Η Μαρινέλλα στην τελετή λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας το 2004
ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ/INTIMEΠέθανε η Μαρινέλλα: Το ελληνικό τραγούδι έχασε την ιέρειά του
Πέθανε, σε ηλικία 87 ετών η Μαρινέλλα, η μεγάλη ιέρεια του ελληνικού τραγουδιού και μια «φωνή» που σημάδεψε την καθημερινότητα των Ελλήνων.
Το ελληνικό τραγούδι είναι βάλσαμο για την ψυχή του κάθε Έλληνα και η Μαρινέλλα υπήρξε μία φωνή που σημάδεψε τις ζωές μας και τον τρόπο που ακούμε μουσική, τον τρόπο που αγαπάμε και ζούμε.
Η Μαρινέλλα, γεννημένη στις 20 Μαΐου 1938 ως Κυριακή Παπαδοπούλου, είναι μια από τις σημαντικότερες και πιο εμβληματικές τραγουδίστριες της ελληνικής μουσικής σκηνής.
Με καριέρα έξι δεκαετιών, η Μαρινέλλα θεωρείται μία από τις πιο επιτυχημένες και αναγνωρίσιμες φωνές στην Ελλάδα.
H μεγάλη τραγουδίστρια, που πίστευε ότι η ηλικία είναι μόνο ένας αριθμός, ήταν δραστήρια μέχρι την τελευταία ημέρα και είχε δηλώσει πως δεν καταλαβαίνει τους ανθρώπους που δεν ζουν κάθε στιγμή.
«Δεν με ενδιαφέρει η ηλικία. Ποτέ δεν με απασχόλησαν τα χρόνια μου. Για μένα η ημερομηνία γέννησης είναι απλώς ένας αριθμός για το ληξιαρχείο και τίποτα περισσότερο. Με θυμώνει που ο κόσμος σήμερα μονίμως γκρινιάζει. Κυριαρχεί μια μιζέρια, ένας οχαδερφισμός και φθόνος για τον διπλανό. Παρατηρώ ανθρώπους να περνά η ζωή δίπλα τους και αυτοί να κοιτούν στην αντίθετη πλευρά» είχε πει κάποτε σε συνέντευξή της στη Lifo.
Η Μαρινέλλα υπέστη αιμορραγικό εγκεφαλικό τον Σεπτέμβριο του 2024, την ώρα που τραγουδούσε στο Ηρώδειο και νοσηλεύτηκε σε κέντρο αποκατάστασης, όταν πήρε εξιτήριο από το νοσοκομείο.
Τα πρώτα βήματα
Η Μαρινέλλα γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 19 Μαΐου του 1938.
Στα 17 της, ακολούθησε ως ηθοποιός το θίασο της Μαίρης Λωράνς όπου έκανε περιοδεία σε όλη την Ελλάδα. Δίπλα της, οι ανερχόμενοι τότε ηθοποιοί Κώστας Βουτσάς και Μάρθα Καραγιάννη, αλλά και η Σόνια Δήμου, ο Γιάννης Τζαννετάκος και η χορεύτρια Ντέπυ Φιλοσόφου. Κάποιο βράδυ, η τραγουδίστρια του θιάσου αρρώστησε και η Μαρινέλλα, που ήξερε απ' έξω όλα τα τραγούδια, την αντικατέστησε.
Τραγούδησε το «Ο άνθρωπος μου» της Σοφίας Βέμπο, σε μουσική του Μενέλαου Θεοφανίδη και στίχους του Μίμη Τραϊφόρου, αλλά και το «Μαλαγκένια», γερμανικό τραγούδι της Κατοχής.
Η ζωή της με τον Στέλιο Καζαντζίδη
Τον Αύγουστο του 1957, συνδέθηκε με τον τραγουδιστή Στέλιο Καζαντζίδη τόσο στο πάλκο όσο και στη ζωή, ο οποίος πηγαίνοντας να συναντήσει τον Ζαφειρίου, την άκουσε να τραγουδάει ένα τραγούδι που εκείνος είχε πρωτοπεί λίγο νωρίτερα στη δισκογραφία, το τραγούδι «Το πιο πικρό ψωμί» του Γιώργου Μητσάκη.
Όταν η Μαρινέλλα τελείωσε το τραγούδι, ο Στέλιος Ζαφειρίου την σύστησε στον Στέλιο Καζαντζίδη.
Εκείνος της επισήμανε πως τραγουδά το λαϊκό με έναν δικό της τρόπο, λίγο ελαφρύ. Η γνωριμία τους συνεχίστηκε μέσα στη βάρκα του πατέρα της.
