Νόλαν, η Ωραία Ελένη και ο Όμηρος: Τι λένε δύο κορυφαίοι φιλόλογοι για το ζήτημα της «Οδύσσειας»
Σκηνή από την ταινία.
Universal.Η αναπληρώτρια καθηγήτρια Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας του ΕΚΠΑ Ευγενία Μακρυγιάννη και ο καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας Χρήστος Κ. Τσαγγάλης καταθέτουν τις απόψεις τους, φωτίζοντας διαφορετικές όψεις ενός ζητήματος που ξεπερνά κατά πολύ μία κινηματογραφική επιλογή. Η επιλογή του Κρίστοφερ Νόλαν να αναθέσει τον ρόλο της Ωραίας Ελένης σε μαύρη ηθοποιό πριν ακόμη προβληθεί η νέα του «Οδύσσεια» άναψε φωτιές στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και στον δημόσιο διάλογο. Είναι όμως η αντιπαράθεση αυτή πραγματικά φιλολογική ή αποκαλύπτει περισσότερο τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε σήμερα τα μεγάλα κλασικά έργα;
«Οι αρχαίοι ελληνικοί μύθοι εξακολουθούν να γοητεύουν γιατί περιέχουν πανανθρώπινα και διαχρονικά χαρακτηριστικά», παρατηρεί η Ευγενία Μακρυγιάννη.
Από διαφορετική αφετηρία, ο Χρήστος Κ. Τσαγγάλης υπενθυμίζει ότι «η ιστορία της πρόσληψης του Ομήρου δείχνει πως κάθε εποχή αναπλάθει τους ήρωές του σύμφωνα με τις δικές της αξίες».
Δύο φράσεις που μοιάζουν να συνοψίζουν τη σημερινή συζήτηση γύρω από τη νέα κινηματογραφική μεταφορά της «Οδύσσειας» από τον Κρίστοφερ Νόλαν.
Η ανακοίνωση του καστ της πολυαναμενόμενης παραγωγής προκάλεσε έντονες αντιδράσεις πολύ πριν κυκλοφορήσει η πρώτη ολοκληρωμένη εικόνα της ταινίας. Επίκεντρο βρέθηκε η επιλογή μαύρης ηθοποιού για τον ρόλο της Ωραίας Ελένης, αναζωπυρώνοντας μια παλιά αντιπαράθεση: πόση ελευθερία διαθέτει ένας δημιουργός όταν μεταφέρει ένα κλασικό έργο και πού αρχίζει η ευθύνη απέναντι στην ιστορία, τον μύθο και την πολιτισμική μνήμη;
Για τους δύο πανεπιστημιακούς, πάντως, το ζήτημα είναι πολύ βαθύτερο από μια επιλογή casting.
Η Ευγενία Μακρυγιάννη υπενθυμίζει ότι η ίδια η μορφή της Ελένης δεν υπήρξε ποτέ μονοδιάστατη. Ήδη από την αρχαιότητα, διαφορετικοί ποιητές και συγγραφείς παρουσίαζαν εντελώς διαφορετικές εκδοχές της πιο διάσημης γυναίκας της ελληνικής μυθολογίας.
Από τον Στησίχορο και τη Σαπφώ μέχρι τον Ευριπίδη, τον Σεφέρη, τον Ρίτσο και δεκάδες ακόμη δημιουργούς, η Ελένη μεταμορφώνεται διαρκώς, αποκτώντας κάθε φορά νέα χαρακτηριστικά, νέες διαστάσεις και διαφορετικούς συμβολισμούς.
Αυτή ακριβώς η διαχρονική ικανότητα του μύθου να ανανεώνεται, εξηγεί, αποτελεί και τον λόγο που εξακολουθεί να εμπνέει καλλιτέχνες σε ολόκληρο τον κόσμο.
Την ίδια στιγμή, όμως, διαπιστώνει πως οι σύγχρονες καλλιτεχνικές προσεγγίσεις μετατρέπονται όλο και συχνότερα σε πεδίο ιδεολογικών συγκρούσεων.
«Οι αντιπαραθέσεις θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε γόνιμες συζητήσεις», σημειώνει η Ευγενία Μακρυγιάννη. «Πολλές φορές όμως καταλήγουν να βασίζονται σε παρερμηνείες ή παρεξηγήσεις.»
Για την ίδια, το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τους δημιουργούς, αλλά και το κοινό. Αναρωτιέται αν έχουμε μάθει πραγματικά να παρακολουθούμε ένα έργο τέχνης χωρίς να απαιτούμε να επιβεβαιώνει εξαρχής τις δικές μας βεβαιότητες.
