ΑΠΟΨΕΙΣ

Άνθρωπος και εμπρησμός: Μια αρχαϊκή σχέση

Άνθρωπος και εμπρησμός: Μια αρχαϊκή σχέση
ΑΡ Photo

Είναι δεδομένο ότι η φύση καίει συχνά τον εαυτό της ως μέρος του κύκλου που πρέπει να κάνει. Είναι επίσης δεδομένο ότι ένα θερμό κλίμα ευνοεί τις φωτιές. Είτε η άνοδος της θερμοκρασίας συμβαίνει αφ’ εαυτού της, είτε είναι προϊόν της ανθρώπινης παρέμβασης.

Το τρίτο δεδομένο είναι ότι ο έλεγχος της φωτιάς ήταν ένα από τα πολύ βασικά πράγματα που έκαναν τον «σοφό» άνθρωπο, τον Χόμο Σάπιενς και αργότερα τον «σοφό-σοφό», τον Σάπιενς-Σάπιενς, εμάς δηλαδή, κυρίαρχο του πλανήτη. Πώς, όμως συνδυάζονται όλα αυτά;

Η θεωρία ότι πολλές από τις πυρκαγιές που ξεσπούν στο σύγχρονο κόσμο είναι αποτέλεσμα εμπρησμού δεν είναι καθόλου θεωρία, φυσικά, και υπάρχουν αρκετές αποδείξεις γι αυτό, χωρίς να χρειαστεί να περιμένουμε τις σχετικές έρευνες στις πρόσφατες πυρκαγιές που κατακαίουν ακόμη τη χώρα.

Όσο κι αν η φύση, όπως προείπαμε, χρειάζεται ανανέωση και δεν υπάρχει πιο αποτελεσματικός τρόπος από μια δασική πυρκαγιά για να συμβεί αυτό, όσο κι αν η υπερθέρμανση του πλανήτη -επιταγχυμένη δραματικά από την ανθρώπινη δραστηριότητα πάνω σ' αυτόν- ενισχύει το έργο της όποιας πυρκαγιάς, δημιουργώντας το τέλειο υπόβαθρο, παραμένει γεγονός ότι οι εμπρησμοί υπάρχουν.

Και βέβαια, έχουν συνδεθει με την αντίληψη ότι ο σύγχρονος άνθρωπος χρειάζεται (ή, τέλος πάντων, θέλει) να περιορίσει τη φύση προκειμένου να επεκτείνει στην «καμμένη γη» τις δικές του αναπτυξιακές δραστηριότητες.

Μια από τις μεγαλύτερες συγκρούσεις στις σύγχρονες κοινωνίες είναι αυτή ανάμεσα στις ανθρώπινες ομάδες (και ιδεολογίες, για να συνοψίσουμε σε μια λέξη τις φαντασιωσικές πραγματικότητες των ανθρώπων) που συνηγορούν στον περιορισμό της φύσης για χάρη της ανθρώπινης ανάπτυξης και στις αντίστοιχες που φωνάζουν ότι ο άνθρωπος χρειάζεται τη φύση (για να συνοψίσουμε σε μια λέξη το οικοσύστημα γύρω μας με όλη την πολυπλοκότητά του) για να επιβιώσει.

Η συζήτηση, ας πούμε, για την αναδάσωση των καμμένων περιοχών -η οποία παρεμπιπτώντως προβλέπεται από το Σύνταγμα αλλά με κάποιες εξαιρέσεις- καταδεικνύει τη διάσταση αυτή, που είναι διάσταση όχι απλώς απόψεων αλλά ολόκληρων συστημάτων σκέψης.

O Νεάντερνταλ ήξερε να χρησιμοποιεί τη φωτιά πριν έρθει σε επαφή με τον Σάπιενς. Το να βάζεις φωτιές όμως, από το να τις χρησιμοποιείς, είναι μια εντελώς διαφορετική ιστορία... @sapiens.org

Μπορούμε να ζήσουμε ως είδος χωρίς τη φύση;

Η απάντηση είναι θλιβερή αλλά είναι αληθινή: Ναι. Πλέον μπορούμε.

Και μπορούμε όλο και περισσότερο, καθώς η τεχνολογία και η επιστήμη μάς το επιτρέπουν. Και καθώς είμαστε το πρώτο -και μοναδικό- είδος στον γνωστό κόσμο που διαχωρίζει την ύπαρξή του σε σχεδόν απόλυτο βαθμό από τη βιολογία του και τις ανάγκες που προκύπτουν από αυτήν.

Προφανώς αυτό ισχύει σε διαβάθμιση και προφανώς είναι ταξικό (για να συνοψίσουμε σε μια λέξη τις διαφοροποιήσεις στο ανθρώπινο γίγνεσθαι μέσα στο σύστημα που ζούμε).

Αλλιώς την «παλεύει» ένας άνθρωπος στη Μαλβούρνη με κλιματισμό για να μην καίγεται από τη ζέστη και πισίνα για να μην τον τρώνε οι κροκόδειλοι και αλλιώς ένας άνθρωπος στη Μομπάσα που και καίγεται και τον τρώει ότι περπατάει δίπλα του.

