ΑΠΟΨΕΙΣ

Ένα μεσημέρι στον «Πλάτανο»- Εθνογραφία στο χωριό Στενό Φενεού

Ένα μεσημέρι στον «Πλάτανο»- Εθνογραφία στο χωριό Στενό Φενεού

Είναι 20 Ιουλίου 2026, τρεις μέρες μετά το μεγάλο πανηγύρι της Αγίας Μαρίνας. Κάθομαι στην πλατεία του Στενού, στο καφενείο «Πλάτανος».

Το όνομά του είναι φόρος τιμής στο περίπου διακοσίων ετών δέντρο που απλώνει τη σκιά του πάνω από την πλατεία. Στην βάση του ξεπροβάλει μια πηγή με τρεχούμενο νερό (εμφανέστατη βέβαια η ανθρώπινη παρέμβαση). Δίπλα ακριβώς η εκκλησία της Αγίας Μαρίνας, απέναντι η ταβέρνα της Ηρούς και η μικρή πλατεΐτσα όπου πριν λίγα βράδια φιλοξενούσε τα όργανα του πανηγυριού, το πατάρι, τα τραπέζια. Πολλοί περνούσαν απ’ το μαγαζί για ένα «γεια», δυο κουβέντες, μια μπύρα, έναν καφέ πριν τις υποχρεώσεις τους ή ενδιάμεσα αυτών. Εκείνη την ημέρα θα μου ξεδιπλώνονταν απλόχερα εμπειρίες και αφηγήσεις ανθρώπων που θα συγκροτούσαν την σύγχρονη ιστορία του χωριού. Όχι με ημερομηνίες, όχι με ιστορικά γεγονότα, μόνο με την προσωπική αλήθεια του καθενός.

Βασικές μορφές του καφενείου είναι ο Χρήστος με την σύζυγό του, ντόπιοι και οι δύο. Είναι η 3η γενιά ιδιοκτητών, μιας και το μαγαζί πρωτολειτούργησε ο παππούς της συζύγου. Το καλοκαίρι είναι ανοιχτό επτά μέρες την εβδομάδα, ενώ τον χειμώνα μόνο τα Σαββατοκύριακα άντε και καμιά καθημερινή. Η συγκεκριμένη επιχείρηση συνδράμει σε παντός τύπου εκδηλώσεις: πανηγύρια, λαϊκές βραδιές κλπ και στέκεται αρωγός στις δράσεις πολιτιστικών συλλόγων. Ο Χρήστος είναι μέλος του πολιτιστικού συλλόγου Στενού και παράλληλα επιδιώκει συνεργασίες, ώστε να δίνει ζωή στην ευρύτερη περιοχή. Για παράδειγμα, ο ίδιος διοργανώνει το μεγάλο πανηγύρι της Αγίας Κυριακής Φενεού, κάθε χρόνο στις 5 Ιουλίου.

Όσον αφορά το ηλιακό μωσαϊκό: κατά βάση υπερήλικες- μεσήλικες, ένας έφηβος, δύο νεαρά άτομα (25-30 χρονών) ήταν θαμώνες του μαγαζιού. Το αυτί μου έπιανε διάσπαρτες συζητήσεις. Όλες σε ήσυχο τόνο, χαλαρό.

Η εναλλαγή θεμάτων ταχύτατη. Συζητούσαν για τα μποστάνια, τις κολοκυθιές τους μέχρι και για την μέρα της Κρίσεως. Βασική φιγούρα που απασχολεί τα λίγα τραπέζια: ο συνταξιούχος δάσκαλος. Ζητούν την γνώμη του για τα πάντα με μια παράλληλη όρεξη για καλοπροαίρετο περίπαιγμα. Μέχρι και στη συζήτηση για τις καλλιέργειες, βρίσκουν αφορμή να τον πειράξουν λέγοντας ότι ένα δέντρο του άφησε η μάνα του και ξεράθηκε και αυτό. Ο δάσκαλος στα χωριά πάντα είχε εξέχουσα θέση στην συνείδηση των συντοπιτών του, πόσο μάλλον αν είναι πρόσχαρος και δέχεται την πλάκα τους. Ακολούθησαν συζητήσεις για τις ονομαστικές εορτές. Ήταν του Αϊ-Λια. Με την πρώτη αναφορά, άρχισαν επιτόπου τα τηλέφωνα σε φίλους και συγγενείς για ευχές. Συνέχισαν κουβέντες για το κάπνισμα- ποιος κάνει, ποιος έκανε, ποιος το συνεχίζει. Εννοείται δεν έλλειπε το κουτσομπολιό για συγχωριανούς, σε χαμηλό όμως και χαλαρό τόνο, χωρίς απόλυτα αρνητικές καταβολές από τους συνομιλούντες και συμπότες. Διάσπαρτες αναφορές για τα πολιτικά, τις συντάξεις κλπ παράλληλα όμως με πειράγματα και γέλια μπας και δώσουν έναν τόνο αισιοδοξίας στις δυσκολίες της καθημερινότητας. Εντύπωση προκάλεσε μια συζήτηση για τις συγγενικές σχέσεις, μιας και έδωσε μια πρωτογενή εικόνα για τα μεγάλα δίκτυα συγγένειας της Ελληνικής περιφέρειας. Αναφέρονταν στα μεγάλα σόγια και πως με κάποιον τρόπο συγγενεύουν ορισμένοι μεταξύ τους. Όλες αυτές οι κουβέντες βέβαια, χωρίς κάποια ιδιαίτερη ή έντονη ντοπιολαλιά. Μόνο μια πιο «παχιά» εκφορά των συμφώνων.

