ΕΛΛΑΔΑ

Στις 11 Δεκεμβρίου η έφεση για τις υποκλοπές

Στις 11 Δεκεμβρίου η έφεση για τις υποκλοπές
ΑΠΕ-ΜΠΕ

Στις 11 Δεκεμβρίου 2026 θα δικαστούν ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών οι τέσσερις επιχειρηματίες, οι οποίοι καταδικάστηκαν σε πρώτο βαθμό σε πολυετείς ποινές φυλάκισης για την υπόθεση των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων.

Παρά την καταδίκη τους, οι κατηγορούμενοι εξακολουθούν να αρνούνται οποιαδήποτε εμπλοκή στην υπόθεση των υποκλοπών.

Ειδικότερα, δέκα μήνες μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία έχει χαρακτηριστεί ως ιδιαιτέρως σημαντική, και ενώ έχουν ήδη κινηθεί περαιτέρω ερευνητικές διαδικασίες κατ’ εφαρμογή του σκεπτικού αυτής, οι κατηγορούμενοι, έχοντες ασκήσει εμπροθέσμως έφεση κατά της καταδικαστικής απόφασης, επανεισάγονται ενώπιον της Δικαιοσύνης προκειμένου να κριθούν εκ νέου για τα πλημμελήματα για τα οποία έχουν κηρυχθεί ένοχοι.

Η εκδίκαση της υπόθεσης σε δεύτερο βαθμό θα λάβει χώρα συνεκτιμωμένων και των νεότερων αποδεικτικών στοιχείων που προέκυψαν κατά τη διάρκεια της μακράς και ενδελεχούς ακροαματικής διαδικασίας σε πρώτο βαθμό, υπό την προεδρία του Νίκου Ασκιανάκη και με την παρουσία του εισαγγελέα Δημητρίου Παυλίδη.

Παράλληλα, οι αρμόδιες δικαστικές αρχές συνεχίζουν την έρευνα, τόσο ως προς το σκέλος που αφορά το αδίκημα της κατασκοπείας, όσο και ως προς εκείνο που αφορά τους εννέα φερόμενους συνεργούς των κατηγορουμένων.

Κατά την άποψη της υποστήριξης της κατηγορίας, οι εν λόγω ερευνητικές διαδικασίες πρέπει να ολοκληρωθούν χωρίς καθυστέρηση, καθόσον υφίσταται άμεσος κίνδυνος παραγραφής επιμέρους αξιόποινων πράξεων με την πάροδο του χρόνου.

Δεδομένης της ιδιαίτερης βαρύτητας της υπόθεσης, η οποία συνδέεται άμεσα με τη λειτουργία του κράτους δικαίου και των θεσμών, υπογραμμίζεται η υποχρέωση της Δικαιοσύνης να ολοκληρώσει το έργο της εντός των προβλεπόμενων χρονικών ορίων, προ της επέλευσης των συνεπειών της παραγραφής επί των ερευνώμενων πράξεων.

Τέλος, σημειώνεται ότι, σύμφωνα με την πρωτόδικη απόφαση, οι κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν έκαστος σε συνολική ποινή φυλάκισης εκατόν είκοσι έξι (126) ετών, με εκτιτέα ποινή τα οκτώ (8) έτη, λόγω του πλημμεληματικού χαρακτήρα των αποδιδόμενων πράξεων. Σε περίπτωση επικύρωσης της ανωτέρω απόφασης σε δεύτερο βαθμό, η επιβληθείσα ποινή θα καταστεί εκτελεστή για όσους εκ των κατηγορουμένων κριθούν εκ νέου ένοχοι από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών.