CULTURE

Μπέτυ Βαλάση: Η θρυλική Λωξάντρα και ο γάμος της με τον Τίτο Βανδή

Μπέτυ Βαλάση: Η θρυλική Λωξάντρα και ο γάμος της με τον Τίτο Βανδή
INTIME NEWS

Η Μπέτυ Βαλάση, η ηθοποιός που έδωσε ζωή σε μία από τις πιο αγαπημένες ηρωίδες της ελληνικής τηλεόρασης έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 89 ετών. Η δύσκολη παιδική ηλικία, η μεγάλη θεατρική διαδρομή, ο έρωτας με τον Τίτο Βανδή και η ερμηνεία που την έκανε αθάνατη στη μνήμη του κοινού.

Η Μπέτυ Βαλάση υπήρξε μία από τις χαρακτηριστικότερες φυσιογνωμίες του ελληνικού θεάτρου και της τηλεόρασης. Για εκατομμύρια τηλεθεατές, ωστόσο, το όνομά της θα είναι για πάντα συνδεδεμένο με τη «Λωξάντρα», την πληθωρική, δυναμική και καλόκαρδη Πολίτισσα που μετέφερε στη μικρή οθόνη τη ζωή, τις παραδόσεις και τις γεύσεις του ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης.

Η σπουδαία ηθοποιός έφυγε από τη ζωή την Πέμπτη 15 Οκτωβρίου, σε ηλικία 89 ετών, αφήνοντας πίσω της μια σημαντική καλλιτεχνική διαδρομή, αλλά και την ανάμνηση μιας γυναίκας με έντονη προσωπικότητα, κοινωνική δράση και βαθιά αφοσίωση στην τέχνη της.

Πίσω από τη θρυλική τηλεοπτική ηρωίδα βρισκόταν μια γυναίκα που γνώρισε από νωρίς τις δυσκολίες της ζωής, διεκδίκησε τη θέση της στο θέατρο και έζησε έναν μεγάλο έρωτα με τον επίσης σπουδαίο ηθοποιό Τίτο Βανδή, με τον οποίο μοιράστηκε σχεδόν δύο δεκαετίες κοινής ζωής.

Από τη Θεσσαλονίκη και την προσφυγική οικογένεια στο θέατρο

Η Μπέτυ Βαλάση γεννήθηκε στις 10 Ιανουαρίου 1937 στη Θεσσαλονίκη, από γονείς πρόσφυγες της Μικράς Ασίας. Το πραγματικό της όνομα ήταν Δέσπω, όμως η μητέρα της άρχισε να τη φωνάζει Μπέτυ, ένα όνομα που τελικά υιοθέτησε και στην καλλιτεχνική της πορεία.

Τα παιδικά της χρόνια σημαδεύτηκαν από τον χωρισμό των γονιών της. Ο πατέρας της ζούσε στην Κατερίνη, όπου ασχολούνταν με την παραγωγή καπνού, ενώ η μητέρα της είχε εγκατασταθεί στην Αθήνα. Η μικρή Μπέτυ μεγάλωσε ανάμεσα στις δύο πόλεις, πραγματοποιώντας συχνά ταξίδια με το τρένο.

Αργότερα φοίτησε στο 5ο Γυμνάσιο Εξαρχείων και αποφάσισε να ακολουθήσει τον δρόμο της υποκριτικής.

Στη θεατρική της εκπαίδευση είχε την ευκαιρία να μαθητεύσει κοντά σε σημαντικές προσωπικότητες, όπως η Κατίνα Παξινού, ο Άγγελος Τερζάκης, ο Αιμίλιος Χουρμούζιος και ο Σωκράτης Καραντινός.

Η πρώτη της θεατρική εμφάνιση πραγματοποιήθηκε το 1961, στο θέατρο Καλουτά, στην παράσταση «Οδύσσεια» του Μανώλη Σκουλούδη, όπου ερμήνευσε την Παλλάδα Αθηνά, σε μια παραγωγή στην οποία συμμετείχαν ο Κάρολος Κουν και η Μαίρη Αρώνη.

Ακολούθησε μια πολυετής διαδρομή στο θέατρο, αλλά και στον κινηματογράφο, με συνεργασίες με σημαντικούς σκηνοθέτες, μεταξύ των οποίων ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, ο Νίκος Κούνδουρος, ο Μιχάλης Κακογιάννης, ο Ζυλ Ντασσέν και ο Γιάννης Δαλιανίδης.