Κάποια στιγμή, ακούγεται από μακριά μια ντουντούκα: «Φρέσκα ψάρια». Κατόπιν εμφανίζεται ένα άσπρο βανάκι και παρκάρει ακριβώς έξω από το μαγαζί. Αμέσως οι περισσότεροι θαμώνες σηκώνονται για να προμηθευτούν τα θαλασσινά του νοικοκυριού τους. Ή τα πάνε σπίτι τους, ή τηλεφωνούν στους συγγενείς να έρθουν να τα πάρουν για να συνεχίσουν τον καφέ τους.

Είχα μια πρώτη συζήτηση με τον πρόεδρο της κοινότητας και κατόπιν τον δάσκαλο που κάθονταν στο ίδιο τραπέζι. Μου είπαν δυο λόγια για το χωριό: 45 οι μόνιμοι κάτοικοι πλέον, κατά βάση συνταξιούχοι (ή αλλιώς «τεμπέληδες», όπως μου είπε χαριτολογώντας ο πρώην δασονόμος, ο κυρ Θανάσης που καθόταν δίπλα), ενώ το καλοκαίρι μαζεύονται περίπου 150. Παλιά οι καλλιέργειες ήταν πολλές και η κτηνοτροφία βρισκόταν σε ακμή. Πλέον μόνο δύο τσοπάνηδες είχαν μείνει στο μέρος, ενώ οι καλλιέργειες ανάγονται σε οικιακό επίπεδο. Γενικά, παρά την ερήμωση, τα χωριά του Φενεού έχουν κίνηση, ειδικά σε περιόδους γιορτών όλο τον χρόνο.

Το πανηγύρι της Αγίας Μαρίνας είναι για τους Στενιώτες το μεγάλο γεγονός του καλοκαιριού. Τότε παρατηρείται η σύμπραξη όλων για την επιτέλεσή του: μαγαζιά της πλατείας σε συνεργασία με τον πολιτιστικό σύλλογο. Η γουρουνόπουλα (ή αλλιώς «γρνοπούλα» για τους μύστες του είδους) εννοείται ότι αποτελεί το βασικό έδεσμα, όπως σε κάθε χωριό της Πελοποννήσου που σέβεται τον εαυτό του. Όσον αφορά τη μουσική, το κλαρίνο έχει προφανώς την τιμητική του. Βέβαια δεν πλαισιώνεται πλέον από βιολιά, λαούτα και άλλα παραδοσιακά όργανα, αλλά από ηλεκτρονικό ήχο. Το κέφι πάντως μία ή άλλη ανάβει και ο χορός διαρκεί μέχρι τις 6 το πρωί. Ο στόχος με λίγα λόγια επιτυγχάνεται. Ντόπιοι και μη συνυπάρχουν, πίνουν, τρώνε και γλεντούν μαζί. Παλαιότερα μάλιστα, γινόταν και μεγάλη ζωοπανήγυρη.

Δεν σταματούν εδώ οι εκδηλώσεις. Ακόμα και τους χειμερινούς μήνες γίνονται πράγματα που λειτουργούν ως ανάσα για τους ντόπιους. Τα Χριστούγεννα παλιότερα, ανάβανε φωτιές, ψήνανε λουκάνικα και γλεντούσαν. Πλέον αυτός ο θεσμός δεν υπάρχει γιατί τον επισκίασαν οι «Γουρουνοκαβγάδες» του διπλανού χωριού, της Γκούρας. Όχι ότι έχει αρνητικό πρόσημο αυτό- ίσα ίσα που αποτελεί μια καλή ευκαιρία για συνύπαρξη και σύμπραξη των κατοίκων των δύο χωριών. Στο καρναβάλι μάλιστα της Γκούρας, το οποίο κάθε χρόνο είναι θεματικό, συνεργάζονται όλοι οι γύρω πολιτιστικοί σύλλογοι. Ενώνεται με λίγα λόγια η κοινότητα. Το Πάσχα στο Στενό, μετά το μεσημεριανό τραπέζι, διοργανώνονται αθλοπαιδιές για μικρούς και μεγάλους, οι οποίες καταλήγουν σε πάρτι μέχρι αργά το βράδυ. Είναι απορίας άξιο βέβαια, το πως σηκώνεται ο κόσμος εκείνη τη μέρα, αφού έχει μειώσει τον πληθυσμό των ντόπιων αιγοπροβάτων, για να πάει να αθληθεί. Ίσως να τον ωθεί το γιορτινό πνεύμα, η διάθεση και φυσικά το ανοιξιάτικο τοπίο. Τον Δεκαπενταύγουστο διοργανώνεται λαϊκή βραδιά με ζωντανή μουσική, ενώ κοντά στην 28η Οκτωβρίου, λαμβάνει χώρα η «Γιορτή Φασολάδας». Οι γηραιότεροι του χωριού μαγειρεύουν φασολάδα σε δύο μεγάλα καζάνια και την προσφέρουν στον κόσμο με συνοδεία κρασιού, εννοείται δωρεάν. Για να χορτάσει ο κόσμος βέβαια, βάζουν και μερικές γουρουνοπούλες να ψήνονται υπαίθρια… Ακολουθεί Λαϊκό-δημοτικό πρόγραμμα, πάλι με ζωντανή μουσική.