Αλλιώς θα την «παλέψει» ένας άνθρωπος που έχασε το σπίτι του και τα χωράφια του στο χωριό της ορεινής Εύβοιας και αλλιώς ένας άνθρωπος που «άρπαξε» ο κήπος του στο Κρυονέρι.

Ας φύγουμε, όμως από το ταξικό του πράγματος και ας πάμε στην ανθρώπινη σχέση με τους εμπρησμούς και την ανάπτυξη. Έξω από εισαγωγικά η ανάπτυξη, διότι πράγματι οι μακρινοί πρόγονοί μας φρόντισαν να μας φέρουν από τη μέση της τροφικής αλυσσίδας στην κορυφή της με διάφορα όπλα, βασικότερο εκ των οποίων ήταν οι δασικοί εμπρησμοί.

Ό,τι καίγεται αλλάζει

Το είδος μας, ο Χόμο Σάπιενς, γεννήθηκε μια (πιθανότατα) ηλιόλουστη μέρα κάπου στην Ανατολική Αφρική πριν από περίπου 300.000 χρόνια και δεν ήταν παρά ένα προϊόν τυχαίας μετάλλαξης.

Παρέμεινε ήσυχα στην κοιτίδα του για μερικές δεκάδες ή και εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια, ως τροφοσυλλέκτης, ως περιπλανώμενος δηλαδή που μάζευε φαγητό στα κοντινά του μέρη. Τιθάσευσε τη φωτιά για να ζεσταίνεται και να μαγειρεύει, κάτι που όμως έκαναν εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια πριν από αυτόν και οι Νεάντερνταλ της Ευρώπης αλλά και οι Ντενίσοβα της Ασίας.

Κι όμως. Σε αντίθεση με τους άλλους ανθρώπους, οι παππούδες μας όχι μόνο επεκτάθηκαν στον πλανήτη, αλλά με χαρακτηριστική ευκολία (όπως λέμε και στα σπορ), τον έκαναν δικό τους. Τόσο δικό τους που πλέον τον ανταγωνίζονται. Μπορείς να ανταγωνιστείς το φυσικό σου περιβάλον;

Όσο οξύμωρο κι αν ακούγεται αυτό, όσο κι αν νομίζουμε ότι είναι ένα δίλημμα που αφορά το σήμερα, η απάντηση κρύβεται -όπως συνήθως- στο χθες.

Τι έκανε όλη τη διαφορά;

Μιια μέρα, λοιπόν, ο Σάπιενς αποφάσισε να βγει από τα στενά όρια της περιοχής του και να δει τον υπόλοιπο κόσμο. Δεν ήταν ταξιδιάρα ψυχή, καμία διάθεση δεν είχαν οι τροφοσυλλέκτες για ταξίδια αναψυχής, εξάλλου τότε δεν είχε αξιοθέατα ο κόσμος.

Απλώς, μερικές χιλιάδες χρόνια μετά την εμφάνισή του, ο Σάπιενς αποφάσισε να μετακινηθεί, σε αναζήτηση καλύτερης τροφής, ή σε μια διάθεση περιπέτειας, κανείς δεν ξέρει, κανείς ίσως ποτέ δεν θα μάθει.

Γεγονός είναι ότι όπου πήγαινε έφερνε μαζί του τα όπλα του: Τη συλλογική συννενόηση, βασισμένη πάντα σε φαντασιωσικούς κοινούς μύθους, σε μεγαλύτερο βαθμό από οποιοδήποτε άλλο είδος και τους δασικούς εμπρησμούς.

Ο Χόμο Σάπιενς ήταν το πρώτο είδος στον πλανήτη που κατανόησε ότι μπορούσε να αλλάξει το οικοσύστημα με τον τρόπο που εκείνος ήθελε. Δεν θα μπορούσε να επιβιώσει σε πιο κρύα και εχθρικά προς αυτόν περιβάλλοντα αν δεν είχε ως σύμμαχό του τη φωτιά. Κατανόησε ότι δεν έπρεπε απλώς να προσαρμοστεί -όπως εσφαλμένα πιστεύουμε σήμερα- αλλά μπορούσε να προσαρμόσει. Το αν ο τρόπος που το έκανε ήταν υπέρ του ή κατά του σε μακροπρόθεσμο πλάνο αμφισβητείται ακόμη, αλλά αυτό είναι μια άλλη συζήτηση.

Γεγονός είναι ότι μπορούσε.

Σε ένα διάστημα περίπου 40.000 ετών εξαπλώθηκε σε όλα τα γνωστά σημεία του πλανήτη, εφαρμόζοντας παντού την τακτική της «καμμένης γης».