Η «Λωξάντρα» που έγραψε τηλεοπτική ιστορία

Το 1980 ήρθε ο ρόλος που έμελλε να καθορίσει τη δημόσια εικόνα της και να την καταστήσει μία από τις πιο αγαπημένες ηθοποιούς της ελληνικής τηλεόρασης.

Η «Λωξάντρα», βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Μαρίας Ιορδανίδου, σε σενάριο Χρήστου Δοξαρά και σκηνοθεσία Γρηγόρη Γρηγορίου, μετέφερε τους τηλεθεατές στην Κωνσταντινούπολη των Ελλήνων, πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Στο επίκεντρο βρισκόταν μια γυναίκα που κρατούσε ενωμένη την οικογένειά της, με το φαγητό, τη φροντίδα, το χιούμορ και τον δυναμικό της χαρακτήρα.

Η Μπέτυ Βαλάση δεν περιορίστηκε στην απλή απόδοση του ρόλου. Κατάφερε να ενσαρκώσει την ηρωίδα με τέτοια φυσικότητα, ώστε η μορφή της να ταυτιστεί με τη Λωξάντρα στη συνείδηση των τηλεθεατών.

Η επιλογή της, πάντως, δεν ήταν αυτονόητη. Για τον πρωταγωνιστικό ρόλο είχαν εξεταστεί και άλλα γνωστά ονόματα, ενώ η συμμετοχή της Βαλάση είχε προκαλέσει αρχικά αντιρρήσεις, καθώς δεν ήταν ακόμη ευρέως αναγνωρίσιμη στο τηλεοπτικό κοινό.

Η ίδια είχε αποκαλύψει σε συνέντευξή της στην ΕΡΤ ότι διεκδίκησε προσωπικά τον ρόλο:

«Δεν μου τον πρότειναν, εγώ τους έκανα την πρόταση».

Και περιγράφοντας τη σχέση της με την ηρωίδα είχε εξομολογηθεί:

«Ήταν ένας ρόλος που πραγματικά αγάπησα και πραγματικά έδωσα την ψυχούλα μου».

Ο σκηνοθέτης Γρηγόρης Γρηγορίου είχε αναγνωρίσει τη μοναδικότητα της ερμηνείας της με μια χαρακτηριστική φράση:

«Λες και γεννήθηκε για να παίξει την Λωξάντρα».

Η σειρά ολοκληρώθηκε σε 30 επεισόδια και έμεινε στην ιστορία ως η τελευταία ασπρόμαυρη τηλεοπτική σειρά της ΕΡΤ. Αποτελεί, επίσης, μία από τις παλαιότερες ελληνικές τηλεοπτικές παραγωγές που διασώζονται ακέραιες στο αρχείο της δημόσιας τηλεόρασης.

Ο μεγάλος έρωτας και ο γάμος με τον Τίτο Βανδή

titos-vandis-mpeti-valasi.jpg

Σημαντικό κεφάλαιο της προσωπικής της ζωής αποτέλεσε η σχέση της με τον Τίτο Βανδή, έναν από τους πιο αναγνωρισμένους Έλληνες ηθοποιούς της γενιάς του, με καριέρα που είχε ξεπεράσει τα ελληνικά σύνορα.

Η γνωριμία τους έγινε στις αρχές της δεκαετίας του 1980, όταν η Μπέτυ Βαλάση αναζητούσε βοήθεια προκειμένου ο γιος της, Νικόλας-Χάρι Μινισσάλι, να συνεχίσει τις σπουδές του στη σκηνοθεσία στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μέσω κοινού γνωστού απευθύνθηκε στον Τίτο Βανδή, ο οποίος είχε ήδη αποκτήσει σημαντική επαγγελματική εμπειρία στην Αμερική.

Από αυτή την επαφή γεννήθηκε μια σχέση που εξελίχθηκε σε μεγάλο έρωτα.

Οι δύο ηθοποιοί παντρεύτηκαν το 1984 και παρέμειναν μαζί μέχρι τον θάνατο του Τίτου Βανδή, στις 23 Φεβρουαρίου 2003.

Η κοινή τους ζωή στηρίχθηκε όχι μόνο στην προσωπική τους σχέση, αλλά και στην αγάπη τους για το θέατρο, καθώς και σε κοινές κοινωνικές και πολιτικές αναφορές.

Συνεργάστηκαν, μάλιστα, και επί σκηνής. Ανάμεσα στις παραστάσεις που τους έφεραν κοντά καλλιτεχνικά ήταν το «Τζιν Γκέιμ» του Ντόναλντ Κόμπερν, ενώ η Μπέτυ Βαλάση είχε αναλάβει τη σκηνοθεσία του Βανδή στον θεατρικό μονόλογο «Κλάρενς Ντάροου», στο θέατρο Βίλκα της Θεσσαλονίκης.

