Ανεξάρτητα από το πόσα βραβεία θα πάρει και πόσο θα εκτιμηθει από τις αρμόδιες Ακαδημίες και τα λοιπά, το  «Πράσινο Βιβλίο» έχει κερδίσει ήδη ένα στοίχημα: Ο Βίγκο Μόρτενσεν και ο Μαχερσάλα Αλί, με τις ιδιοφείς ερμηνείες τους, αποδομησαν πλήρως το ρατσισμό«αντιστρέφοντας» τους ρόλους των χαρακτήρων τους και καταδεικνύοντας το αυτονόητο: Όλοι, κάτω από χρώμα, μόρφωση, καταγωγή, φύλο, ή κοινωνικό στάτους, είμαστε άνθρωποι.

Έβλεπα σε ένα βίντεο το Βίγκο Μόρτενσεν να δίνει συνεντεύξεις σε πολλές διαφορετικές γλώσσες, για την ακρίβεια 7: αγγλικά, δανέζικα, γαλλικά, ιταλικά, ισπανικά, καταλανικά και αραβικά. Ίσως μιλάει κι άλλες, αλλά η αλήθεια είναι ότι χρειάζεται κάτι παραπάνω από καλή γνώση της ιταλικής γλώσσας για να παίξεις με απόλυτη πειστικότητα έναν ιταλικής καταγωγής Αμερικανό από το Μπρονξ, της δεκαετίας του ’60. Ειδικά εάν είσαι Δανός... Γενικά, ότι κι αν είσαι, χρειάζεται πολλά περισσότερα από λίγα ιταλικά για να παίξει κανείς όπως έπαιξε ο Μόρτενσεν στο «Πράσινο Βιβλίο».

Και προφανώς τα έχει.

Ο Νικ Βαλελόνγκα, ο άνθρωπος που έγραψε το σενάριο της ταινίας -το οποίο είναι βασισμένο στην αληθινή σχέση του πατέρα του με έναν μαύρο μουσικό, τον Ντοκ Σίρλεϊ- χαρακτήρισε τον Μόρτενσεν ως «τον Μάρλον Μπράντο της γενιάς μας», αναφερόμενος στον πειστικό τρόπο με τον οποίο και ο Μπράντο, Ιρλανδός στην καταγωγή, έπαιξε τον Ιταλό.

Εντάξει, δεν είναι οι πρώτοι. Δεν είναι εκεί. Δεν είναι ικανότητα να μπαίνεις σε μια άλλη εθνικότητα. Δεν είναι πουθενά συγκεκριμένα. Η κινηματογραφική μαγεία του Μόρτενσεν στο «Πράσινο Βιβλίο», είναι στο γεγονός ότι ο ίδιος και ο Μαχερσάλα Αλί είναι οι δύο βασικοί λόγοι που κάνουν μια κατά τα άλλα απλώς συμπαθητική ταινία, ένα μικρό αριστούργημα.

 

Ο Μόρτενσεν δίνει χωρίς αμφιβολία την παράσταση της -μέχρι τώρα- καριέρας του. Γίνεται ο ρόλος του, είναι πολύ δύσκολο για το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας να πιστέψεις ότι ο άνθρωπος που υποδύεται τον αμόρφωτο, άξεστο, απλοϊκό και μονομανιακό με το φαγητό Ιταλό, είναι στην πραγματικότητα ένας ιδιαίτερα ευφυής άνθρωπος, που μιλάει τόσες γλώσσες, γράφει μουσική και ποιήματα και επένδυσε τα χρήματα που έβγαλε από τον «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών» σε έναν μικρό εκδοτικό οίκο.   

