ΑΠΟΨΕΙΣ

Η μισθολογική διαφάνεια ως δείκτης αξιοκρατίας

Η μισθολογική διαφάνεια ως δείκτης αξιοκρατίας

Η κυρία Ιωάννα Λυτρίβη

Ιωάννα Λυτρίβη

Τι αλλάζει με τη νέα ευρωπαϊκή Οδηγία για την ενίσχυση της εφαρμογής της ισότητας της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών για όμοια εργασία ή για εργασία ίσης αξίας

Η αρχή της ίσης αμοιβής για ίση εργασία για τα δύο φύλα θα έπρεπε να αποτελεί αυτονόητο μέρος του ευρωπαϊκού κοινωνικού κεκτημένου. Ωστόσο, η πραγματικότητα δείχνει ότι δεν μπορούμε ακόμη να το θεωρούμε δεδομένο. Παρά τη σημαντική πρόοδο των τελευταίων ετών, οι γυναίκες στην Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθούν να αμείβονται κατά μέσο όρο 11,1% λιγότερο ανά ώρα εργασίας σε σχέση με τους άνδρες και στην Ελλάδα κατά 13,4%. Το μισθολογικό χάσμα έχει μειωθεί σε σχέση με το παρελθόν, παραμένει όμως υπαρκτό σχεδόν σε όλα τα κράτη-μέλη, αποδεικνύοντας ότι η θεσμική κατοχύρωση μιας αρχής δεν αρκεί πάντοτε για να εξασφαλίσει και την πλήρη εφαρμογή της.

Ταυτόχρονα, σε έναν κόσμο που γίνεται ολοένα και πιο σύνθετος, οι σύγχρονες δημοκρατίες καλούνται να απαντήσουν σε ένα κοινό αίτημα: περισσότερη διαφάνεια, περισσότερη λογοδοσία, περισσότερα δεδομένα. Οι πολίτες απαιτούν οι θεσμοί να διαθέτουν τους ελεγκτικούς μηχανισμούς και δείκτες εφαρμογής και αποτελεσματικότητας. Υπό αυτό το πρίσμα, η ενσωμάτωση της ευρωπαϊκής Οδηγίας για τη μισθολογική διαφάνεια στο εθνικό μας δίκαιο συνιστά πρωτίστως μέρος μιας ευρύτερης μετάβασης προς μια αγορά εργασίας που λειτουργεί με μεγαλύτερη διαφάνεια και σαφέστερους κανόνες για όλους.

Περαιτέρω, η έμφυλη ισότητα ενισχύεται στην πράξη, καθώς η Οδηγία εισάγει εργαλεία που επιτρέπουν να γίνονται ορατές πιθανές μισθολογικές ανισότητες και να εντοπίζονται έγκαιρα φαινόμενα διακρίσεων με βάση το φύλο.

Το νέο σχέδιο νόμου θεσπίζει μηχανισμούς διαφάνειας, ελέγχου και πραγματικής εφαρμογής της ίσης αμοιβής στην αγορά εργασίας, και δεν αρκείται στην θεωρητική της πρόβλεψη. Συγκεκριμένα, θεσπίζεται εσωτερικός έλεγχος μισθολογικού χάσματος στις επιχειρήσεις, ώστε αν εντοπιστεί μισθολογική απόκλιση χωρίς αντικειμενική εξήγηση, η επιχείρηση υποχρεούται να τη διορθώσει. Επιπλέον, ενισχύεται σημαντικά η δικαστική προστασία των εργαζομένων.

Αν ο εργαζόμενος θεωρεί ότι υπάρχει διάκριση, δικαιούται, να ζητήσει στοιχεία μισθών, να προσφύγει στη δικαιοσύνη, να εκπροσωπηθεί από συνδικαλιστική οργάνωση ή φορέα ισότητας.

Όμως, η ίση αμοιβή εκτός από ζήτημα δικαιοσύνης, είναι και ζήτημα οικονομικής αποτελεσματικότητας και κοινωνικής συνοχής. Σε μια περίοδο κατά την οποία οι ευρωπαϊκές οικονομίες αναζητούν τρόπους να αντιμετωπίσουν τις δημογραφικές προκλήσεις, τις ελλείψεις δεξιοτήτων και τον εντεινόμενο διεθνή ανταγωνισμό, δεν μπορούν να επιτρέπουν τη σπατάλη ανθρώπινου δυναμικού εξαιτίας στερεοτύπων ή αδιαφανών πρακτικών. Γίνεται αντιληπτό ότι ειδικά σε χώρες, όπως η Ελλάδα, όπου η ενίσχυση της γυναικείας απασχόλησης έχει τεθεί ως στρατηγικός κυβερνητικός στόχος, με απτά θετικά αποτελέσματα, η ύπαρξη μισθολογικού χάσματος λειτουργεί ανασταλτικά προς την επίτευξη του στόχου.

Μία οικονομία που αξιοποιεί πλήρως τις δυνατότητες όλων των ανθρώπων της είναι μια οικονομία πιο παραγωγική, πιο καινοτόμος και πιο ανθεκτική. Και μια αγορά εργασίας που λειτουργεί με διαφάνεια ενισχύει όχι μόνο την εμπιστοσύνη των εργαζομένων, αλλά και την ποιότητα του επιχειρηματικού περιβάλλοντος.

Η συζήτηση για την ίση αμοιβή για ίση εργασία στα δύο φύλα δεν αφορά, τελικά, μόνο τις αμοιβές. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη λειτουργία μιας σύγχρονης κοινωνίας. Αφορά τη μετάβαση από τις καλές προθέσεις στους μηχανισμούς εφαρμογής, από την αφηρημένη επίκληση της αξιοκρατίας στη δυνατότητα να επιβεβαιώνεται στην πράξη. Η ευρωπαϊκή Οδηγία για τη μισθολογική διαφάνεια κινείται ακριβώς προς αυτή την κατεύθυνση. Δεν προασπίζεται θεωρητικά τα δικαιώματα των εργαζομένων. Δημιουργεί καλύτερες προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους. Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο στοιχείο της.

* H Ιωάννα Λυτρίβη, PhD είναι βουλευτής Επικρατείας ΝΔ και τέως Υφυπουργός Παιδείας