Και οι δύο αγαπούσαν πολύ τη θάλασσα και το ψάρεμα. Εκεί, ο Στέλιος Καζαντζίδης της ζήτησε να κανουν ντουέτο.
«Δεν ήταν πολύ ομιλητικός ο Στέλιος τότε. Μας γνώρισε ο Στελλάκης Ζαφειρίου. Λέω: "Φεύγω, σας χαιρετώ, γιατί το πρωί έχω ψάρεμα με τον πατέρα μου". Με το που ακούει ψάρεμα ο Καζαντζίδης, λες και κάτι τον τσίμπησε: "Ψαρεύεις; Έχετε βάρκα; Και πάτε οι δυο σας με τον μπαμπά σου; Μπορώ να έρθω κι εγώ;". "Μπορείς", λέω. Πήγα σπίτι κατά τις τέσσερις, ρώτησα τον πατέρα μου αν μπορεί να έρθει μαζί μας ένας τραγουδιστής που γνώρισα και γύρω στις έξι φύγαμε» είχε πει σε συνέντευξή της στην Καθημερινή για την γνωριμία της με τον μεγάλο λαϊκό τραγουδιστή.
Ο Καζαντζίδης και η Μαρινέλλα γνώρισαν απίστευτη δόξα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.
Τραγούδησαν στην Αμερική και στην Αυστραλία με επιτυχία, ενώ ηχογράφησαν τραγούδια σε πρώτη και δεύτερη εκτέλεση.
Οι διφωνίες που έκαναν μαζί, αποτελούν ακόμη και σήμερα αντικείμενο θαυμασμού, προσοχής και μελέτης.
Το 1960, η Μαρινέλλα και ο Στέλιος Καζαντζίδης, εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στον ελληνικό κινηματογράφο, συνολικά συμμετείχαν μαζί σε 10 ελληνικές ταινίες που άφησαν εποχή και έδειξαν το δρόμο και για άλλους να κάνουν κάτι παρόμοιο.
Για τη Μαρινέλλα το λαϊκό τραγούδι ήταν η ζωή της.
Η Μαρινέλλα και το λαϊκο τραγούδι της δεκαετίας του '50
Στην ίδια συνέντευξη στην Καθημερινή είχε πει χαρακτηριστικά για την δεκαετία του '50 στην Αθήνα:
«Λαϊκά ήταν του Τσιτσάνη, του Καλδάρα, του Παπαϊωάννου. Επίσης, παίζανε στο πάλκο ο Χιώτης, ο Μητσάκης, ο Τζουανάκος και ο Ζαμπέτας. Ήταν τέσσερις βαρβάτοι [γέλια]. Και μετά υπήρχαν τα αρχοντορεμπέτικα, που έλεγαν ο Γούναρης, το Τρίο Κιτάρα, η Μάγια Μελάγια, ο Μαρούδας. Όχι ο Πολυμέρης, πρόσεξε. Τότε υπήρχε διαχωρισμός. Να μπει μπουζούκι στην παλιά Αθήνα; Στο πλακιώτικο σαλόνι; Ποτέ. Λίγο μετά μπήκαν, βέβαια, στο πλακιώτικο σαλόνι ο Χιώτης και ο Μητσάκης, που έβγαινε με παπιγιόν. Είχε τότε και μια γκομενίτσα εκεί, Μαριάννα νομίζω την έλεγαν. Όλες φορούσαν το ίδιο φουστάνι. Δεν είναι περίεργο; Θυμάμαι τη Λάουρα, τη Ζωζώ Σαπουντζάκη… Τότε οι τραγουδίστριες ήταν ζουμερές. Τα skinny δεν τα θέλανε καθόλου. Τέλος πάντων. Μετά εμφανίστηκαν οι τραγουδιστές των μπουάτ»
Ο γάμος με τον Τόλη Βοσκόπουλο
Παντρεύτηκε τον δεύτερο σύζυγό της, τον τραγουδιστή Τόλη Βοσκόπουλο την δεκαετία του ‘70.
Δύο γεγονότα που σαφώς απασχόλησαν ιδιαίτερα τον Τύπο της εποχής.
Μαζί με τον Τόλη Βοσκόπουλο εμφανίστηκαν στη "Νεράιδα", ενώ μοιράστηκαν δύο μεγάλους δίσκους ("Μαρινέλλα & Βοσκόπουλος" και "Εγώ κι' εσύ"), αλλά τις περισσότερες φορές μέσα στα επόμενα χρόνια συνόδευε ο ένας τον άλλον στους προσωπικούς τους δίσκους. Ο γάμος τους κράτησε μέχρι το '81.
