Γονιμοποίηση με δότη σπέρματος: Δεν μηδενίζεται πλήρως ο γενετικός κίνδυνος - Γενετίστρια εξηγεί
Κατεψυγμένο δείγμα σπέρματος σε εργαστήριο εξωσωματικής γονιμοποίησης στη Μελβούρνη της Αυστραλίας
AP Photo/Wong Maye-EΠόσο προστατευμένοι και θωρακισμένοι νοιώθουν οι γονείς, ή μία γυναίκα που αποφασίζει να λάβει σπέρμα από έναν δότη, προκειμένου να αποκτήσει ένα παιδί; Μπορούν οι γονείς να είναι σίγουροι ότι το σπέρμα αυτό είναι γενετικά υγιές και το παιδί που θα γεννηθεί δεν θα αντιμετωπίσει στο μέλλον κάποιο πρόβλημα κακοήθειας; Ελέγχονται προληπτικά και επαρκώς όλα τα γενετικά υλικά που βρίσκονται στις τράπεζες σπέρματος, αλλά και τα γονίδια και όλες οι πιθανές μεταλλάξεις; ή είναι μάλλον ουτοπικό αυτό;
Με αφορμή την πρόσφατη περίπτωση ενός Δανού δότη σπέρματος στον οποίο εντοπίστηκε μετά από έρευνα ένα προβληματικό γονίδιο το οποίο προκαλεί καρκινογένεση- το σπέρμα του οποίου βρίσκεται σε 7 κλινικές στην Ελλάδα σημειωτέον- το CNN Greece επικοινώνησε με την καθηγήτρια Βιολογίας Γενετικής- Νανοιατρικής με ειδικότητα εργαστηριακής γενετίστριας και μέλος της Εθνικής Αρχής Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής Μαρία Γαζούλη, για να συζητήσει μαζί της την υπόθεση αυτή, η οποία έχει προκαλέσει προβληματισμό και ανησυχία όπως είναι λογικό.
Όπως υποστηρίζει επιστημονικά η κυρία Γαζούλη, η γενετική μετάλλαξη που εντοπίστηκε εκ των υστέρων αφορά γονίδιο που σχετίζεται με αυξημένη προδιάθεση για καρκινογένεση και δεν ήταν παρούσα σε όλα τα σπερματοζωάρια, αλλά σε ποσοστό περίπου 20%. Πρόκειται δηλαδή για φαινόμενο γενετικού μωσαϊκισμού, το οποίο είναι εξαιρετικά δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να ανιχνευθεί με τους συνήθεις προληπτικούς γενετικούς ελέγχους.

Η καθηγήτρια Βιολογίας Γενετικής - Νανοιατρικής με ειδικότητα εργαστηριακής γενετίστριας και μέλος της Εθνικής Αρχής Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής Μαρία Γαζούλη
Στη συνέντευξη που ακολουθεί, η έμπειρη καθηγήτρια, αναλύει με τεκμηρίωση και σαφήνεια, τι ακριβώς έχει συμβεί, τι είναι το φαινόμενο του γενετικού μωσαϊκισμού, την ανάγκη να βασιζόμαστε στην επιστήμη και στην καθοδήγηση των ειδικών, ωστόσο όπως τονίζει, «η συγκεκριμένη υπόθεση αναδεικνύει ότι η γενετική δεν είναι δυαδική – «υγιές» ή «μη υγιές» – αλλά πολύ πιο σύνθετη, και ότι σπάνια βιολογικά φαινόμενα μπορούν να εμφανιστούν ακόμη και σε άτομα χωρίς κανένα κλινικό πρόβλημα».
Αναλυτικά η συνέντευξη της Μαρίας Γαζούλη
Κυρία Γαζούλη, πριν από μερικές εβδομάδες ακούσαμε για μία δυσάρεστη υπόθεση, η οποία έχει προβληματίσει όχι μόνο την επιστημονική κοινότητα, αλλά και τους πολίτες και ιδιαίτερα τους ανθρώπους που θέλουν να γίνουν γονείς. Ένας Δανός δότης σπέρματος ευρέθη μετά από έρευνα με ένα επικίνδυνο και προβληματικό γονίδιο, το οποίο προκαλεί καρκινογενέσεις. Μάλιστα, το σπέρμα αυτού του δότη, έχουν ήδη λάβει επτά κλινικές στην Ελλάδα. Οι Αρχές δεν απάντησαν σε αιτήματα για πρόσβαση σε πληροφορίες, επικαλούμενες ζητήματα νομικού απορρήτου. Ποια η θέση σας στην ιστορία αυτή, και πώς μπορεί να προστατευθεί ένας μελλοντικός γονιός αλλά και το ίδιο το παιδί που θα γεννηθεί, από γενετικές μεταλλάξεις;
Η συγκεκριμένη υπόθεση είναι πράγματι δύσκολη και εύλογα έχει προκαλέσει ανησυχία, τόσο στην επιστημονική κοινότητα όσο και στους ανθρώπους που βρίσκονται στη διαδικασία να αποκτήσουν παιδί. Είναι ωστόσο σημαντικό, να την προσεγγίσουμε με ψυχραιμία και επιστημονική ακρίβεια. Καταρχάς, πρέπει να διευκρινιστεί ότι κανένας γενετικός έλεγχος, όσο εκτενής κι αν είναι, δεν μπορεί να αποκλείσει το σύνολο των σπάνιων ή μεταγενέστερα αναγνωριζόμενων γενετικών μεταλλάξεων.
