CULTURE

Ο Σπύρος Παπαδόπουλος στο Επί Σκηνής: Οι άνθρωποι σήμερα φοβούνται να εκτεθούν συναισθηματικά

Ο Σπύρος Παπαδόπουλος στο Επί Σκηνής: Οι άνθρωποι σήμερα φοβούνται να εκτεθούν συναισθηματικά

Ο Σπύρος Παπαδόπουλος μιλάει στο Επί Σκηνής. 

CNN Greece

«Οι άνθρωποι σήμερα φοβούνται να εκτεθούν συναισθηματικά περισσότερο από παλιά. Τα νέα παιδιά βλέπουν μια κοπέλα και αντί να της μιλήσουν, της στέλνουν μήνυμα στο Instagram»: ο Σπύρος Παπαδόπουλος μιλά στο Επί Σκηνής του CNN Greece για τις ανθρώπινες σχέσεις, την τεχνολογία, τους «Απαράδεκτους», το «Στην υγειά μας ρε παιδιά» και τις αναμνήσεις που κουβαλά, με αφορμή την καλοκαιρινή περιοδεία της παράστασης «Sexy Laundry», στην οποία συμπρωταγωνιστεί με τη Ρένια Λουιζίδου.

«Έλεγε δήθεν αστειάκια, αλλά πατούσε σε αλήθειες της κοινωνίας. Και γι' αυτό είναι και θα είναι πάντα σύγχρονο αυτό το πνεύμα της», λέει ο Σπύρος Παπαδόπουλος για τη Δήμητρα Παπαδοπούλου και το μυστικό που έκανε τους «Απαράδεκτους» να μείνουν ανεξίτηλοι στις καρδιές των Ελλήνων.


«Ήμασταν νέα παιδιά και μια παρέα που δεν έπαιρνε τίποτα σοβαρά. Και, αφ' ετέρου, όπως αποδείχθηκε, υπήρχε η πολύ διαισθητική ματιά της Δήμητρας. Η οποία Δήμητρα, το λέω και το ξαναλέω, δεν είναι μια συγγραφέας που γράφει αστεία. Είναι μια συγγραφέας με κεραίες απλωμένες μέσα στην κοινωνία και πιάνει πράγματα που εμείς δεν τα πιάνουμε. Λέει, λοιπόν, κάτι, "Εγώ είμαι του Πολυτεχνείου", ας πούμε, και πίσω από αυτή τη φράση υπάρχουν 300 σελίδες κείμενο. Το τι σημαίνει μέσα στην κοινωνία όλο αυτό».

spiros papadopoulos

Ο Σπύρος Παπαδόπουλος μιλάει στο Επί Σκηνής

CNN Greece

Από τα 18 χρόνια του «Στην υγειά μας, παιδιά», μέχρι τη νοσταλγία για τις ανοιχτές γειτονιές και τα αυθόρμητα γλέντια μιας άλλης εποχής, ο αγαπημένος ηθοποιός εξομολογείται πως, αν μπορούσε να αλλάξει κάτι, «θα το πήγαινα 60-70 χρόνια πίσω».

«Καταρχάς, την εκπομπή εγώ την πρότεινα. Δηλαδή, μου είπαν ότι θέλουμε κάτι, μια-δύο ώρες, που τελικά πήγε και τρεις ώρες, για να διασκεδάζει ο κόσμος. Το μόνο που ξέρω είναι ότι αγαπάω το ελληνικό τραγούδι και το ξέρω και καλά. Γιατί από μικρός ακούω ραδιόφωνο. Αν θέλετε κάτι τέτοιο. Το ξεκινήσαμε στα τυφλά. Πήγαινα κι εγώ χωρίς να έχω κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό μου. Υπέφερα πολύ με τη δουλειά. Μέχρι να βρει τον δρόμο του αυτό το πράγμα και να βρω κι εγώ τον δρόμο μου μέσα από αυτό. Πέρα από το ότι διάβαζα πολύ, ασχολιόμουν, σκεφτόμουν όλη μέρα. Σκεφτόμουν κάτι, μετά το πέταγα. Ύστερα το ξανάφερνα. Μια ταλαιπωρία μεγάλη. Κάποια στιγμή, λοιπόν, βρήκε τον δρόμο του. Είδα ότι αρέσει και στον κόσμο και αυτό με ανακούφισε πολύ» μάς εξομολογείται ο Σπύρος Παπαδόπουλος για την διάσημη εκπομπή.