«Πότε θα ωριμάσουμε ως θεατές; Πότε θα είμαστε έτοιμοι να εξετάσουμε το ενδεχόμενο ότι ακόμη και κάτι που αρχικά μας ξενίζει μπορεί να έχει κάτι ουσιαστικό να μας πει;»
Στο ίδιο θέμα στέκεται, από διαφορετική σκοπιά, ο Χρήστος Κ. Τσαγγάλης.
Κατά την άποψή του, η μεγαλύτερη αδυναμία της δημόσιας συζήτησης είναι ότι έχει μετατοπιστεί σχεδόν αποκλειστικά σε ζητήματα ταυτότητας και εκπροσώπησης, αφήνοντας στο περιθώριο το ίδιο το έργο του Ομήρου.
«Γιατί», διερωτάται, «συζητάμε περισσότερο για τη φυλή των ηθοποιών παρά για την έννοια του νόστου; Γιατί δεν μας απασχολεί η Πηνελόπη ως σύμβολο πίστης και ευφυΐας ή ο Οδυσσέας ως άνθρωπος της μνήμης, της επινόησης και της επιβίωσης;»
Για τον ίδιο, τα μέσα ενημέρωσης ευνοούν αναπόφευκτα την άμεση αντιπαράθεση και τον στιγμιαίο εντυπωσιασμό.

Ο Χρηστος Κ. Τσάγγαλης.
«Ο Όμηρος, όμως, απαιτεί αργή ανάγνωση, υπομονή και ερμηνεία», επισημαίνει.
Η συζήτηση, όπως λέει, αποκτά ακόμη πιο προβληματική διάσταση όταν διαμορφώνονται κατηγορηματικές απόψεις για μια ταινία που κανείς δεν έχει ακόμη παρακολουθήσει.
«Με ένα trailer μπορεί κανείς να σχηματίσει προσδοκίες. Δεν μπορεί όμως να διαμορφώσει ολοκληρωμένη κρίση.»
Για τον καθηγητή, το πρόβλημα δεν είναι τελικά τι θα κάνει ο Νόλαν με τον Όμηρο, αλλά τι κάνουμε εμείς με τον Όμηρο πριν ακόμη δούμε τι έκανε ο Νόλαν.
Η συζήτηση οδηγείται αναπόφευκτα στην ίδια την Ωραία Ελένη. Πόσα γνωρίζουμε πραγματικά για την εμφάνισή της μέσα στα ομηρικά έπη;
Η Ευγενία Μακρυγιάννη απαντά ότι γνωρίζουμε πολύ λιγότερα απ' όσα συνήθως πιστεύουμε.
Ο Όμηρος, εξηγεί, αποφεύγει τις αναλυτικές περιγραφές. Αντί για συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, χρησιμοποιεί τα γνωστά τυπικά επίθετα της επικής ποίησης. Η Ελένη είναι «λευκώλενος», «καλλιπάρῃος», «καλλίκομος», «τανύπεπλος» — χαρακτηρισμοί που δεν χρησιμοποιούνται αποκλειστικά γι' αυτήν αλλά αποδίδονται και σε θεές ή άλλες γυναίκες της αριστοκρατίας.

Lupita Nyong'o.
InvisionΜε άλλα λόγια, ο ποιητής αφήνει σημαντικό χώρο στη φαντασία του αναγνώστη.
«Ο καθένας μπορεί να πλάσει τη δική του εικόνα για την Ωραία Ελένη», σημειώνει χαρακτηριστικά.
Και ακριβώς επειδή η λογοτεχνία αφήνει αυτό το περιθώριο, θεωρεί ότι και οι σύγχρονοι καλλιτέχνες έχουν δικαίωμα να δημιουργήσουν τη δική τους εκδοχή, ακόμη κι αν αυτή αποκλίνει από την αρχική παράδοση, αρκεί να υπηρετεί έναν ουσιαστικό καλλιτεχνικό σκοπό.
«Η τέχνη δεν δεσμεύεται απόλυτα ούτε από τη φιλολογική ούτε από την ιστορική αυστηρότητα. Δημιουργεί νέους κόσμους.»
Η θέση αυτή, ωστόσο, δεν ταυτίζεται απόλυτα με εκείνη του Χρήστου Κ. Τσαγγάλη. Ο καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας δεν αμφισβητεί το δικαίωμα κάθε δημιουργού να προσεγγίζει εκ νέου ένα κλασικό έργο, επιμένει όμως ότι κάθε καλλιτεχνική ανατροπή οφείλει να συνοδεύεται από μια σαφή ερμηνευτική πρόταση.
«Το ζήτημα δεν είναι αν επιτρέπεται κάτι», σημειώνει. «Το ζήτημα είναι τι υπηρετεί.»
Ο ίδιος υπενθυμίζει ότι τα ομηρικά έπη γράφτηκαν μέσα σε έναν συγκεκριμένο ιστορικό, γεωγραφικό και πολιτισμικό ορίζοντα. Οι αναφορές στην καταγωγή, στην εμφάνιση και στα χαρακτηριστικά των ηρώων δεν είναι, όπως λέει, τυχαίες ούτε ουδέτερες.