Ο Τίτος Βανδής είχε διαγράψει σημαντική πορεία τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, με συμμετοχές σε κινηματογραφικές παραγωγές και θεατρικές παραστάσεις, ακόμη και στο Μπρόντγουεϊ.

Για την Μπέτυ Βαλάση, ο θάνατός του το 2003 σήμανε το τέλος μιας σχέσης που είχε συνδυάσει τον έρωτα με τη συντροφικότητα και την κοινή καλλιτεχνική δημιουργία.

Η κοινωνική της δράση

20ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΚΚΕ (EUROKINISSI/ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ)

Η Μπέτι Βαλάσση, με τον Δημήτρη Κουτσούμπα, στις εργασίες του 20ου Συνεδρίου του ΚΚΕ

EUROKINISSI/ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ

Η Μπέτυ Βαλάση, ωστόσο, δεν περιορίστηκε στην καλλιτεχνική της δραστηριότητα.

Είχε ενεργή παρουσία στους κοινωνικούς και συνδικαλιστικούς αγώνες των ηθοποιών, ενώ διατηρούσε στενή και διαχρονική σχέση με το ΚΚΕ. Υπήρξε υποψήφια βουλευτής του κόμματος και εκλεγμένη δημοτική σύμβουλος στον Δήμο Αθηναίων.

Η πολιτική και κοινωνική της δραστηριότητα αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της προσωπικότητάς της, καθώς αντιμετώπιζε την τέχνη ως πεδίο έκφρασης, αλλά και κοινωνικής παρέμβασης.

Στη ζωή της Μπέτυς Βαλάση ξεχωριστή θέση κατείχε και η φιλία της με τη Μελίνα Μερκούρη.

Η πρώτη τους συνάντηση είχε γίνει πολύ πριν η Βαλάση γίνει γνωστή ηθοποιός. Όπως είχε αφηγηθεί η ίδια το 2014, ήταν ακόμη μαθήτρια όταν, περνώντας με τις φίλες της από την οδό Καλλιδρομίου, βρέθηκε μπροστά στα γυρίσματα της ταινίας «Στέλλα».

Εκεί αντίκρισε τη Μελίνα Μερκούρη, την οποία θαύμαζε. Χρόνια αργότερα, οι δύο γυναίκες θα συναντιούνταν ξανά στον καλλιτεχνικό χώρο και θα ανέπτυσσαν μια στενή φιλική σχέση.

Τα τελευταία χρόνια και το αντίο στη μεγάλη ηθοποιό

bety valassi

Η Μπέτυ Βαλάση φιλοξενούμενη στο «Σπίτι του Αγωνιστή»

ΤΑΤΙΑΝΑ ΜΠΟΛΑΡΗ/EUROKINISSI

Τα τελευταία χρόνια της ζωής της, η Μπέτυ Βαλάση αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας και φιλοξενούνταν στο «Σπίτι του Αγωνιστή», όπου πέρασε περίπου τεσσεράμισι χρόνια.

Η είδηση του θανάτου της προκάλεσε συγκίνηση στον καλλιτεχνικό κόσμο. Το ΚΚΕ, αποχαιρετώντας την, αναφέρθηκε τόσο στη σπουδαία καλλιτεχνική της πορεία όσο και στο ήθος, τη γενναιοδωρία και την αγωνιστική της στάση.

Η πολιτική κηδεία της έχει προγραμματιστεί για τη Δευτέρα 19 Οκτωβρίου, στις 11:30, στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών.

Η Μπέτυ Βαλάση αφήνει πίσω της δεκαετίες θεατρικής δημιουργίας, κινηματογραφικές συμμετοχές και μια ερμηνεία που ξεπέρασε τα όρια της τηλεοπτικής επιτυχίας.

Για το ελληνικό κοινό θα παραμείνει πρωτίστως η Λωξάντρα. Η γυναίκα που μέσα από τις οικογενειακές ιστορίες, τις μυρωδιές της πολίτικης κουζίνας και τις αναμνήσεις μιας άλλης εποχής κατάφερε να γίνει οικεία σε γενιές τηλεθεατών.

Και αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη παρακαταθήκη της: ότι έδωσε σε έναν λογοτεχνικό χαρακτήρα πρόσωπο, φωνή και παρουσία που δύσκολα θα ξεχαστούν.