Κι όμως, υπάρχουν στιγμές που η ευφυία του Μόρτενσεν «δραπετεύει» και γίνεται ολοφάνερη στον τρόπο που ο χαρακτήρας του επικοινωνεί με τον χαρακτήρα του Αλί, στον τρόπο που βρίσκουν «κοινό τόπο», στον τρόπο που του αναστρέφει τα επιχειρήματα, στον τρόπο που πολύ σύντομα αντιλαμβάνεται αυτό που σε μας είναι αυτονόητο, αλλά στην Αμερική του 1962 ήταν περίπου επιστημονική φαντασία: Ότι όλοι οι άνθρωποι κάτω από το χρώμα του δέρματός τους, τις σεξουαλικές τους προτιμήσεις, τον τρόπο που μεγάλωσαν, τη μόρφωσή τους, ή ακόμα και την ευφυία τους, είναι κυρίως άνθρωποι...

7

Η σχέση του χαρακτήρα του Αλί και εκείνου του Μόρτενσεν, είναι ευφυής έτσι κι αλλιώς, όπως παρουσιάζεται στην ταινία. Ο ρατσισμός είναι πολυδιάστατος και «πάει κι έρχεται», σαν ένας αγώνας τένις, ανάμεσα στους δύο πρωταγωνιστές.

Ο ένας είναι μαύρος, στη χειρότερη εποχή και στον χειρότερο τόπο για να είναι κανείς μαύρος στη σύγχρονη ιστορία, τον αμερικανικό Νότο το 1962. Είναι, όμως μια ιδιοφυία, πλούσιος, επιτυχημένος μουσικός και με υπερβολικά αστικούς, στο όριο των αριστοκρατικών, τρόπους.

Ο άλλος είναι λευκός, ιταλικής καταγωγής, βασικής εκπαίδευσης και ακόμα πιο βασικής κοινωνικής συμπεριφοράς. Και φτωχός

Σνομπάρουν τρελά ο ένας τον άλλον. Είναι εξίσου ρατσιστές ο ένας απέναντι στον άλλον. Μέχρι τη στιγμή που αντιλαμβάνονται ότι ο ρατσισμός είναι ένας και δεν έχει απολύτως καμία σημασία από που προέρχεται και ποιον στοχοποιεί.

Κι αυτό τους ταρακουνάει, τους φέρνει τον έναν στη θέση του άλλου, τους αλλάζει… Είναι το ιδανικό σενάριο της ιδανικής κοινωνίας, που όμως «σκοντάφτει» ακριβώς στο στοιχείο που το κάνει πραγματοποιήσιμο: Την ευφυία των πρωταγωνιστών και τον τρόπο που ενσαρκώνουν τους χαρακτήρες τους. «Εγώ είμαι ο πραγματικος νέγρος», λέει κάποια στιγμή ο Μόρτενσεν/Βαλελόνγκα στον Αλί/Σίρλεϊ και το πιστεύει και το πιστεύεις κι εσύ και ξεσκεπάζει με μια φράση όλη τη σκευωρία του ρατσισμού: Σημασία έχει πώς ζεις και πώς σε αντιμετωπίζουν οι άλλοι και όχι ποιος είσαι. Ή μήπως το αντίθετο;

4 copy copy

Οι οικογένειες τόσο του Βαλελόνγκα όσο και του Ντοκ Σίρλεϊ διαμαρτυρήθηκαν για το σενάριο της ταινίας και μάλιστα έντονα. «Ήταν μια απλή σχέση εργοδότη-υπαλλήλου», είπαν οι δεύτεροι, προσπαθώντας να υποβαθμίσουν τη σχέση που σκηνοθέτησε ο Πίτερ Φάρελι. Οι πρώτοι, πάλι, μίλησαν για «πάρα πολλές ανακρίβειες».

Μπορεί να έχουν δίκιο. Ας έχει. Ο Φάρελι έφτιαξε κινηματογράφο. Και ο κινηματογράφος κάνει αυτήν ακριβώς τη δουλειά:

Μας επιτρέπει να ονειρευόμαστε ότι υπάρχει ένας καλύτερος κόσμος.

Διαβάστε επίσης