Οι εξελίξεις στην υπόθεση του κοροναϊού, δείχνουν ότι τελικά τα θέματα δημόσιας υγείας άπτονται της πολιτικής και της οικονομίας.

Τους τελευταίους δύο σχεδόν μήνες, ζούμε ένα ακόμη σοβαρό παγκόσμιο δράμα δημόσιας υγείας, με την επέλαση της επιδημίας του νέου κοροναϊού. Ζήτημα, το οποίο εάν κάποιος παρατηρήσει από κάποια απόσταση, έχει πολλά να διδαχθεί. Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι το μείζον αυτό υγειονομικό ζήτημα, είναι θέμα και Πολιτικής αλλά και Οικονομίας. Και μάλιστα θα πρέπει να ληφθεί πολύ σοβαρά υπόψιν, αυτή η διάσταση.

Την Κυριακή, η επικεφαλής του ΔΝΤ Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, δήλωσε χωρίς περιστροφές, ότι η επιδημία του κοροναϊού μπορεί να καταστρέψει την παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη αυτή την χρονιά, προσθέτοντας, ωστόσο, ότι πιθανόν στην συνέχεια να ακολουθήσει μια ισχυρή και ταχεία ανάκαμψη. Μέχρι στιγμής, έχουν πληγεί σε μεγάλο βαθμό οι μεταφορές και ο τουρισμός, όχι μόνο της Κίνας, αλλά και άλλων χωρών, και βέβαια δεν ξέρουμε με ακρίβεια, τι άλλο πρόκειται να ακολουθήσει…

Από τη μία πλευρά, παρατηρήσαμε αρχικά μία εσωστρέφεια από πλευράς Κίνας (με σκοπό πιθανώς την απόκρυψη του γεγονότος, εκτιμώντας ότι θα μπορούσε να το ελέγξει εσωτερικά) και από την άλλη πλευρά, παρατηρούμε την εξωστρέφεια του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, ο οποίος πήρε ξεκάθαρη θέση (δεν θα μπορούσε άλλωστε να μην το πράξει) και μίλησε για ανταλλαγή πληροφοριών, δειγμάτων και άλλων στοιχείων, μεταξύ όλων των χωρών, προκειμένου να υπάρξει το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα, στην έκβαση της υπόθεσης της επιδημίας.

Είναι πλέον σαφές, ότι με την συνεργασία της παγκόσμιας επιστημονικής κοινότητας και των αρμοδίων φορέων, καθώς επίσης και με την αναγκαία εξωστρέφεια και διαφάνεια μπορούν να αντιμετωπιστούν τέτοιου είδους απειλητικές καταστάσεις για την παγκόσμια υγεία.

Ένα μεγάλο ερώτημα που κυριαρχεί πλέον, την ώρα που ο ιός αφήνει πίσω του νεκρούς και καθημερινά όλο και περισσότερα κρούσματα (Μέχρι τις 16 Φεβρουαρίου 2020 είχαν επιβεβαιωθεί 69.267 κρούσματα από τα οποία μόνο 298 είναι εκτός Κίνας, οι θάνατοι ξεπέρασαν τους 1.600, ενώ προσφάτως καταγράφηκε και ο πρώτος θάνατος σε ευρωπαϊκό έδαφος που αφορά ηλικιωμένο Κινέζο τουρίστα που είχε διαγνωστεί και νοσηλευόταν στην Γαλλία) είναι γιατί η Κίνα, καθυστέρησε να ανακοινώσει τα αρχικά κρούσματα. Να θυμίσουμε ότι το πρώτο κρούσμα εκδηλώθηκε στις αρχές Δεκεμβρίου 2019, και η Κίνα ανακοίνωσε το περιστατικό ένα μήνα αργότερα.

Να σημειωθεί ακόμη, ότι ο Κινέζος γιατρός που μίλησε πρώτος για την σοβαρότητα της επιδημίας, προσβλήθηκε από τον ιό, αμφισβητήθηκε, λοιδορήθηκε και κατέληξε πρόσφατα. Συγκεκριμένα, στις 6 Φεβρουαρίου 2020, επιβεβαιώθηκε η είδηση του θανάτου του 34χρονου γιατρού Λι Ουενλιάνγκ από την πόλη Γουχάν της Κίνας, ο οποίος ήταν από τους πρώτους που εντόπισαν ότι ένα νέο στέλεχος κοροναϊού είχε μόλις κάνει την απειλητική εμφάνισή του.

Σύμφωνα με επίσημη ανακοίνωση του νοσοκομείου Wuhan Central, την οποία επικαλείται και το CNNi, ο 34 χρονος Λι πέθανε παρά τις υπεράνθρωπες προσπάθειες των συναδέλφων του να τον κρατήσουν τη ζωή.

Την ώρα λοιπόν που οι κάτοικοι στην απομονωμένη πόλη –φάντασμα Γουχάν τραγουδάνε στα μπαλκόνια τους φορώντας μάσκες στα πρόσωπα, την ίδια ώρα, η κυβέρνηση της Κίνας, θα πρέπει να έχει πάρει ένα καλό έστω και πικρό μάθημα. Ότι δεν μπορεί να είσαι μία από τις μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου και να κρατάς επτασφράγιστα μυστικά σε τόσο σοβαρά θέματα υγείας. Διότι η δημόσια υγεία, είναι κοινωνικό αγαθό, διότι ο κόσμος μας είναι πλέον ένα παγκόσμιο χωριό χωρίς σύνορα και διότι υπάρχει και πρέπει να υπάρχει πίσω από κάθε υγειονομική, πολιτική και οικονομική απόφαση μία υπεύθυνη στάση.

Εν κατακλείδι, η εκτίμηση είναι ότι η Ελλάδα θα συνεχίσει να έχει την ψύχραιμη και νηφάλια στάση, ακόμη και εάν χτυπήσει την πόρτα μας ένα κρούσμα, καθώς η Πολιτεία, η ηγεσία του υπουργείου Υγείας και ο ΕΟΔΥ, με την συμπαράσταση και την γνώση των ειδικών επιστημόνων της, έχουν λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα αντιμετώπισης τυχόν περιστατικών.

Διαβάστε επίσης