Ένα εξαιρετικό παράδειγμα: Η Αυστραλία

Στο ήδη κλασικό βιβλίο του «Sapiens, Μια σύντομη ιστορία του Ανθρώπου», ο Ισραηλινός ιστορικός Γιούβαλ Νόα Χαράρι, διηγείται την κατάκτηση της Αυστραλίας, πριν από περίπου 45.000 χρόνια, από τον άνθρωπο και τον τρόπο με τον οποίο αυτή άλλαξε μέσα στο συγκλονιστικά σύντομο διάστημα των 2-3.000 ετών το οικοσύστημα της ηπείρου.

Με το που πάτησαν το πόδι τους στην Αυστραλία οι Σάπιενς έκαναν αυτό που ήξεραν να κάνουν καλύτερα απ' οτιδήποτε άλλο: Έβαλαν φωτιά, ώστε να ανοίξουν χώρο για τις δικές τους δραστηριότητες.

«Αντιμέτωποι με ένα άγνωστο και απειλητικό περιβάλλον, έκαψαν επίτηδες τεράστιες εκτάσεις από αδιάβατους θάμνους και πυκνά δάση ώστε να δημιουργήσουν ανοιχτά λιβάδια, τα οποία συγκέντρωναν θηράματα ευκολότερα στο κυνήγι και ταίριαζαν καλύτερα στις ανάγκες τους. Έτσι, άλλαξαν εντελώς την οικολογία της Αυστραλίας μέσα σε λίγες χιλιάδες χρόνια», γράφει συνοπτικά ο Χαράρι.

Ήταν μια τακτική που είχαν ξεκινήσει από τη γενέτειρά τους, την Αφρική και είχαν εφαρμόσει όπου πέρασαν.

Μια δασική πυρκαγιά, ελεγχόμενη ή και όχι τόσο, περιόριζε την άγρια φύση, τρόμαζε την τοπική πανίδα (ή και την έκαιγε, κάτι πολύ βολικό επίσης, καθώς οι άνθρωποι έβρισκαν μαγειρεμένα ζώα για να φάνε), άνοιγε χώρο και άφηνε περιθώριο να αναπτυχθούν φυτά πολύ πιο χρήσιμα στον άνθρωπο. Όπως, στην περίπτωση και πάλι της Ωκεανίας, οι ευκάλυπτοι, οι οποίοι αναπτύσσονται πολύ εύκολα μετά από φωτιά και απολιθώματα των οποίων εντοπίστηκαν στην ήπειρο με χρονολόγηση στα 45.000 χρόνια π.π. (πριν το παρόν), κάτι που όχι, δεν είναι σύμπτωση.

Μπαίνει στη σκηνή η κλιματική αλλαγή

Η κλιματική αλλαγή είναι μια διαρκής διαδικασία στον πλανήτη, από τότε που αυτός διαμορφώθηκε ως μια στερεή μάζα στο απέραντο κατάμαυρο φόντο του σύμπαντος. Και όχι, δεν την προκαλούσε πάντα ο άνθρωπος.

Για να κλείσουμε με την Αυστραλία, το οικοσύστημα της ηπείρου είχε μια διπλή ατυχία: Ο άνθρωπος το πήρε στα χέρια του ακριβώς τη στιγμή που το κλίμα άλλαζε μετά από μια ακόμη περίοδο παγετώνων, με συνέπεια να μην μπορέσει να συνέλθει ποτέ.

Πολλά τμήματα της ηπείρου έγιναν φιλικά προς το νέο τους ένοικο, αλλά σε ένα πολύ μικρό διάστημα το 70% της μέγα-πανίδας του νησιού -κατά πλειονότητα μαρσιποφόρα- εξαφανίστηκε από προσώπου γης. Μαζί του και ένα τεράστιο ποσοστό μίκρο-πανίδας, ζωύφια, μικροοργανισμοί και παράσιτα εξαρτημένα από τα μεγάλα ζώα.

Επιβίωσαν τα Κοάλα, μάλλον επειδή τους αρέσει ο ευκάλυπτος.

Η τακτική συνεχίστηκε και κορυφώθηκε την εποχή της «Αγροτικής Επανάστασης», περίπου 12.000 χρόνια π.π. Και βέβαια, συνεχίζεται και σήμερα.

Σήμερα, που η κλιματική αλλαγή εξακολουθεί να συμβαίνει και σε μεγάλο πλέον βαθμό επιταγχύνεται από τις ασταμάτητες και αμετανόητες ανθρώπινες δραστηριότητες.

Βλάπτει αυτό τον πλανήτη;

Όχι.

Αυτός θα εξακολουθεί να γυρίζει ό,τι κι αν κάνει ο άνθρωπος πάνω σ' αυτόν, πλήρως αδιάφορος προς συμπαντικές λεπτομέρειες όπως οικοσυστήματα, γιγάντια μαρσιποφόρα που εξαφανίζονται και γιγάντιοι ουρανοξύστες που εμφανίζονται εκεί όπου θα 'πρεπε να υπάρχουν δάση ή πάρκα.

Δεν έχει ο πλανήτης πρόβλημα.

Ο άνθρωπος έχει.

Αυτός διαλύει το σπίτι του. Το μοναδικό του σπίτι επί του παρόντος.

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