Οι προκλήσεις και οι απειλές του 2020 για την κυβέρνηση
Πηγή: ΙΝΤΙΜΕ

Χρονιά αλλαγής και αβεβαιότητας για την Ελλάδα μπορεί να χαρακτηριστεί η χρονιά που πέρασε, δεδομένης της πολιτικής ρευστότητας λόγω των τριών εκλογικών αναμετρήσεων το πρώτο εξάμηνο. Από την πλευρά της Οικονομίας ωστόσο μπήκαν οι βάσεις για την οριστική έξοδο από την κρίση και μία νέα πορεία που προσφέρει προοπτικές οικονομικής ανάπτυξης.

Για την κυβέρνηση το 2020, όπως δήλωσε και ο ίδιος ο πρωθυπουργός, σηματοδοτεί το οριστικό τέλος της κρίσης. Στην πραγματικότητα πρόκειται για την πρώτη μετεκλογική χρονιά κατά την οποία η κυβέρνηση Μητσοτάκη θα φέρει εξ ολοκλήρου την ευθύνη της οικονομική πολιτικής, αφού θα είναι η πρώτη που εφαρμόσει τον δικό της προϋπολογισμό. Φυσικά πάντα με την έγκριση των Βρυξελλών και τη δέσμευση για πρωτογενή πλεονάσματα άνω του 3,5%.

Η κυβέρνηση, από την πλευρά της, ετοιμάζεται να ζητήσει μείωση των πλεονασμάτων και έχει επίσης ως προτεραιότητα τη μείωση της εισφοράς αλληλεγγύης. Για τα δύο αυτά ζητήματα ο κ. Μητσοτάκης είπε ότι:

«Σκοπός μας είναι να εξασφαλίσουμε την στήριξη των εταίρων, ώστε η μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων, στο ύψος που θα την πετύχουμε, να ενσωματωθεί στον προϋπολογισμό του 2021».

Ο ίδιος προβλέπει υπέρβαση των στόχων και το 2020 όπως συνέβη και στο β’ εξάμηνο του 2019.

Σε κάθε περίπτωση, οι αναπτυξιακές προοπτικές είναι ορατές, απρόβλεπτοι όμως είναι οι αστάθμητοι παράγοντες που πιθανώς να συγκρατήσουν την αναπτυξιακή ορμή στην οποία υπολογίζει η κυβέρνηση.

Το οικονομικό πρόγραμμα της κυβέρνησης στηρίζεται σε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, οι οποίοι θα επιτρέψουν αύξηση των εσόδων και αυτά με τη σειρά τους φορολογικές ελαφρύνσεις και παροχές. Μικρές πιθανές παρεκκλίσεις από τους αναπτυξιακούς στόχους, εξαιτίας αστάθμητων παραγόντων ή μη ευνοϊκών συνθηκών στη διεθνή οικονομία, αντιστοιχούν σε μερικά δις. ευρώ επί του ΑΕΠ και δημοσιονομικές «τρύπες» που δεν θα επιτρέψουν στο οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης να προχωρήσει στις επιδιωκόμενες φοροελαφρύνσεις.

Η επάνοδος πάντως του πτωχευμένου ελληνικού κράτους στις αγορές έγινε με τρόπο που αφήνει περιθώρια αισιοδοξίας. Με τα επιτόκια των ελληνικών ομολόγων να κυμαίνονται στα επίπεδα του 1,2-1,3% και με προβλέψεις για περαιτέρω υποχώρησή τους το 2020, ενισχύει την αξιοπιστία της ελληνικής οικονομίας και την προοπτική για δημοσιονομική σταθερότητα. Η εξέλιξη αυτή με τη σειρά της αναμένεται να δώσει ώθηση στις κερδοφόρες ελληνικές επιχειρήσεις και να ανεβάσει σε νέα επίπεδα τα ακίνητα, η αγορά των οποίων -μετά το ναδίρ που έφτασε μεσούσης της κρίσης- δίνει σημάδια ανάκαμψης. Η εκτιμώμενη άνοδος των ακινήτων, όπως και των μετοχών των επιχειρήσεων, σε συνδυασμό με τη λύση του προβλήματος των κόκκινων δανείων και με δυνατότητας ευνοϊκότερου δανεισμού των επιχειρήσεων, θα ενισχύσουν επίσης τους ισολογισμούς των τραπεζών. Το τοπίο των θετικών προβλέψεων θα είναι πλήρες αν εντός του 2020 ξεμπλοκάρουν και μεγάλες επενδύσεις.