Όταν τον ρωτήσαμε τι θα άλλαζε σήμερα στον κόσμο αν ήταν στο χέρι του εκείνος μας απάντησε:

«Θα τον πήγαινα 60-70 χρόνια πίσω. Δεν ξέρω για ποιον λόγο, πραγματικά νοσταλγώ. Εγώ μεγάλωσα σε γειτονιές όπου ήταν παρόντα τα γαϊδουράκια, οι μανάβηδες, οι πόρτες ήταν όλες ανοιχτές, έμπαινε η μία γειτόνισσα και έπαιρνε καφέ από την άλλη, ενώ εκείνη έλειπε. Γλέντια στήνονταν με το τίποτα. Ακόμα και άνθρωποι που ζούσαν μέσα στην απόλυτη φτώχεια, δεν είχαν κανένα πρόβλημα. Γλέντια με το τίποτα».

spiros papadopoulos

Ο Σπύρος Παπαδόπουλος μιλάει στο Επί Σκηνής.

CNN Greece

Ο Σπύρος Παπαδόπουλος μίλησε επίσης και για το Βλάσση Μπονάτσο, τον οποίο χαρακτήρισε «ένα πολύ ευαίσθητο παιδί»

«Όταν συζητάμε με τα παιδιά και κυρίως με τη Δημητρούλα και τον Γιάννη, πάντα η κουβέντα πηγαίνει εκεί. Δηλαδή, στην καθημερινότητα δεν σου λείπει, μετά από τόσα χρόνια, αλλά μόλις τον σκεφτείς, σε πιάνει κάτι πάνω στο δέρμα» ανέφερε ο ίδιος.

Και συνέχισε:

«Γιατί, ξέρετε, ο Βλάσσης δεν ήταν καθόλου αυτό που φαινόταν. Ήταν ένας υπέροχος τύπος, όπως φαινόταν, αλλά έδινε την εντύπωση του έξω καρδιά ανθρώπου που δεν χαμπαριάζει τίποτα. Ήταν, όμως, ένα πάρα πολύ ευαίσθητο παιδί.


Μόνο όταν τον γνώριζες καλά τον καταλάβαινες και σου αποκαλυπτόταν μια άλλη πλευρά του εαυτού του, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και αγαπησιάρικη».

Ακολουθεί ολόκληρη η συνέντευξη με τον Σπύρο Παπαδόπουλο:

Πιστεύετε ότι σήμερα οι άνθρωποι φοβούνται περισσότερο τη συναισθηματική έκθεση μέσα από μια σχέση;

Σπύρος Παπαδόπουλος: Οι άνθρωποι σήμερα, ναι, πιστεύω ότι φοβούνται να εκτεθούν συναισθηματικά. Σε σχέση με το παρελθόν, πολύ περισσότερο. Και αναφέρομαι στα νέα παιδιά. Δεν ξέρω, είναι αποκλεισμένα. Όλη μέρα στα κινητά, στα κομπιούτερ, τους αρέσει να μιλάνε μέσω παρόχου.

Δηλαδή, ακούω ότι βλέπουν μια κοπέλα σε ένα μαγαζί κάπου και κοιτάζονται και, όταν εκείνη φεύγει, της στέλνει μήνυμα κάπου εκεί στο Instagram. Όπως τα λέω, τα κάνουν αυτά. Της στέλνει, ενώ δεν της μιλάει εκείνη τη στιγμή. Ναι, φοβούνται να εκτεθούν, νομίζω.

Και χάνουν πολλά από αυτό που λέμε η ερωτική Οδύσσεια που εύχεται να περάσει ο καθένας στη ζωή του. Χάνουν πολλά. Απ' τη μία είναι πιο εύκολα τα πράγματα σε σχέση με παλιά και απ' την άλλη απείρως δυσκολότερα.

Αλλά το έχουν κάνει δυσκολότερο. Τα παιδιά ποτέ δεν φταίνε, φυσικά. Η ίδια η κατάσταση, η κοινωνία, η τεχνολογία, το πώς έχουν απομονωθεί τα παιδιά, το πώς όλο και περισσότερο τα βιάζουμε να γίνουν επιτυχημένα και να διαβάζουν σκληρά και να πηγαίνουν χορό και να πηγαίνουν γαλλικά και πιάνο.