Εκτός από τον Στέλιο Καζαντζίδη και τον Τόλη Βοσκόπουλο, είχε συνεργαστεί με πολλούς άλλους μεγάλους Έλληνες καλλιτέχνες, όπως τον Γιώργο Νταλάρα, τον Μανώλη Χιώτη, τον Μίκη Θεοδωράκη, και τον Χρήστο Νικολόπουλο.
Η καριέρα της στον ελληνικό κινηματογράφο
Το 1968 ο Γιάννης Δαλιανίδης προετοίμαζε το κινηματογραφικό του μιούζικαλ ΓΟΡΓΟΝΕΣ ΚΑΙ ΜΑΓΚΕΣ και σκέφτηκε να βάλει τη Μαρινέλλα να τραγουδήσει ζωντανά σε κάποια σκηνή. Ο Μίμης Πλέσσας συμφώνησε με την εκλογή αυτή και της έγραψε ένα τραγούδι μοντέρνο, το «Πες μου πού πας».
Όταν όμως άκουσε το τραγούδι ο Δαλιανίδης, έδειξε δυσαρεστημένος. Ήθελε ένα τραγούδι που να μην το έχει φανταστεί κανείς. Ένα τραγούδι που να ξαφνιάσει. Έτσι λοιπόν γράφτηκε από τον Λευτέρη Παπαδόπουλο το «Άνοιξε πέτρα».
Η Μαρινέλλα, όταν άκουσε το τραγούδι ενθουσιάστηκε και άρχισε τις πρόβες για να το ηχογραφήσει. Σύμφωνα με μαρτυρία του Μίμη Πλέσσα, ο χρόνος πίεζε, γιατί σε δύο μέρες έπρεπε να γυριστεί η συγκεκριμένη σκηνή. Έτσι λοιπόν αναγκάστηκε να μπει στο στούντιο και να το τραγουδήσει. Το είπε μια φορά, δεν το ξανατραγούδησε δεύτερη, γιατί ήταν άψογο. Αυτή η ηχογράφηση ακούγεται στην ταινία ακόμη και σήμερα, και είναι αυτή που άνοιξε διάπλατα τις πόρτες στην Μαρινέλλα για το ξεκίνημα της προσωπικής της καριέρας.
Επίσης τραγούδησε το «Σταλιά - σταλιά» στην κινηματογραφική ταινία του Κώστα Ανδρίτσου Ο ΠΙΟ ΚΑΛΟΣ Ο ΜΑΘΗΤΗΣ, ενώ τον Σεπτέμβρη του ίδιου χρόνου συμμετείχε στο III Festival Internacional da Canção Popular στο Ρίο ντε Τζανέιρο της Βραζιλίας με το τραγούδι «Αν θες να 'ρθείς» του Γεράσιμου Λαβράνου (σε στίχους της Ελπίδας Περικλάκη), κερδίζοντας το βραβείο "Καλύτερης Καλλιτεχνικής Παρουσίας".
Η Μαρινέλλα και η μοναχοκόρη της
Η Μαρινέλλα τάραξε την κοινωνία της εποχής, αφού έγινε ανύπαντρη μητέρα, φέρνοντας στον κόσμο τη μοναχοκόρη της, Τζωρτίνα (Γεωργία-Χριστίνα) Σερπιέρη, καρπό του έρωτά της με τον πρωταθλητή Ελλάδος στην ιππασία Φρέντυ Σερπιέρη.
Η κληρονομιά της
Είχε κυκλοφορήσει περισσότερους από 60 δίσκους και έχει ερμηνεύσει τραγούδια που αποτελούν σημαντικό μέρος της ελληνικής μουσικής παράδοσης.
Η Μαρινέλλα φημιζόταν για την ξεχωριστή της σκηνική παρουσία, με πρωτοποριακές παραστάσεις και εμφανίσεις. Θεωρείται από τις πρώτες Ελληνίδες τραγουδίστριες που ανέβασε την αισθητική των συναυλιών σε υψηλά επίπεδα, ενσωματώνοντας θεατρικά στοιχεία στις παραστάσεις της.
Η φωνή της Μαρινέλλας συνδύαζε την κλασική λαϊκή μουσική με την ποπ και ελαφρά μουσική, και η ίδια υπήρξε πηγή έμπνευσης για πολλές επόμενες γενιές καλλιτεχνών. Η τεράστια προσφορά της στην ελληνική μουσική σκηνή έχει αναγνωριστεί τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς.
Η Μαρινέλλα θα μείνει για πάντα στις καρδιές μας με τα αιώνια τραγούδια της που θα συντροφεύουν τους Έλληνες για πολλά χρόνια ακόμη.