Στην περίπτωση του συγκεκριμένου δότη, είναι κρίσιμο να διευκρινιστεί ότι επρόκειτο για κλινικά υγιές άτομο, χωρίς προσωπικό ιστορικό νόσου κατά τον χρόνο της δωρεάς.
Η γενετική μετάλλαξη που εντοπίστηκε εκ των υστέρων αφορά γονίδιο που σχετίζεται με αυξημένη προδιάθεση για καρκινογένεση και, δεν ήταν παρούσα σε όλα τα σπερματοζωάρια, αλλά σε ποσοστό περίπου 20%. Πρόκειται δηλαδή για φαινόμενο γενετικού μωσαϊκισμού, το οποίο είναι εξαιρετικά δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να ανιχνευθεί με τους συνήθεις προληπτικούς γενετικούς ελέγχους. Κατά τον χρόνο της δωρεάς, δεν υπήρχε η επιστημονική ένδειξη που να δικαιολογεί στοχευμένο έλεγχο για ένα τέτοιο εύρημα. Συνεπώς, η συγκεκριμένη περίπτωση δεν υποδηλώνει αμέλεια, αλλά αναδεικνύει με σαφήνεια τα όρια της προληπτικής γενετικής και το γεγονός ότι ακόμη και οι πλέον αυστηροί έλεγχοι δεν μπορούν να αποκλείσουν σπάνια ή μωσαϊκά γενετικά συμβάντα. Οι τράπεζες σπέρματος και οι κλινικές λειτουργούν βάσει αυστηρών πρωτοκόλλων και ελέγχουν τους δότες για τα συχνότερα και κλινικά σημαντικά γενετικά νοσήματα. Ωστόσο, δεν είναι εφικτό να ελεγχθούν όλα τα γονίδια ή όλες οι πιθανές μεταλλάξεις, ιδιαίτερα όταν μιλάμε για σπάνιες καταστάσεις ή για γονίδια με ατελή διεισδυτικότητα, δηλαδή που δεν οδηγούν απαραίτητα σε νόσο σε όλους τους φορείς. Σε ό,τι αφορά την προστασία των μελλοντικών γονέων, καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει η σωστή ενημέρωση και η τεκμηριωμένη γενετική συμβουλευτική από εξειδικευμένους επαγγελματίες υγείας. Ο προγενετικός γενετικός έλεγχος φορέων, όταν πραγματοποιείται πριν από την εγκυμοσύνη ή την υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, μπορεί να μειώσει ουσιαστικά τον κίνδυνο σοβαρών κληρονομικών νοσημάτων, χωρίς ωστόσο να προσφέρει απόλυτη ασφάλεια.
Παράλληλα, η ύπαρξη εθνικών μητρώων, η ιχνηλασιμότητα του γενετικού υλικού και η δυνατότητα έγκαιρης ενημέρωσης των οικογενειών σε περίπτωση νέων επιστημονικών δεδομένων αποτελούν κρίσιμες δικλείδες προστασίας. Σε αυτό το πλαίσιο, έχει ιδιαίτερη σημασία το γεγονός ότι και στην Ελλάδα έχουν πλέον θεσμοθετηθεί επίσημα οι ειδικότητες της Ιατρικής Γενετικής και της Εργαστηριακής Γενετικής, ενισχύοντας την ποιότητα της γενετικής διάγνωσης, και της γενετικής συμβουλευτικής από ειδικευμένους επαγγελματίες υγείας.
Τέλος, τέτοιες υποθέσεις υπογραμμίζουν την ανάγκη για συνεχή επικαιροποίηση των πρωτοκόλλων, διαφάνεια και ενίσχυση του θεσμικού πλαισίου, ιδίως σε ένα περιβάλλον όπου η διακίνηση γενετικού υλικού είναι διεθνής. Η επιστήμη προχωρά, αλλά οφείλουμε να είμαστε ειλικρινείς: ο απόλυτος μηδενισμός του γενετικού κινδύνου δεν είναι σήμερα εφικτός, και γι’ αυτό η εμπιστοσύνη, η ενημέρωση και η υπεύθυνη εποπτεία παραμένουν το κλειδί.