Και ειδικά τα αγόρια, νομίζω ότι έχουν απομακρυνθεί από τα κορίτσια. Σαν να τα φοβούνται λίγο. Εντάξει, έχει την ερμηνεία του το θέμα αυτό.

Ωστόσο, η απάντηση είναι ότι πια οι άνθρωποι σήμερα, όχι μόνο τα παιδιά, γιατί αυτά τα παιδιά μεγαλώνουν, φοβούνται να εκτεθούν συναισθηματικά περισσότερο από παλιά.

sexy-laundry1.jpg

Τώρα, η δυναμική σας με τη Ρένια Λουιζίδου πάνω στη σκηνή νομίζω είναι το κλειδί της παράστασης Sex Laundry. Οριακά, ο κόσμος αν δεν σας γνωρίζει καλά, είναι σαν να είστε πραγματικό ζευγάρι. Πώς το καταφέρνετε αυτό με την Ρένια, από πού έρχεται όλη αυτή η φοβερή χημεία;

Σπύρος Παπαδόπουλος: Με τη Ρένια έχουμε μια τρομερή χημεία, που ενώ γνωριζόμαστε τόσα χρόνια, όπως ξέρετε, τώρα την ανακαλύψαμε.

Γιατί στη σκηνή οι δυο μας δεν έχουμε παίξει εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Ουσιαστικά, ποτέ δεν έχουμε παίξει μαζί. Γιατί και τη μία φορά που βρεθήκαμε στη σκηνή, ήταν σε μία επιθεώρηση, σε άλλο νούμερο εκείνη, σε άλλο εγώ, δεν συναντηθήκαμε υποκριτικά.

Και οι δύο είμαστε έκθαμβοι με αυτό που συμβαίνει. Γιατί η χημεία δεν είναι κάτι που το ορίζεις, δεν το παραγγέλνεις. Έτυχε, λοιπόν. Και επίσης δεν έχει να κάνει με το αν αγαπάς τον άλλο, αν είναι φίλος σου, δεν έχει καμία σχέση.

Έτυχε, λοιπόν, να έχουμε μια τρομερή χημεία και έχουμε μείνει και οι δύο πραγματικά ενθουσιασμένοι. Γιατί, όταν πια μάθαμε πολύ καλά το έργο, αυτοσχεδιάζουμε πάνω στη σκηνή. Εμένα μου αρέσει, είμαι και λίγο πειραχτήρι, και μου αρέσει έτσι να ζωντανεύω το μάτι του άλλου, λέγοντάς του κάτι που δεν το περιμένει. Κάτι πολύ μικρό.

Η Ρένια το παίρνει και απαντάει κανονικότατα, σαν να είμαστε στη ζωή μας. Το ίδιο συμβαίνει και από εκείνη. Είναι ευλογία.

Και το ίδιο θα σας πει και η Ρένια. Έχουμε μείνει και οι δύο πραγματικά πολύ χαρούμενοι γι' αυτό. Και λέμε μεταξύ σοβαρού και αστείου συνέχεια ότι, εάν του χρόνου ή του παραχρόνου δεν δουλέψουμε μαζί, τι θα κάνουμε.

Διάβαζα σε μια συνέντευξή σου πως φρόντισες να απογοητευτείς από τους ανθρώπους νωρίς. Και πως το ανθρώπινο είδος είναι τρομερά αφελές και πως είναι πάντα έτοιμο για το κακό εκτός από ένα 10% που λόγω αυτού είμαστε ακόμη ζωντανοί, είπες. Τώρα, γενικά πιστεύεις σε αυτό, όντως. Είσαι γενικά απαισιόδοξος;

Σπύρος Παπαδόπουλος: Όχι, καθόλου απαισιόδοξος δεν είμαι. Πώς να το πει κανείς; Και από τη λογοτεχνία μαθαίνεις πολλά και από την ιστορία μαθαίνεις πολλά. Ο άνθρωπος είναι ένα τερατώδες, άπληστο είδος, μισαλλόδοξο, εγωιστικό, φρικτό.

Μόνο το πώς φέρεται στη φύση να δεις, φτάνει. Δεν χρειάζεται να πεις πώς φέρεται στον άλλο άνθρωπο.

