την ισχύ, την αποφασιστικότητα ή την ικανότητα προσαρμογής του αντιπάλου», αναφέρει .

Κατά τον ίδιο η εμπειρία του Ιράκ και του Αφγανιστάν είναι διδακτική: «η αρχική στρατιωτική επιτυχία δεν μετατράπηκε σε στρατηγική νίκη. Αντίθετα, η Ουάσιγκτον εγκλωβίστηκε σε ένα πόλεμο φθοράς και εξουθένωσης. Το Ιράν, ως μεγαλύτερο, πυκνότερα κατοικημένο και πολύ πιο συνεκτικό κράτος από το Ιράκ ή το Αφγανιστάν, θα αποτελούσε ασύγκριτα δυσκολότερο θέατρο επιχειρήσεων».

Για τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, εκτιμά πώς μια τέτοια επιλογή θα δημιουργούσε οξεία πολιτική αντίφαση: η ρητορική περί αποφυγής «ατέρμονων πολέμων» θα συγκρουόταν ευθέως με μια επιχείρηση που, κατά πάσα πιθανότητα, θα εξελισσόταν ακριβώς σε αυτό.

«Χερσαία επέμβαση στο Ιράν δεν θα ήταν τίποτε άλλο από ένα στοίχημα με μικρές πιθανότητες να κερδηθεί», καταλήγει.