Ο συγκεκριμένος δότης σπέρματος επίσης, έχει αποκτήσει τουλάχιστον 197 παιδιά σε ολόκληρη την Ευρώπη. Εικάζω ότι όταν ένας δότης σπέρματος δίνει γενετικό υλικό, γίνονται έλεγχοι, ωστόσο το ερώτημα είναι τι συνέβη στην περίπτωση αυτή και εάν έγιναν πράγματι ενδελεχείς έλεγχοι. Μπορεί τελικά να προστατευθεί ένας γονιός και ένα μωρό, πόση σιγουριά και ασφάλεια πρέπει να νιώθουν οι άνθρωποι που θα λάβουν γενετικό υλικό, θέλοντας να μεγαλώσουν την οικογένειά τους;
Όπως έχει ήδη επισημανθεί, οι δότες υποβάλλονται σε εκτενείς ελέγχους και κανένα σύστημα δεν μπορεί να εξαλείψει πλήρως τον γενετικό κίνδυνο. Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι αν υπήρξαν έλεγχοι, αλλά πώς παρακολουθείται η χρήση του ίδιου γενετικού υλικού σε διασυνοριακό επίπεδο. Η υποβοηθούμενη αναπαραγωγή αποτελεί σήμερα μια ευρέως εφαρμοζόμενη ιατρική πρακτική με υψηλό επίπεδο ασφάλειας, βασισμένη σε αυστηρά επιστημονικά πρωτόκολλα. Ωστόσο, όπως και στη φυσική σύλληψη, δεν μπορεί να υπάρξει απόλυτη εγγύηση μηδενικού γενετικού κινδύνου. Κάθε ανθρώπινη αναπαραγωγή εμπεριέχει εγγενή γενετική αβεβαιότητα, καθώς όλοι φέρουμε γενετικές παραλλαγές, πολλές από τις οποίες παραμένουν άγνωστες ή δεν εκδηλώνονται κλινικά. Ο στόχος της ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής δεν είναι να εξαλείψει αυτόν τον κίνδυνο, κάτι που δεν είναι επιστημονικά εφικτό, αλλά να τον περιορίσει όσο το δυνατόν περισσότερο μέσω συστηματικών ελέγχων, γενετικής συμβουλευτικής από εξειδικευμένους επιστήμονες, εθνικών μητρώων και μηχανισμών ιχνηλασιμότητας του γενετικού υλικού. Με αυτή την έννοια, δεν εισάγει νέο γενετικό ρίσκο, αλλά επιχειρεί να μειώσει έναν κίνδυνο που υπάρχει σε κάθε μορφή αναπαραγωγής. Οι υποψήφιοι γονείς δικαιούνται να αισθάνονται εμπιστοσύνη στο σύστημα, χωρίς όμως να καλλιεργείται η ψευδής εντύπωση απόλυτης ασφάλειας. Η εμπιστοσύνη αυτή στηρίζεται στη διαφάνεια, στη σωστή ενημέρωση και στη συνεχή ενίσχυση των θεσμικών μηχανισμών εποπτείας, ιδιαίτερα σε ένα ευρωπαϊκό περιβάλλον όπου η διακίνηση γενετικού υλικού είναι πλέον διασυνοριακή. Αυτό είναι και το ουσιαστικό δίδαγμα που προκύπτει από τη συγκεκριμένη υπόθεση.