Και πραγματικά πιστεύω ότι ζούμε, ότι στέκεται όρθιος ο πλανήτης, χάρη σε ένα 10% ανθρώπων, που μάλλον χρειάζονται για να υπάρχει αυτή η ισορροπία. Για να μην πάρουμε φωτιά.

spiros papadopoulos

Ο Σπύρος Παπαδόπουλος μιλάει στο Επί Σκηνής

CNN Greece

Σήμερα μπορείς να προσδιορίσεις τι ήταν εκείνο το μικρό πραγματάκι, εκείνο το μαγικό μικρό στοιχείο που έκανε τους Απαράδεκτους τόσο μεγάλη επιτυχία; Μια επιτυχία ουσιαστικά που θα κρατήσει για πάντα. Που θα υπάρχει για πάντα στις καρδιές των Ελλήνων.

Σπύρος Παπαδόπουλος: Είμασταν νέα παιδιά και μια παρέα που δεν έπαιρνε τίποτα σοβαρά. Και, αφ' ετέρου, όπως αποδείχθηκε, υπήρχε η πολύ διαισθητική ματιά της Δήμητρας.

Η οποία Δήμητρα, το λέω και το ξαναλέω, δεν είναι μια συγγραφέας που γράφει αστεία. Είναι μια συγγραφέας με κεραίες απλωμένες μέσα στην κοινωνία και πιάνει πράγματα που εμείς δεν τα πιάνουμε. Λέει, λοιπόν, κάτι, «Εγώ είμαι του Πολυτεχνείου», ας πούμε, και πίσω από αυτή τη φράση υπάρχουν 300 σελίδες κείμενο. Το τι σημαίνει μέσα στην κοινωνία όλο αυτό.

Και συμπυκνώνει, δηλαδή, μια ολόκληρη συμπεριφορά χιλιάδων ανθρώπων, μιας ολόκληρης περιόδου.

Έτσι, λοιπόν, επειδή η Δημητρούλα πατούσε σε αλήθειες, χωρίς να φαίνεται ότι υπάρχει τίποτα περισπούδαστο ή βαρύγδουπο, αυτό είναι το μεγαλείο. Έλεγε δήθεν αστειάκια, αλλά πατούσε σε αλήθειες της κοινωνίας. Και γι' αυτό είναι και θα είναι πάντα σύγχρονο αυτό το πνεύμα της, ας πούμε.

Εμείς ακολουθήσαμε. Ήμασταν μια ωραία παρέα, αγαπιόμασταν μεταξύ μας, δεν είχαμε τίποτα να χωρίσουμε, πηγαίναμε εκεί και γουστάραμε πάρα πολύ. Ούτε καταλαβαίναμε επιτυχίες και τέτοια, χαμπάρι δεν παίρναμε τίποτα. Ό,τι μας ερχόταν, κάναμε.

Ξέρω ότι ο θάνατος του Βλάσση Μπονάτσου ήταν πραγματικά ένα χτύπημα για όλους. Σήμερα σου λείπει ο Βλάσσης;

Σπύρος Παπαδόπουλος: Όταν συζητάμε με τα παιδιά και κυρίως με τη Δημητρούλα και τον Γιάννη, πάντα η κουβέντα πηγαίνει εκεί. Δηλαδή, στην καθημερινότητα δεν σου λείπει, μετά από τόσα χρόνια, αλλά μόλις τον σκεφτείς, σε πιάνει κάτι πάνω στο δέρμα.

Γιατί, ξέρετε, ο Βλάσσης δεν ήταν καθόλου αυτό που φαινόταν. Ήταν ένας υπέροχος τύπος, όπως φαινόταν, αλλά έδινε την εντύπωση του έξω καρδιά ανθρώπου που δεν χαμπαριάζει τίποτα. Ήταν, όμως, ένα πάρα πολύ ευαίσθητο παιδί.

Μόνο όταν τον γνώριζες καλά τον καταλάβαινες και σου αποκαλυπτόταν μια άλλη πλευρά του εαυτού του, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και αγαπησιάρικη.

