ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Δηλητηριασμένα βέλη πριν από 60.000 χρόνια αποκαλύπτουν το εξελιγμένο κυνήγι των πρώιμων ανθρώπων

Δηλητηριασμένα βέλη πριν από 60.000 χρόνια αποκαλύπτουν το εξελιγμένο κυνήγι των πρώιμων ανθρώπων

Οργανικά υπολείμματα σε αρχαία πέτρινα σημεία (το πορτοκαλί υλικό που είναι ορατό στην όψη στα αριστερά) εξακολουθούν να περιέχουν ίχνη φυτικού δηλητηρίου μετά από 60.000 χρόνια στο έδαφος, δείχνει μια νέα ανάλυση. 

Marlize Lombard

Νέα επιστημονική ανάλυση από τη Νότια Αφρική μεταφέρει κατά περισσότερα από 50.000 χρόνια πίσω την πρώτη χρήση δηλητηρίου σε όπλα, αποδεικνύοντας ότι οι προϊστορικοί κυνηγοί διέθεταν σύνθετη γνώση, στρατηγικό σχεδιασμό και ανεπτυγμένη νοητική ικανότητα.

Μια εντυπωσιακή αρχαιολογική ανακάλυψη αλλάζει όσα γνωρίζαμε για τις κυνηγετικές πρακτικές των πρώιμων ανθρώπων. Ερευνητές εντόπισαν ίχνη φυτικού δηλητηρίου σε λίθινες αιχμές βελών ηλικίας περίπου 60.000 ετών από τη Νότια Αφρική, μεταφέροντας πολύ πιο πίσω στο παρελθόν την πρώτη τεκμηριωμένη χρήση δηλητηριασμένων όπλων.

Οι πέντε χαλαζιακές αιχμές προέρχονται από το βραχοκαταφύγιο Ουμχλατουζάνα, στην περιοχή ΚουαΖούλου-Νατάλ, και είχαν ανασκαφεί ήδη από το 1990 από τον αρχαιολόγο Τζόναθαν Κάπλαν. Ωστόσο, μόνο πρόσφατα κατέστη δυνατό να αναλυθούν με σύγχρονες μεθόδους, αποκαλύπτοντας οργανικά κατάλοιπα δηλητηρίου στην επιφάνειά τους.

Σύμφωνα με τη μελέτη που δημοσιεύθηκε στις 7 Ιανουαρίου στο επιστημονικό περιοδικό Science Advances, το δηλητήριο προέρχεται από το φυτό Boophone disticha, γνωστό στη νότια Αφρική ως gifbol ή «δηλητηριώδες κρεμμύδι». Πρόκειται για βολβώδες ανθοφόρο φυτό, το οποίο χρησιμοποιούνταν ως πηγή δηλητηρίου από παραδοσιακούς κυνηγούς μέχρι και τους τελευταίους αιώνες.

Η ερευνητική ομάδα, με επικεφαλής τον αρχαιολογικό επιστήμονα Σβεν Ίσακσον από το Πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης, επιβεβαίωσε πρώτα τη χρονολόγηση των ευρημάτων μέσω γεωχημικών και μαγνητικών αναλύσεων των ιζημάτων. Στη συνέχεια, χρησιμοποίησε αέρια χρωματογραφία και φασματομετρία μάζας για να εντοπίσει ίχνη αλκαλοειδών, συγκρίνοντάς τα με δηλητηριασμένα βέλη του 18ου αιώνα που είχε συλλέξει στη νότια Αφρική ο Σουηδός φυσιοδίφης Κάρλ Πέτερ Τούνμπεργκ.

Το αποτέλεσμα ήταν σαφές: τα χημικά ίχνη του δηλητηρίου ταυτίζονταν, παρά το χάσμα δεκάδων χιλιάδων ετών που χωρίζει τα δύο σύνολα αντικειμένων. Όπως σημειώνει ο Ίσακσον, πρόκειται για την παλαιότερη άμεση απόδειξη χρήσης δηλητηρίου σε όπλα, αφού μέχρι σήμερα τα αρχαιότερα δηλητηριασμένα βέλη χρονολογούνταν σε λιγότερο από 7.000 χρόνια πριν.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και το είδος του δηλητηρίου. Το gifbol δεν είναι άμεσα θανατηφόρο, γεγονός που σημαίνει ότι οι κυνηγοί έπρεπε να προβλέπουν ότι το θήραμα δεν θα πέθαινε αμέσως. Αυτό προϋπέθετε παρακολούθηση του τραυματισμένου ζώου, υπομονή και συντονισμό, στοιχεία που δείχνουν υψηλό επίπεδο σχεδιασμού και κατανόησης της αιτιότητας.

Οι ερευνητές τονίζουν ότι, παρότι οι προϊστορικοί άνθρωποι δεν γνώριζαν τη χημική σύσταση του δηλητηρίου, διέθεταν ένα εξελιγμένο «σύστημα γνώσης»: ήξεραν πώς να εντοπίζουν το κατάλληλο φυτό, να εξάγουν την τοξική ουσία και να την εφαρμόζουν αποτελεσματικά στα όπλα τους. Όπως επισημαίνεται στη μελέτη, η χρήση δηλητηρίου δεν βασίζεται στη σωματική δύναμη, αλλά στη χημική δράση, κάτι που απαιτεί αφηρημένη σκέψη, εμπειρική γνώση και προηγμένο νοητικό σχεδιασμό.

Παραμένει άγνωστο αν η χρήση του συγκεκριμένου δηλητηρίου συνεχίστηκε αδιάλειπτα επί δεκάδες χιλιάδες χρόνια ή αν ανακαλύφθηκε ανεξάρτητα περισσότερες από μία φορές. Σε κάθε περίπτωση, τα ευρήματα ενισχύουν την εικόνα των πρώιμων ανθρώπων ως ιδιαίτερα ευρηματικών και γνωστικά ανεπτυγμένων κυνηγών, πολύ πριν από ό,τι μέχρι σήμερα θεωρούσε η επιστημονική κοινότητα.

Η ανακάλυψη αυτή δεν φωτίζει μόνο το παρελθόν της ανθρώπινης τεχνολογίας, αλλά και την εξέλιξη της ανθρώπινης σκέψης, δείχνοντας ότι η ικανότητα για σύνθετο σχεδιασμό και αξιοποίηση της φύσης είχε ήδη αναπτυχθεί σε εντυπωσιακό βαθμό πριν από 60.000 χρόνια.