ΑΠΟΨΕΙΣ

Παλιά γλυκόπικρη συνταγή - Θοδωρής Αθερίδης: Δοξαπατρή στο Μικρό Παλλάς

Παλιά γλυκόπικρη συνταγή - Θοδωρής Αθερίδης: Δοξαπατρή στο Μικρό Παλλάς

Ίχνη εγκεφαλικού επεισοδίου, πιο έντονα ίχνη της διαταραχής Gilles de la Tourette, μια ερωτική εγκατάλειψη, μια αποκάλυψη υιοθεσίας, τύψεις για έναν θάνατο, ένας καταχωνιασμένος έρωτας, δύο απόπειρες αυτοκτονίας, μια κόρη της new age ιδεολογίας, ένας ιδιόρρυθμος ιερέας-ψυχολόγος και ένας απρόσμενος Γιαπωνέζος: αυτά είναι τα αρχικά υλικά, η θεματική ζύμη με την οποία ο Θοδωρής Αθερίδης πλάθει το τελευταίο του έργο Δοξαπατρή που παρουσιάζεται στο Μικρό Παλλάς σε σκηνοθεσία του ιδίου.

Μια σύγχρονη κομεντί, με ισορροπημένες δραματικές και ιλαρές νότες, με προσεγμένες φωτοσκιάσεις της χαρμολύπης που εγγράφονται στο γνωστό πλέον κάδρο του Αθερίδη, στο κάδρο της οικειότητας. Σε ένα πλαίσιο δηλαδή όπου η πλειονότητα των θεατών μπορεί να αναγνωρίσει τον εαυτό της ή ένα τμήμα της ζωής της.

Στη γραφή, στις σκηνοθεσίες, αλλά και στην υποκριτική του εδώ στοχεύει: να γίνει ο δικός μας άνθρωπος επί σκηνής (και στην οθόνη), που γνωρίζει και βιώνει τα αισθήματα του κοινού, τις περιπέτειες της ζωής του, τις φαιδρές και τις σοβαρές πτυχές της καθημερινότητάς του. Στο σχέδιο αυτό μπορούν να διακριθούν δύο επιμέρους στόχοι που πρέπει μάλλον να διευκρινισθούν, καθώς δεν συνάδουν πάντα, αλλά αντίκειται, ενίοτε, ο ένας στον άλλον. Η δημιουργία της αυθεντικής χαρμολύπης είναι πρώτος και της οικειότητας ο δεύτερος στόχος.

Τη χαρμολύπη, πρέπει να παραδεχθούμε, τη συναντούμε συχνά στα κείμενά του (λ.χ. Μια μέλισσα τον Αύγουστο ή στο Από έρωτα) κρυμμένη μέσα σε καθημερινές ιστορίες. Το «κρυμμένη» έχει σημασία, καθώς δεν την περιμένουμε ούτε από το ύφος του διαλόγου, ούτε από μια πρώτη ανάγνωση των διαδραματιζόμενων καταστάσεων. Είναι το κρυφό συγγραφικό του χαρτί, το οποίο εμφανίζεται τη στιγμή που εντείνεται μια ψυχολογική εστίαση (ο διπλός εαυτός, ο άλλος που κρύβω μέσα μου) ή ακόμα και μια υπερβατική συνθήκη, και αυτή όμως πλεγμένη στο ψυχολογικό υφάδι (η νεκρή που βλέπω μπροστά μου, ο θάνατος που στοιχειώνει την αρρωστημένη ζωή).

Από την άλλη μεριά, η επιδιωκόμενη οικειότητα, εγείρει άλλες απαιτήσεις. Η προσοικείωση του κοινόκτητου χώρου νομίζω ότι προϋποθέτει την υπέρβαση της ατομικότητας, το ξεπέρασμα της προσωπικής συνθήκης, κάτι που ο συγγραφέας δύσκολα επιχειρεί. Δεν αρκεί να εντοπίζω και να περιγράφω ιστορίες και περιστατικά που κάνουν τον μέσο θεατή, όπερ σημαίνει στην περίπτωσή μας, τον τυπικό τηλεθεατή του εύπεπτου και του αναμενόμενου, να θυμάται ή να αναπολεί· πρέπει να καταφέρω να τον κάνω να νιώσει ότι, μέσω των ιστοριών μου, ανήκει σε μια κοινότητα ανθρώπων και να ζωντανεύσω μάλιστα και τους δεσμούς που τον δένουν με αυτήν την κοινότητα.