Στην υγειά μας βρε παιδιά, για 18 χρόνια, μία εκπομπή που αγάπησαν χιλιάδες Έλληνες. Αυτό το πράγμα τι σου έδωσε; Ουσιαστικά έκανες μέσω της τηλεόρασης όλη την Ελλάδα να γλεντάει από τον καναπέ της.

Σπύρος Παπαδόπουλος: Καταρχάς, την εκπομπή εγώ την πρότεινα. Δηλαδή, μου είπαν ότι θέλουμε κάτι, μια-δύο ώρες, που τελικά πήγε και τρεις ώρες, για να διασκεδάζει ο κόσμος. Το μόνο που ξέρω είναι ότι αγαπάω το ελληνικό τραγούδι και το ξέρω και καλά. Γιατί από μικρός ακούω ραδιόφωνο. Αν θέλετε κάτι τέτοιο.

Το ξεκινήσαμε στα τυφλά. Πήγαινα κι εγώ χωρίς να έχω κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό μου.

Υπέφερα πολύ με τη δουλειά. Μέχρι να βρει τον δρόμο του αυτό το πράγμα και να βρω κι εγώ τον δρόμο μου μέσα από αυτό.

Πέρα από το ότι διάβαζα πολύ, ασχολιόμουν, σκεφτόμουν όλη μέρα. Σκεφτόμουν κάτι, μετά το πέταγα. Ύστερα το ξανάφερνα. Μια ταλαιπωρία μεγάλη.

Κάποια στιγμή, λοιπόν, βρήκε τον δρόμο του. Είδα ότι αρέσει και στον κόσμο και αυτό με ανακούφισε πολύ.

Περάσαμε δεκαοκτώ χρόνια. Καλά, δεν θα πω ότι δεν το κατάλαβα, αλλά ειδικά μέχρι τα δεκατέσσερα, δεκαπέντε χρόνια, δεν το είχα καταλάβει. Αν με ρωτούσες, θα σου έλεγα ότι ήταν τρία χρόνια.

Τα τρία τελευταία χρόνια ήταν λίγο πιο κουραστικά.

Γι' αυτό και το σταμάτησα, γιατί πια φτάνει. Έγινε ολόκληρο παιδί.

spiros papadopoulos

Ο Σπύρος Παπαδόπουλος μιλάει στο Επί Σκηνής.

CNN Greece

Ξέρω ότι είσαι ένα πρόσωπο που πραγματικά δεν γίνεται ο άλλος να μην το αναγνωρίσει. Λοιπόν, σε εκνεύρισε ποτέ αυτή η αναγνωρισιμότητα, που όπου και να πας σου μιλάνε;

Σπύρος Παπαδόπουλος: Νομίζω ότι θα ήμουν και αχάριστος. Όχι, κάθε άλλο. Εντάξει, υπάρχουν κάποιες στιγμές που μπορεί να μην το θέλεις, που δυσκολεύεσαι.

Στιγμές είναι αυτές. Δεν σημαίνει κάτι.

Και δεν μου αρέσει κιόλας όλο αυτό. Υπάρχουν άνθρωποι που κάνουν τα πάντα για να γίνουν γνωστοί. Γιατί εγώ δεν έκανα τίποτα για να γίνω γνωστός. Μου ήρθαν τα πράγματα.

Υπάρχουν άνθρωποι που κάνουν τα πάντα για να γίνουν γνωστοί και μετά κρύβονται με γυαλιά, με τεράστια γυαλιά, για να μην τους αναγνωρίσουν. Δεν είναι ωραίο αυτό το πράγμα.

Όχι, όχι, δεν με ενοχλεί καθόλου. Αντιθέτως, πώς να το πει κανείς, η αγάπη του κόσμου μόνο δύναμη μπορεί να σου δώσει.

Αν κάτι άλλαζες σήμερα στον κόσμο, τι θα ήταν αυτό, αν είχες τη δυνατότητα να το αλλάξεις τώρα.

Σπύρος Παπαδόπουλος: Θα τον πήγαινα 60-70 χρόνια πίσω.

Δεν ξέρω για ποιον λόγο, πραγματικά νοσταλγώ. Εγώ μεγάλωσα σε γειτονιές όπου ήταν παρόντα τα γαϊδουράκια, οι μανάβηδες, οι πόρτες ήταν όλες ανοιχτές, έμπαινε η μία γειτόνισσα και έπαιρνε καφέ από την άλλη, ενώ εκείνη έλειπε. Γλέντια στήνονταν με το τίποτα. Ακόμα και άνθρωποι που ζούσαν μέσα στην απόλυτη φτώχεια, δεν είχαν κανένα πρόβλημα. Γλέντια με το τίποτα.

