Το θέμα της σεξουαλικής βίας δεν είναι των ημερών. Είναι όλων των ημερών και όλων των εποχών από γενέσεως κόσμου. Όπως γίνεται με όλα τα πράγματα, όμως, χρειάζεται πάντα μια αφορμή για να επανέλθει, ένα άλυτο και πολύ έντεχνα κρυμμένο κάτω από το «χαλί» πρόβλημα, στην επικαιρότητα.

Η αφορμή, λοιπόν, είναι στα καθ’ ημάς η δολοφονία της Ελένης στη Ρόδο από τους δύο «φερόμενους», όπως μας επιβάλλεται να τους λέμε έως ότου καταδικαστούν, δράστες. Μια δολοφονία με σαφώς σεξουαλικά κίνητρα που ξεκίνησε ένα ντόμινο αντιδράσεων, συζητήσεων, καυγάδων, διαφωνιών και πάσης φύσεως εκτρόπων και εκτροπών.

Καλά κάνανε και πλακώσανε το δράστη στη φυλακή, οι μεν, κακώς κάνανε, οι δε, πολύς θυμός και πολλή απωθημένη φοβικότητα από τις γυναίκες, πολλή αμηχανία -κυρίως- από τους άντρες. Η υπόθεση της σεξουαλικής βίας δεν είναι κάτι που μπορεί να αντιμετωπιστεί ad hoc, όμως, ούτε αφορά έναν συγκεκριμένο δράστη και ένα συγκεκριμένο θύμα.

Είναι μια υπόθεση παγκόσμια, με πολύ βαθιά ριζωμένες τις πατριαρχικές αντιλήψεις, στη χειρότερή τους εκδοχή, να βγάζουν συχνά και το χειρότερο πρόσωπο της ανθρωπότητας στην επιφάνεια. Μια από τις εκφάνσεις της σεξουαλικής βίας, η σημαντικότερή της ίσως, είναι η χρήση της ως «όπλο πολέμου»Σε κάθε σύγκρουση τα περιστατικά είναι μαζικά, άπειρα και πολύ δύσκολα αντιμετωπίσιμα εκ των υστέρων. Το πιο πρόσφατο και κοντινό μας παράδειγμα είναι ο πόλεμος στην πρώην Γιουγκοσλαβία, όπου οι μαζικοί βιασμοί γυναικών στη Βοσνία κυρίως, χρησιμοποιήθηκαν ως μέσο εθνοκάθαρσης.

Ελάχιστοι από τους δράστες προσήχθησαν ποτέ στη δικαιοσύνη, αφού τα δικαστήρια και η διεθνής κοινότητα έχουν πολύ σοβαρότερα προβλήματα να αντιμετωπίσουν μετά από μια σύρραξη τέτοιου βεληνεκούς. Και βέβαια, η ατιμωρησία οδηγεί σε μια διαρκή κατάσταση πόνου και εκδικητικότητας τα θύματα και διαιωνίζει το καθεστώς της βίας, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο.

Η τιμωρία των σεξουαλικών εγκλημάτων, στο πλαίσιο του Διεθνούς Δικαίου, ήταν ένα από τα κομβικά σημεία της τελετής απονομής των βραβείων Νόμπελ για το 2108, και πιο συγκεκριμένα του βραβείου Νόμπελ Ειρήνης. Το φετινό Νόμπελ Ειρήνης το πήρε, κατά 50%, η Νάντια ΜουράντΕίναι η κοπέλα της εθνικής μειονότητας Γιαζίντι που είδε σχεδόν όλη της την οικογένεια -όλο της το χωριό- να ξεκληρίζεται από τον ISIS και η ίδια κρατήθηκε για ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα αιχμάλωτη, με καθημερινούς ξυλοδαρμούς και βιασμούς στις πιο αδιανόητες συνθήκες, έως ότου δραπέτευσε.

 

Η Νάντια Μουράντ, μαζί με τον Κονγκολέζο γιατρο Denis Mukwege, μοιράστηκαν το Νόμπελ Ειρήνης για τις προσπάθειές τους στην κατεύθυνση της εξάλειψης της σεξουαλικής βίαςΗ Νάντια είπε πολλά και ενδιαφέροντα στο Όσλο πριν από λίγες, παραλαμβάνοντας το βραβείο της. Και ανάμεσα στα πολλά και ενδιαφέροντα είπε και αυτό:

«Η εκπαίδευση παίζει ουσιαστικό ρόλο στην ανατροφή πολιτισμένων κοινωνιών που πιστεύουν στην ανοχή και την ειρήνη. Πρέπει, λοιπόν, να επενδύσουμε στα παιδιά μας, επειδή τα παιδιά -σαν μια άγραφη πλάκα, μπορούν να διδαχτούν την ανοχή και τη συνύπαρξη, αντί για το μίσος, το φανατισμό και το δογματισμό. Οι γυναίκες πρέπει επίσης να αποτελέσουν το κλειδί για την επίλυση πολλών προβλημάτων και πρέπει να εμπλακούν ενεργά στην οικοδόμηση μιας διαρκούς ειρήνης ανάμεσα στις κοινότητες. Με τη φωνή και τη συμμετοχή των γυναικών, μπορούμε να κάνουμε ριζικές αλλαγές στις κοινότητές μας».

Για τους δράστες των εγκλημάτων εναντίον της ίδιας και της οικογένειάς της, η Νάντια Μουράντ ζήτησε να βρεθούν και να προσαχθούν στη δικαιοσύνηΖήτησε να μπει τέλος στην ατιμωρησία και στον κύκλο του αίματος και της βίας. Η Νάντια Μουράντ είναι μια πολύ γενναία γυναίκα και ένας πολύ γενναίος άνθρωπος που αντιλαμβάνεται το κοινό και μακροπρόθεσμο καλό και το βάζει πάνω και πέρα από τα προσωπικά της αισθήματα εκδίκησης. 

Είναι ένα παράδειγμα προς μίμηση.

Διαβάστε επίσης
Δες τον κόσμο μέσα από το φακό του CNN Greece. Ακολούθησέ μας στο Instagram!