ΣΠΟΡ

Φραντς Μπεκενμπάουερ: Έτσι έγινε «αυτοκράτορας» του παγκοσμίου ποδοσφαίρου

AP Photo

Ο Φραντς Μπεκενμπάουερ, ο μεγαλύτερος ποδοσφαιριστής της Γερμανίας, γεννήθηκε στις 11 Σεπτεμβρίου του 1945 και ήταν γιος ανώτερου ταχυδρομικού υπαλλήλου που ζούσε στο Γκίζινγκ του Μονάχου. Ο θείος του ήταν ποδοσφαιριστής της Μπάγερν Μονάχου. Σε νεαρή ηλικία αγωνίστηκε στην ομάδα Μόναχο 1860, τον ισχυρότερο σύλλογο της πόλης τη δεκαετία του 1950.

Το κατρακύλισμα της Μόναχο 1860 στη δεύτερη κατηγορία και ένα επεισόδιο με συμπαίκτη του τον οδήγησαν στην ομάδα νέων της τοπικής αντιπάλου Μπάγερν Μονάχου το 1958. Γρήγορα ο σύλλογος που έγινε η μεγαλύτερη ομάδα της πόλης, τον ενέταξε στην ανδρική ομάδα το 1964 και τελικά έμεινε για 14 χρόνια.

Στο γερμανικό πρωτάθλημα ο Μπεκενμπάουερ έκανε το ντεμπούτο του στις 6 Ιουνίου του το 1964 σε αγώνα με αντίπαλο τη Ζανκτ Πάουλι, όπου και σκόραρε στην αναμέτρηση για τα πλέι οφ ανόδου (νίκη με 4–0). Στην πρώτη του σεζόν στη Regionalliga Süd (τότε η δεύτερη κατηγορία στη Γερμανία) 1964–65, η ομάδα κέρδισε το πρωτάθλημα και τελικά ανέβηκε στη Μπουντεσλίγκα.

Από τη στιγμή της άφιξής του, η Μπάγερν άρχισε να διαμορφώνει το θρύλο της και έγινε η νέα παγκόσμια δύναμη σε επίπεδο συλλόγων. Έτσι ξεκίνησε η χρυσή εποχή του γερμανικού ποδοσφαίρου και της Μπάγερν Μονάχου, με τον Μπεκενμπάουερ να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο: κατέκτησε δύο τριάδες τίτλων στο γερμανικό πρωτάθλημα (1972–1974) και στο Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης (1974–1976), φτάνοντας στην ποδοσφαιρική κορυφή που μόνο η Ρεάλ Μαδρίτης της δεκαετίας του 1960 ήταν υψηλότερη.

Η αρχική του θέση ήταν αυτή του αμυντικού μέσου ή του μέσου της αριστερής πλευράς, αλλά με την πάροδο των χρόνων οπισθοχώρησε και καθιερώθηκε ως ελεύθερος παίκτης (λίμπερο) της άμυνας.

Η διεθνής του σταδιοδρομία ξεκίνησε με την εθνική νέων της Δυτικής Γερμανίας σε αγώνα με την αντίστοιχη της Ελβετίας στις 8 Μαρτίου 1964, όπου σημειώνοντας δύο τέρματα έδωσε τη νίκη με 2–1.

Έκανε το ντεμπούτο του με την εθνική Δυτικής Γερμανίας στις 29 Σεπτεμβρίου 1965 σε αγώνα απέναντι στη Σουηδία που έληξε με νίκη των Γερμανών με 2–1. Εξέπληξε τον κόσμο στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1966 στην Αγγλία σημειώνοντας τέσσερα γκολ, με την εθνική να φτάνει μέχρι τον τελικό.

Η ασταμάτητη γερμανική μηχανή κέρδισε το Παγκόσμιο Κύπελλο που φιλοξένησε το 1974 και έγινε η πρώτη ομάδα που είχε ταυτόχρονα τους τίτλους του πρωταθλητή Ευρώπης και Κόσμου. Θεωρείται ως η καλύτερη εθνική ομάδα της Γερμανίας/Δυτικής Γερμανίας όλων των εποχών. Η ομάδα εκείνων των χρόνων δεν εντυπωσίαζε με τον τρόπο παιχνιδιού της, αλλά διακρίνονταν για την αποτελεσματικότητα που τη διέκρινε.

Το 1977 ο Μπεκενμπάουερ αποδέχθηκε μια προσοδοφόρα σύμβαση για να αγωνιστεί στο Νορθ Αμέρικαν Σόκερ Λιγκ (NASL) με τη Νιου Γιορκ Κόσμος. Ο Μπεκενμπάουερ έγινε γρήγορα ο ηγέτης στο γήπεδο αλλά οι βελτιώσεις δεν ήταν άμεσες, με τον σύλλογο να χάνει 4–2 από την Τάμπα Ρέι Ράουντις στο πρώτο παιχνίδι του. Έπαιξε για τέσσερις σεζόν μέχρι το 1980, στην πρώτη χρονιά ήταν συμπαίκτης του Πελέ και η ομάδα κέρδισε το Soccer Bowl τρεις φορές (1977, 1978, 1980).

Στο τέλος της καριέρας του επέστρεψε στην πατρίδα του και αγωνίστηκε για δύο χρόνια με την ιδιαίτερα ισχυρή εκείνη την εποχή ομάδα του Αμβούργου (1980–82) με κατάκτηση του τίτλου της Μπουντεσλίγκα το δεύτερο έτος και αγωνίστηκε μια τελευταία σεζόν με το ομάδα της Νέας Υόρκης το 1983, περίοδο στην οποία η ομάδα κατέρρεε.

Συνολικά σε 856 επίσημους αγώνες σημείωσε 111 γκολ.

Με τη Μπάγερν αναδείχθηκε πέντε φορές πρωταθλητής Δυτικής Γερμανίας, όπως και τρεις φορές πρωταθλητής Ευρώπης, ενώ ο ίδιος κέρδισε δύο φορές το βραβείο της Χρυσής Μπάλας.

Μετά την αποχώρησή του από την ενεργό δράση, ακολούθησε καριέρα προπονητή αναλαμβάνοντας την ομάδα της εθνικής ομάδας της χώρας του, την οποία οδήγησε σε δύο τελικούς Παγκοσμίου Κυπέλλου και έναν τίτλο.

Είχε επιτυχημένη πορεία και ως διοικητικό στέλεχος επί σειρά ετών στη Μπάγερν, τη Γερμανική Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου, αλλά και σε θέσεις διεθνούς αρμοδιότητας.

Στις εκλογές της Διεθνούς Ομοσπονδίας Ιστορίας και Στατιστικής του Ποδοσφαίρου (IFFHS) αναδείχθηκε τρίτος καλύτερος του 20ού αιώνα μετά τους Πελέ και Γιόχαν Κρόιφ, ενώ ήταν έκτος σε ειδική ψηφοφορία μεταξύ των νικητών της Χρυσής Μπάλας που διοργάνωσε το γαλλικό περιοδικό France Football το 1999.

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

× Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τους Όρους Χρήσης