Καναδάς και Ευρώπη: Το νέο όραμα για μια Ένωση με γεωπολιτική ισχύ και δημοκρατικό βάθος
Ο πρωθυπουργός του Καναδά Μαρκ Κάρνεϊ, δεξιά, συνομιλεί με την επικεφαλής εξωτερικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης Κάγια Κάλας, αριστερά, και την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν
(AP Photo/Virginia Mayo)Η πρόσκληση προς τον Καναδά να καταστεί το πρώτο «συνδεδεμένο μέλος» της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να αποδειχθεί ιστορική.
Όχι επειδή προσθέτει έναν ακόμη διπλωματικό όρο στο ευρωπαϊκό λεξιλόγιο, αλλά επειδή εγκαινιάζει τη δυνατότητα μιας διαφορετικής Ευρώπης: μιας Ένωσης η οποία δεν περιορίζεται από τη γεωγραφία της, αλλά διευρύνει την επιρροή της μέσα από τη δημοκρατική συγγένεια, τη στρατηγική συμπληρωματικότητα και την κοινή ευθύνη απέναντι στις μεγάλες μεταβολές της εποχής.
Απαιτείται, βεβαίως, θεσμική ακρίβεια. Δεν έχει ακόμη ληφθεί οριστική απόφαση για την ένταξη του Καναδά σε ένα ολοκληρωμένο καθεστώς σύνδεσης. Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν άνοιξε επισήμως τη συζήτηση, προτείνοντας τη δημιουργία μιας πρωτόγνωρης σχέσης. Η έννοια του «συνδεδεμένου μέλους» δεν υφίσταται σήμερα ως αυτοτελής κατηγορία στις ευρωπαϊκές Συνθήκες. Συνεπώς, τα δικαιώματα, οι υποχρεώσεις, η συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων και η πρόσβαση στην ενιαία αγορά θα πρέπει να προσδιοριστούν μέσα από διαπραγμάτευση και συμφωνία των κρατών-μελών. Ιστορική, επομένως, είναι πρωτίστως η πολιτική απόφαση να ανοίξει αυτή η θύρα. Για πρώτη φορά, η Ευρωπαϊκή Ένωση εξετάζει τη θεσμική σύνδεση μιας μεγάλης εξωευρωπαϊκής δημοκρατίας όχι μόνο μέσω μιας εμπορικής συμφωνίας, αλλά με όρους στρατηγικής σύγκλισης. Πρόκειται για μια τολμηρή υπέρβαση της παραδοσιακής αντίληψης ότι η Ευρώπη ορίζεται αποκλειστικά από τα γεωγραφικά της σύνορα.
Η δημοκρατία δεν αποτελεί γεωγραφικό προνόμιο. Οι αρχές της μπορούν να ευδοκιμήσουν σε διαφορετικά σημεία του πλανήτη, όταν στηρίζονται από ισχυρούς θεσμούς, σαφείς κανόνες, αμοιβαιότητα, λογοδοσία και κοινωνίες που δεν αντιμετωπίζουν το κράτος δικαίου ως τυπικό περίβλημα.
Αυτό ακριβώς μπορεί να εκφράσει μια νέα σχέση Ευρώπης - Καναδά: την οργανωμένη σύμπραξη δημοκρατικών κρατών που δεν αρκούνται στην επίκληση κοινών αξιών, αλλά τις μετατρέπουν σε οικονομική, τεχνολογική και γεωπολιτική ισχύ.
Ο Καναδάς διαθέτει όσα χρειάζεται σήμερα η Ευρώπη, όπως ενεργειακούς πόρους, κρίσιμα ορυκτά, τεχνογνωσία, σημαντική παρουσία στην τεχνητή νοημοσύνη, στην κβαντική τεχνολογία, στην αεροδιαστημική και στην αμυντική παραγωγή. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, αντιστοίχως, διαθέτει μια τεράστια ενιαία αγορά, προηγμένα ερευνητικά οικοσυστήματα, ισχυρή βιομηχανική βάση και παγκόσμια ρυθμιστική επιρροή. Η συμπληρωματικότητα των δύο πλευρών μπορεί να δημιουργήσει νέα οικονομικά δεδομένα για τις επιχειρήσεις, την απασχόληση και τους πολίτες.