Έφερνε ο καθένας τα μπουζουκάκια του και στηνόταν ένα γλέντι που πήγαινε μέχρι το πρωί. Δεν ήταν όλα άγια, δεν τα αγιοποιώ. Ήταν δύσκολα χρόνια. Ωστόσο, υπήρχε μία...Και οξυμένα τα πάθη βέβαια, όσο πιο πίσω πήγαινες, ειδικά τα πολιτικά, οξυμένα.

Και εγώ είχα τραβήξει πράγματα στην οικογένειά μου, με τον πατέρα μου, εξαιτίας αυτών. Παρ' όλα αυτά, σαν να υπήρχε μία περίεργη αθωότητα τότε. Ή επειδή είναι τα νιάτα μου και τα νοσταλγώ, μπορεί να συμβαίνουν και τα δύο. Λίγο το ένα, λίγο το άλλο.

Αλλά σίγουρα θα έβγαζα την τεχνολογία από μέσα. Ή, τουλάχιστον, δεν θα την έδινα τόσο αφειδώς στον κόσμο, γιατί δεν αντέχω. Και δεν θα το αντέξει και ο κόσμος αυτό το πράγμα, συνέχεια, όλη μέρα.

Να είμαστε εμείς οι δύο δίπλα και ο καθένας να μιλάει μέσα στο κινητό. Είχε γράψει η Δημητρούλα ένα πολύ ωραίο κείμενο, σαν σκετς. Ήταν δύο, με τον Αρη, στον ναό του Ποσειδώνα, και είχαν πάει για την πανσέληνο. Και την κοιτούσαν μέσα από το κινητό.

Πολλά χρόνια πριν. Και την κοιτούσαν μέσα από το τηλέφωνο. Και δεν την κοίταξαν ποτέ ζωντανά.

Γι' αυτό θα μας γύριζα λίγο πίσω.

Οι γονείς σου έχεις πει ότι ήταν λίγο άλλη «φάση» από σένα. Σε βοήθησαν όμως να προχωρήσεις ή σε δυσκόλεψαν στην πορεία σου;

Σπύρος Παπαδόπουλος: Οι γονείς μου ήταν δύο άνθρωποι του Δημοτικού και η μητέρα μου δεν είχε τελειώσει ολόκληρο το Δημοτικό.

Δύο, όμως, πολύ καλοί άνθρωποι. Πολύ στοργικοί άνθρωποι, που αγαπιόντουσαν και μεταξύ τους και αγαπούσαν κι εμένα. Δηλαδή, ενώ ζούσαμε πάρα πολύ δύσκολα για πολλούς λόγους, κυρίως οικονομικούς και πολιτικούς, όπως είπα προηγουμένως, δεν άκουσα ποτέ μια γκρίνια στο σπίτι, ότι είμαστε φτωχοί, ότι δεν έχουμε λεφτά.

Υπήρχε μία παλικαριά, ότι δεν θα το πάρουμε αυτό γιατί δεν μπορούμε να το πάρουμε, αλλά δεν το λέγαμε κιόλας. Δεν είχαν να μου δώσουν εφόδια οι άνθρωποι για το μέλλον, για το τι να κάνω. Ο πατέρας μου μού έλεγε να γίνω ένας καλός άνθρωπος και να αγαπώ τους φίλους, να έχω φίλους και να τους αγαπάω.

Μέχρι εκεί μπορώ να σας πω. Και αυτό το κράτησα, βέβαια.

Και γι' αυτό συνηθίζω να λέω ότι, ενώ είχα δύο πολύ στοργικούς γονείς, εγώ θεωρώ ότι με μεγάλωσαν οι φίλοι μου. Επειδή από μικρό παιδί είχα φίλους. Και με μεγάλωσαν οι φίλοι μου.

Δηλαδή, ένας φίλος μου μού πρωτοέδειξε ότι υπάρχει το εξωσχολικό διάβασμα. Ένας φίλος μου, για πρώτη φορά, με πήγε να δούμε μια συναυλία.

Κάπως έτσι.