Προτομή του Ομήρου, συλλογή Φαρνέζε (Νάπολη)
Wikipedia CommonsΑναφερόμενος ειδικά στην Ωραία Ελένη, επισημαίνει ότι ο Όμηρος χρησιμοποιεί το επίθετο «λευκώλενος» – δηλαδή «με λευκά χέρια» ή «λευκά μπράτσα» –, στοιχείο που εντάσσεται στο αισθητικό ιδεώδες της εποχής. Για τον ίδιο, αυτό δεν σημαίνει ότι οι σύγχρονοι δημιουργοί απαγορεύεται να αποκλίνουν από το πρωτότυπο, αλλά ότι κάθε τέτοια επιλογή πρέπει να παράγει νέο νόημα και όχι απλώς δημόσιο θόρυβο.
«Αν παρουσιάσουμε την Ελένη ως μαύρη, ποια συγκεκριμένη ερμηνεία της "Οδύσσειας" υπηρετεί αυτή η επιλογή;» διερωτάται. «Αν η απάντηση είναι απλώς η ορατότητα ή ένας συμβολισμός εκπροσώπησης, τότε έχουμε μετακινηθεί από την ερμηνεία προς την πολιτισμική πολιτική.»
Στο σημείο αυτό οι δύο πανεπιστημιακοί δεν συγκρούονται τόσο όσο φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Η Ευγενία Μακρυγιάννη υπερασπίζεται την ελευθερία της τέχνης, ενώ ο Χρήστος Κ. Τσαγγάλης υπενθυμίζει την ευθύνη που συνοδεύει αυτή την ελευθερία.
Η πρώτη θεωρεί ότι ένας σύγχρονος δημιουργός μπορεί να αναπλάσει τον μύθο ακόμη και με ριζικά διαφορετικούς όρους, εφόσον αυτό εντάσσεται οργανικά στον κόσμο που δημιουργεί. Ο δεύτερος ζητά αυτή η ανάπλαση να μην εξαντλείται σε μια εντυπωσιακή χειρονομία, αλλά να συνομιλεί ουσιαστικά με το ίδιο το ομηρικό κείμενο.

Η Ευγενία Μακρυγιάννη.
Η συζήτηση, άλλωστε, δεν αφορά μόνο την Ωραία Ελένη.
Ο Χρήστος Κ. Τσαγγάλης θυμίζει ότι η ιστορία του κινηματογράφου βρίθει διαφορετικών προσεγγίσεων της «Οδύσσειας». Από την υπερπαραγωγή του Μάριο Καμερίνι το 1954, με τον Κερκ Ντάγκλας στον ρόλο του Οδυσσέα, μέχρι την τηλεοπτική μεταφορά του Φράνκο Ρόσι, την αμερικανική παραγωγή του 1997 και την πρόσφατη ταινία «The Return», κάθε δημιουργός διάβασε τον Όμηρο διαφορετικά.
Άλλοτε το ενδιαφέρον στρεφόταν στον Κύκλωπα, στις Σειρήνες και στην Κίρκη. Άλλοτε στην Ιθάκη, στην οικογένεια, στον νόστο και στο τραύμα του πολέμου.
Κατά τον ίδιο, η νέα ταινία του Κρίστοφερ Νόλαν φαίνεται –τουλάχιστον από το υλικό που έχει δημοσιοποιηθεί μέχρι σήμερα– να επιστρέφει στην αισθητική της μεγάλης κινηματογραφικής υπερπαραγωγής, αξιοποιώντας τις δυνατότητες της τεχνολογίας IMAX. Ωστόσο, σπεύδει να ξεκαθαρίσει ότι οποιαδήποτε ουσιαστική αξιολόγηση είναι σήμερα πρόωρη.
«Δεν έχουμε δει την ταινία», υπογραμμίζει. «Με τα trailers μπορούμε να σχηματίσουμε προσδοκίες, όχι όμως να διατυπώσουμε τεκμηριωμένη κριτική.»
Στην πραγματικότητα, αυτό είναι ίσως το σημείο όπου οι δύο ακαδημαϊκοί συναντώνται περισσότερο.
Και οι δύο απορρίπτουν τη λογική της βιαστικής καταδίκης.
Η Ευγενία Μακρυγιάννη θεωρεί ότι ο θεατής οφείλει να είναι ανοιχτός απέναντι σε νέες αναγνώσεις, ακόμη κι όταν αυτές αρχικά μοιάζουν ξένες ή προκλητικές.
Ο Χρήστος Κ. Τσαγγάλης, από την άλλη, επισημαίνει ότι η δημόσια συζήτηση κινδυνεύει να μετατραπεί σε έναν μηχανισμό αντανακλαστικών, όπου η γνώμη προηγείται της γνώσης.