Κυρία Γαζούλη διαβάσαμε πώς ο Δανός δότης σπέρματος, είναι υγιής και είχε περάσει επιτυχώς τους ελέγχους αξιολόγησης δωρητών. Ωστόσο, το DNA σε ορισμένα από τα κύτταρά του είχε μεταλλαχθεί πριν από τη γέννησή του. Η μετάλλαξη επηρέασε το γονίδιο TP53, το οποίο έχει κρίσιμο ρόλο στην αποτροπή του εκφυλισμού των κυττάρων σε καρκινικά. Αυτό σημαίνει ότι κάποιο γενετικό του υλικό είναι προβληματικό και κάποιο άλλο όχι; Τι συμβαίνει στην πραγματικότητα;
Πράγματι, αυτό που περιγράφεται στην περίπτωση αυτή δεν αφορά έναν «ασθενή» δότη, αλλά ένα φαινόμενο γενετικού μωσαϊκισμού. Ο συγκεκριμένος άνθρωπος ήταν και παραμένει κλινικά υγιής και είχε περάσει επιτυχώς όλους τους προβλεπόμενους ελέγχους καταλληλότητας. Η μετάλλαξη στο γονίδιο TP53 δεν βρισκόταν σε όλα τα κύτταρά του, αλλά μόνο σε ένα μέρος των σπερματοζωαρίων του όχι σε όλα τα σπερματοζωάρια. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι δεν ήταν όλο το γενετικό του υλικό προβληματικό. Κάποια σπερματοζωάρια έφεραν τη μετάλλαξη και κάποια όχι. Το φαινόμενο αυτό προκύπτει όταν μια γενετική αλλαγή συμβεί πολύ νωρίς στην εμβρυϊκή ανάπτυξη ενός ατόμου, πριν από τη γέννησή του. Από εκείνο το σημείο και μετά, ορισμένες κυτταρικές σειρές φέρουν τη μετάλλαξη, ενώ άλλες παραμένουν γενετικά φυσιολογικές. Αυτός είναι και ο λόγος που τέτοιες περιπτώσεις είναι εξαιρετικά δύσκολο να ανιχνευθούν προληπτικά. Οι συνήθεις γενετικοί έλεγχοι βασίζονται σε δείγματα αίματος ή σάλιου και δεν μπορούν να ανιχνεύσουν με αξιοπιστία μεταλλάξεις που υπάρχουν μόνο σε ένα ποσοστό των γαμετικών κυττάρων. Επομένως, ακόμη και ένας εκτενής έλεγχος μπορεί να μην αποκαλύψει έναν τέτοιο μωσαϊκισμό. Συνεπώς, δεν πρόκειται για αποτυχία των ελέγχων ή για παράλειψη, αλλά για ένα γνωστό όριο της γενετικής επιστήμης. Η συγκεκριμένη υπόθεση αναδεικνύει ότι η γενετική δεν είναι δυαδική – «υγιές» ή «μη υγιές» – αλλά πολύ πιο σύνθετη, και ότι σπάνια βιολογικά φαινόμενα μπορούν να εμφανιστούν ακόμη και σε άτομα χωρίς κανένα κλινικό πρόβλημα.
Θέλω να σας ρωτήσω, εάν μία γενετική μετάλλαξη, θα έχει ως αποτέλεσμα το παιδί που θα γεννηθεί από προβληματικό γενετικό υλικό, να εκδηλώσει σε κάποια στιγμή της ζωής του κακοήθεια;
Όχι. Η ύπαρξη μιας γενετικής μετάλλαξης δεν σημαίνει αυτομάτως ότι το παιδί θα εκδηλώσει κακοήθεια στη διάρκεια της ζωής του. Στη γενετική μιλάμε συχνά για προδιάθεση και όχι για βεβαιότητα νόσου. Πολλές μεταλλάξεις, ακόμη και σε γονίδια που σχετίζονται με τον καρκίνο, εμφανίζουν ατελή διεισδυτικότητα, δηλαδή δεν οδηγούν σε νόσο σε όλους τους φορείς. Η εκδήλωση κακοήθειας εξαρτάται από πολλούς παράγοντες: το είδος της μετάλλαξης, το αν κληρονομηθεί σε όλα τα κύτταρα ή όχι, καθώς και από περιβαλλοντικούς και τυχαίους βιολογικούς παράγοντες που δρουν στη διάρκεια της ζωής. Σε πολλές περιπτώσεις, άτομα που φέρουν τέτοιες μεταλλάξεις δεν νοσούν ποτέ, ενώ σε άλλες περιπτώσεις η νόσος μπορεί να εμφανιστεί μόνο υπό συγκεκριμένες συνθήκες. Επιπλέον, ακόμη και όταν υπάρχει αυξημένη γενετική προδιάθεση, η σύγχρονη ιατρική προσφέρει δυνατότητες προληπτικής παρακολούθησης, έγκαιρης διάγνωσης και παρέμβασης, που μειώνουν σημαντικά τον κίνδυνο σοβαρής νόσησης και βελτιώνουν την πρόγνωση. Γι’ αυτό έχει σημασία να στηριζόμαστε στην επιστήμη και στην καθοδήγηση των ειδικών, και όχι στον φόβο.
Γαλλία: Ένοχοι κρίθηκαν 10 κατηγορούμενοι για διαδικτυακό εκφοβισμό της Πρώτης Κυρίας Μπριζίτ Μακρόν
12:42
Live η ενημέρωση από Παύλο Μαρινάκη: Αναμένονται μηνύματα - απάντηση στους αγρότες
12:30
Ιταλός ΥΠΕΞ: «Η επέμβαση των Ηνωμένων Πολιτειών στην Βενεζουέλα είναι νόμιμη»
12:28
Οργή στην Ελβετία: Ελεύθεροι παραμένουν οι ιδιοκτήτες του μπαρ στο Κραν Μοντανά όπου κάηκαν 40 άτομα
12:23