Κεντρική θέση στο κυβερνητικό αφήγημα έχει ο μετασχηματισμός της ελληνικής οικονομίας, γεγονός που από μόνο του εκπέμπει μήνυμα αισιοδοξίας. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι όλοι οι πολίτες θα δουν απτά αποτελέσματα στην καθημερινότητά τους σε μικρό χρονικό διάστημα. Η ανάκαμψη των προσωπικών οικονομικών των πολιτών συνήθως υστερεί σχέση με την ανάκαμψη των οικονομικών δεικτών. Η κυβέρνηση, έχοντας διανύσει σχεδόν ένα εξάμηνο στη διακυβέρνηση της χώρας, εξακολουθεί να απολαμβάνει μία περίοδο ανοχής, ακόμη και από πολίτες που δεν την ψήφισαν. Ιστορικά αυτό συμβαίνει σχεδόν πάντα όταν αλλάζουν οι κυβερνήσεις. Εξάλλου, το πρώτο προεκλογικό διάστημα είναι αναμενόμενο να μην υπάρχει ούτε ισχυρός αντιπολιτευτικός λόγος. Μέσα στο 2020 η περίοδος αυτή θα αρχίσει να εξαντλείται και θα παρουσιαστεί η φυσιολογική για κάθε κυβέρνηση φθορά, με τον πρωθυπουργό να πιέζεται να διαχειριστεί την κατάσταση ενίοτε με επικοινωνιακούς, αλλά κυρίως με οικονομικούς όρους.

Πέραν των θεμάτων της Οικονομίας, η κυβέρνηση θα βρεθεί αντιμέτωπη και με κοινωνικές συγκρούσεις που ενδεχομένως τη φθείρουν, καθώς ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν φαίνεται να κάνει πίσω στο νόμο για τον περιορισμό των διαδηλώσεων, ενώ έχουν ήδη δρομολογηθεί οι διαδικασίες που θα κάνει πιο δύσκολη την κήρυξη απεργίας, δύο πεδία όπου προβλέπεται να υπάρξουν ισχυρές και οργανωμένες αντιδράσεις.

Στο θέμα της ασφάλειας ο κ. Μητσοτάκης στηρίζει ανεπιφύλακτα τα σχέδια του Μιχάλη Χρυσοχοΐδη για ενίσχυση της παρουσίας της Αστυνομίας, πολιτική που βρίσκει μεν θετική ανταπόκριση στον πυρήνα των υποστηρικτών της κυβερνώσας παράταξης και ενισχύει τη συσπείρωσή τους, είναι αμφίβολο όμως αν διευρύνει την κοινωνική αποδοχή των επιλογών της κυβέρνησης ή, ακόμη χειρότερα για την ίδια, απειλεί και να την περιορίσει, σε περίπτωση που υπάρξει επανάληψη φαινόμενων αστυνομικής συμπεριφοράς αντίστοιχης με εκείνη που είδαμε προ ημερών στο Κουκάκι.

Σημαντικό στοίχημα και ευκαιρία επιτυχούς δοκιμασίας για την κυβέρνηση εντός του 2020 μπορεί να είναι, από την άλλη, η αντιμετώπιση των προβλημάτων της καθημερινότητας των πολιτών. Στο βαθμό που θα προχωράει η ψηφιοποίηση των υπηρεσιών του Δημοσίου, απαλλάσσοντας τους πολίτες από γραφειοκρατική ταλαιπωρία ανύπαρκτη εδώ και πολλά χρόνια σε σύγχρονες χώρες, ο τομέας αυτός έχει όλες τις προϋποθέσεις να γίνει το ισχυρό χαρτί της κυβέρνησης, με τα πρώτα δείγματα γραφής να γίνονται ορατά ακόμη και εντός του 2020.

«Για μένα το 2020 αποτελεί την χρονιά που θα σηματοδοτεί το οριστικό τέλος της κρίσης και την αφετηρία μιας δεκαετίας συνεχούς προόδου», δήλωσε σε πρόσφατη συνέντευξή του ο πρωθυπουργός.

Αυτό το κλίμα αισιοδοξίας μπορεί να αλλάξει άρδην υπό το φως αστάθμητων παραγόντων, ο πλέον επικίνδυνος εκ των οποίων είναι μία κλιμάκωση στα ελληνοτουρκικά, με πιθανή στρατικοποίηση της υφιστάμενης κρίσης. Μία ανεξέλεγκτη κλιμάκωση του προσφυγικού επίσης μπορεί να είναι καθοριστική. Οι απειλές αυτές είναι ικανές να ανατρέψουν το αφήγημα κυβέρνησης για μια νέα αρχή το 2020.

Διαβάστε επίσης