«Αν μάθουμε να κρίνουμε πριν δούμε, να αποφασίζουμε πριν κατανοήσουμε και να αντιδρούμε πριν σκεφτούμε, τότε η δημόσια συζήτηση παύει να αναζητά την ουσία και αναζητά απλώς το ερέθισμα.»
Η παρατήρηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα στη σημερινή εποχή των κοινωνικών δικτύων, όπου λίγα δευτερόλεπτα από ένα trailer αρκούν για να δημιουργήσουν παγκόσμιες αντιπαραθέσεις, πολύ πριν το κοινό αποκτήσει ολοκληρωμένη εικόνα του έργου.
Παράλληλα, η Ευγενία Μακρυγιάννη υπενθυμίζει ότι η σχέση των σύγχρονων Ελλήνων με την αρχαιότητα παραμένει συχνά αντιφατική.
Όπως επισημαίνει, πολλές φορές χρησιμοποιούμε το αρχαίο παρελθόν είτε ως απόδειξη εθνικής ανωτερότητας είτε ως επιχείρημα ότι η ελληνική πολιτιστική κληρονομιά βρίσκεται διαρκώς υπό απειλή. Πρόκειται, κατά την ίδια, για μια στάση που δεν βοηθά ούτε την αυτογνωσία ούτε τη δημιουργική αξιοποίηση της ιστορίας.
«Ο αρχαίος κόσμος μπορεί να μας κάνει υπερήφανους», τονίζει, «αλλά μόνο αν αποτελέσει αφετηρία δημιουργικής πορείας προς το μέλλον και όχι αιτία διαρκούς αυτάρκειας απέναντι στο ένδοξο παρελθόν.»
Ίσως τελικά αυτή να είναι και η μεγαλύτερη αξία της σημερινής συζήτησης.
Όχι το αν η Ωραία Ελένη θα έχει το ένα ή το άλλο χρώμα δέρματος στη νέα ταινία του Κρίστοφερ Νόλαν, αλλά το γεγονός ότι, σχεδόν τρεις χιλιάδες χρόνια μετά τη σύνθεση των ομηρικών επών, εξακολουθούμε να επιστρέφουμε στον Όμηρο αναζητώντας απαντήσεις για ζητήματα που απασχολούν κάθε εποχή.

Η Ωραία Ελένη στην ταινία του Νόλαν.
UniversalΟ ένας πανεπιστημιακός υπενθυμίζει ότι η τέχνη οφείλει να είναι ελεύθερη να δημιουργεί νέους κόσμους. Ο άλλος ότι η ελευθερία αυτή αποκτά πραγματικό νόημα μόνο όταν συνοδεύεται από γνώση, ερμηνεία και σεβασμό προς το ίδιο το έργο.
Και οι δύο, όμως, συμφωνούν σε ένα θεμελιώδες σημείο: η αξία του Ομήρου δεν εξαντλείται στις εκάστοτε ιδεολογικές αντιπαραθέσεις.
Είναι η διαχρονική δύναμη ενός έργου που εξακολουθεί να γεννά νέες αναγνώσεις χωρίς να χάνει ποτέ την ουσία του.
Ίσως γι' αυτό, όπως παρατηρεί ο Χρήστος Κ. Τσαγγάλης, ο Γάλλος συγγραφέας Σαρλ Πεγκύ είχε δίκιο όταν έγραφε πως «ο Όμηρος είναι καινούριος σήμερα το πρωί, ενώ τίποτα δεν είναι τόσο παλιό όσο η σημερινή εφημερίδα».
Και ίσως γι' αυτό, συμπληρώνει έμμεσα η Ευγενία Μακρυγιάννη, κάθε νέα γενιά θα συνεχίσει να δημιουργεί τη δική της Ελένη, αρκεί να μη σταματήσει ποτέ να επιστρέφει και στην αυθεντική.
ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ
Γιατί η «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν έχει προκαλέσει τόσο μεγάλες αντιδράσεις
Σε ιστορικό σινεμά του Λος Άντζελες η «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν
Σχεδόν 3.000 νεκροί από τον διπλό σεισμό στη Βενεζουέλα - Πάνω από 16.000 άνθρωποι έμειναν άστεγοι
09:20
Ακρίβεια, ΔΕΘ, Ταμείο Ανάκαμψης: Οι προτεραιότητες της κυβέρνησης για τον Σεπτέμβριο
09:11
Επιστήμονες ανακάλυψαν ένα μαθηματικό κόλπο που βρίσκει το 99% των λέξεων στο Wordle
09:00
Τοξικό νέφος 20 χλμ. από την φωτιά στο Ωραιόκαστρο - Βελτιωμένη εικόνα, συνεχίζεται η «μάχη»
08:50