2 copy

Μπορεί η οικειότητα να πηγαίνει συχνά χέρι χέρι με τον ρεαλισμό, αλλά ούτε η μία, ούτε ο άλλος μπορούν να πετύχουν κάτι παραπάνω από μια τετριμμένη εικόνα ή ευκολία αφήγησης χωρίς ένα ιδεολογικό ή ηθικό κέντρο και κυρίως χωρίς μια ιδέα που διαπερνά και συνέχει όλο μου το κείμενο. Μπορεί η οικειότητα να προκύπτει από τη ρεαλιστική στόχευση, ο ρεαλισμός όμως συγκροτείται σε μια βάση συλλογικού βιώματος. Η συλλογικότητα δεν είναι απλώς το άθροισμα των επιμέρους στοιχείων της, αλλά η δυναμική σύνθεσή τους.

Αυτή η σύνθεση νομίζω ότι απουσιάζει στο Δοξαπατρή. Μικρές προσωπικές ιστορίες συνδέονται μεταξύ τους, χαλαρά στην αρχή, πιο στενά στη συνέχεια καθώς αποκαλύπτονται ορισμένα «μυστικά»: η υιοθετημένη κόρη (Ευαγγελία Συριοπούλου) της παιδιάτρου που επιχειρεί να αυτοκτονήσει, η ίδια η παιδίατρος (Πέμη Ζούνη), βεβαρυμμένη με ένα εγκεφαλικό επεισόδιο και με δύο ερωτικές απογοητεύσεις, μία με τον παππά της παρέας και άλλη μία με τον ψυχοθεραπευτή της.

Η αδελφή της παιδιάτρου (Ράνια Λουιζίδου), ο πιο ανάλαφρος και ανέμελος χαρακτήρας του έργου που μελετά τα ζώδια. Ο γιος του παππά (Λευτέρης Ελευθερίου), βεβαρυμμένος και αυτός με το σύνδρομο Tourette, διαρρηγνύει κάθε ιστό σοβαρότητας με την κοπρολαλία και τις σπασμωδικές σωματικές αντιδράσεις του κάθε φορά που πιέζεται συναισθηματικά. Η κόρη του παππά (Φωτεινή Αθερίδου), πολυπολιτισμική φιγούρα μιας νεαρής κοπέλας που έχει εξοικειωθεί περισσότερο με τις transit σχέσεις και την «cool» κουλτούρα παρά με το οικογενειακό της παρελθόν. Last but not least, ο ίδιος ο παππάς (Θοδωρής Αθερίδης), ιδανικός συνδυασμός μιας αμφιβάλλουσας θρησκευτικής συνείδησης και μιας επιστημονικής νηφαλιότητας.

Με τους χαρακτήρες αυτούς σχηματίζονται λειτουργικές σκηνικές αντιθέσεις: το απύλωτο στόμα του γιου με τις sotto voce συμβουλές του πατέρα· η νευρωτική συμπεριφορά της θετής κόρης με τον άνετο, σχεδόν ψυχρό λόγο της ακτιβίστριας κόρης· η πολύπλοκη ψυχοσύνθεση της παιδιάτρου με την επιπολαιότητα της αδελφής της. Όλο το έργο (και ακολούθως η παράστασή του) συγκροτείται από αντιθετικά ζεύγη που πλέκονται και περιπλέκονται με τη βοήθεια αρκετών ριπαίων δόσεων απλοποιημένης ψυχανάλυσης, επιδερμικής κοινωνικής κριτικής (η εκκλησία υποστηρίζει τους πλούσιους) και κορεσμένης μελοδραματικής ρητορικής (ιδίως στον κύκλο της αλήθειας με τις σύντομες μονολογικές κοινοτοπίες του).

Η παράσταση ήταν καλοκουρδισμένη και αβίαστη, με τις συμβατικές διακυμάνσεις του είδους από το γλυκόπικρο στο συγκινητικό. Τα λειτουργικά σκηνικά της Αθανασίας Σμαραγδή στηρίζονταν στις συνεκδοχικές σχέσεις, οι ενδυματολογικές επιλογές του Άγη Παναγιώτου αναμενόμενες και προσαρμοσμένες στο περίγραμμα των χαρακτήρων. H Πέμη Ζούνη στην οικεία ερμηνευτική της γραμμή, ανέδειξε με άνεση τον κεντρικό ρόλο του έργου. Ευχάριστη έκπληξη η ερμηνεία της Ευαγγελίας Συριοπούλου, ενώ θα περιμένω να δω τον Λευτέρη Ελευθερίου σε κάποιον άλλον ρόλο, έξω από τον στενό κύκλο της μανιέρας και της στερεότυπης υποκριτικής. Πιστεύω ότι αξίζει να του δοθεί μια τέτοια ευκαιρία.

* Ο Γιώργος Π. Πεφάνης είναι αναπληρωτής καθηγητής Φιλοσοφίας και θεωρίας του θεάτρου και του δράματος στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και κριτικός θεάτρου.