Σε μια συζήτηση που έκανα με τον κυρ Θανάση, τον πρώην δασονόμο, ψάλτη και τελευταίο μυλωνά του χωριού, 84 ετών σήμερα, μου φανερώθηκαν πολλές πτυχές του τόπου όπου βρισκόμουν. Κυρίως όμως αυτή η αναδρομή, έκανε φανερή την σταδιακή αλλαγή της τοπικής κοινωνικής πραγματικότητας. Πάντα αυτές οι συζητήσεις συνοδεύονται με μπύρα και μεζέ. Μου έλεγε για το πόσο σημαντικός είναι ο πλάτανος για το χωριό και ότι δεν είναι τυχαίο ότι ακριβώς πίσω του χτίστηκε η εκκλησία το 1872. Μάλιστα σε συζήτηση που έκαναν για να κόψουν τα πάνω κλαδιά, ο κυρ Θανάσης ήταν κάθετος: «Θα μείνει ως έχει!». Μέχρι και ποίημα έχει γράψει για τον συγκεκριμένο. Τόσο πολύ μπορεί να δεθεί ο άνθρωπος με τον χώρο και τα σημεία του. Πριν 70 χρόνια, όταν δηλαδή ήταν έφηβος, το χωριό αριθμούσε 350 κατοίκους. Λειτουργούσε Δημοτικό Σχολείο, μια αίθουσα για 70 μαθητές. Εκείνη την περίοδο τα περισσότερα ζευγάρια του χωριού έκαναν 4 έως 8 παιδιά. Αν και η πληθυσμιακή αλλαγή έγινε σταδιακά, ένα σημαντικό μέρος του ντόπιου πληθυσμού έφυγε το 1954-55 για την Αυστραλία με τα μεγάλα υπερατλαντικά μεταναστευτικά ρεύματα. «Νικολάκη, η καρδιά της Ελλάδας χτυπάει έξω!» μου είπε. Στο τραπέζι μας μαζεύτηκε κόσμος, όλοι μαζί ήπιαμε, συζητήσαμε, κάναμε πλάκες, βρίσαμε, ό,τι δηλαδή χαρακτηρίζει αυτές τις περιπτώσεις. Φιλόξενοι άνθρωποι, επικοινωνιακοί και με ευγένεια όχι την ψεύτικη «αστική», αλλά με την αληθινή, την άμεση, χωρίς φίλτρα.

Καθώς ο χρόνος κυλά, το Στενό μοιάζει να σιωπά λίγο περισσότερο κάθε χρόνο. Τα σπίτια που άλλοτε έσφυζαν από παιδικές φωνές μένουν κλειστά, τουλάχιστον μέχρι να έρθουν οι παραθεριστές, οι εκτάσεις γης δείχνουν όλο και πιο παραμελημένες, με αγριόχορτα που αγγίζουν το μέτρο και οι νέοι, κυνηγώντας ένα καλύτερο αύριο, δύσκολα βρίσκουν τον δρόμο της επιστροφής. Ο Χρήστος λέει ότι όσο δεν υπάρχουν πόροι για εργασία εδώ, δεν επιστρέφει ο κόσμος. Κι όμως, όσοι έμειναν πίσω συνεχίζουν να ανάβουν τα φώτα της πλατείας, να φροντίζουν τις αυλές και τα μονοπάτια, να πηγαίνουν για μια βουτιά στη λίμνη Δόξα, να κρατούν ζωντανές τις μνήμες και τις παραδόσεις, να χορεύουν, να πίνουν. Γιατί ένα χωριό δεν ζει από τον αριθμό των κατοίκων του, αλλά από τις καρδιές που επιμένουν να χτυπούν γι' αυτό. Και όσο υπάρχει έστω ένας άνθρωπος που το αγαπά και δραστηριοποιείται στα πλαίσιά του, το Στενό θα εξακολουθεί να αφηγείται τη δική του, πολύτιμη ιστορία κάτω από τον πλάτανο.

*Ο Νικόλαος Καστάνης είναι πτυχιούχος του τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και μεταπτυχιακός φοιτητής στο πρόγραμμα «Λαϊκός Πολιτισμός και Λογοτεχνία- Γεώργιος Μέγας» του τμήματος Φιλολογίας στο ίδιο πανεπιστήμιο. Δραστηριοποιείται επαγγελματικά ως διοργανωτής εκπαιδευτικών σεμιναρίων πάνω σε θέματα ιστορίας και λαογραφίας.