Η οικονομική αφετηρία υπάρχει ήδη. Μετά την προσωρινή εφαρμογή της CETA, το εμπόριο μεταξύ Καναδά και Ευρωπαϊκής Ένωσης αυξήθηκε σημαντικά. Ωστόσο, η συμφωνία δεν έχει ακόμη κυρωθεί από όλα τα εθνικά κοινοβούλια, γεγονός που αποκαλύπτει ταυτόχρονα τις δυνατότητες και τη βραδύτητα της ευρωπαϊκής θεσμικής μηχανής. Η νέα πρωτοβουλία μπορεί να οδηγήσει πέρα από τη συμβατική κατάργηση δασμών: σε κοινές επενδύσεις, αλυσίδες παραγωγής υψηλής προστιθέμενης αξίας, ενεργειακή ασφάλεια, κοινή αμυντική βιομηχανία, έρευνα, κυβερνοασφάλεια, τεχνητή νοημοσύνη και ασφαλέστερες αλυσίδες εφοδιασμού.
Η συνεργασία αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε έναν κόσμο όπου η οικονομική εξάρτηση χρησιμοποιείται πλέον ως μέσο πολιτικού καταναγκασμού.
Η Ευρώπη χρειάζεται να περιορίσει την έκθεσή της σε αυταρχικούς προμηθευτές κρίσιμων πρώτων υλών, ενώ ο Καναδάς επιδιώκει να διαφοροποιήσει τις εμπορικές και στρατηγικές του σχέσεις πέρα από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Δεν πρόκειται για μια συμμαχία εναντίον κάποιου. Πρόκειται για θεσμική πρόνοια απέναντι στην αστάθεια και για την απόκτηση μεγαλύτερης αυτονομίας χωρίς περιχαράκωση.
Εξίσου κρίσιμη είναι η γεωπολιτική διάσταση. Ο Καναδάς προσδίδει στην Ευρώπη στρατηγικό βάθος στον Ατλαντικό και στην Αρκτική, μια περιοχή που αναδεικνύεται σε νέο πεδίο ανταγωνισμού για την ασφάλεια, την ενέργεια, τις θαλάσσιες οδούς και τις πρώτες ύλες. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, από την πλευρά της, προσφέρει στον Καναδά εύκολη πρόσβαση σε ένα ευρύτερο οικονομικό και τεχνολογικό οικοσύστημα, ενισχύοντας τη διεθνή του αυθυπαρξία.
Αυτή η σημαντική πρωτοβουλία μπορεί παράλληλα να διαμορφώσει ένα νέο ευρωπαϊκό όραμα ομόκεντρων κύκλων, δηλαδή, έναν ισχυρό θεσμικό πυρήνα πλήρους συμμετοχής και, γύρω του, διαφορετικές βαθμίδες σύνδεσης στην οικονομία, στην έρευνα, στην άμυνα, στην ενέργεια και στην ασφάλεια. Η ευελιξία αυτή δεν πρέπει να σημαίνει θεσμική χαλαρότητα. Χρειάζεται σαφής κατανομή δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ώστε κανένα συνδεδεμένο κράτος να μη μετατραπεί ούτε σε προνομιακό επιβάτη ούτε σε άφωνο αποδέκτη ευρωπαϊκών κανόνων.
Μέσα σε αυτό το νέο πλαίσιο, η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει να απευθύνει και προς το Ηνωμένο Βασίλειο μια γενναία πρόσκληση επανασύνδεσης. Όχι ως ακύρωση της λαϊκής ετυμηγορίας του Brexit ούτε κατ’ ανάγκην ως άμεση επιστροφή στο προηγούμενο καθεστώς, αλλά ως πρόταση συμμετοχής σε μια ανανεωμένη ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική. Η συμβολή μιας από τις ωριμότερες δημοκρατίες του πλανήτη, μόνιμου μέλους του Συμβουλίου Ασφαλείας, παγκόσμιου χρηματοοικονομικού κέντρου και χώρας με κορυφαία πανεπιστήμια, θα καθιστούσε την Ευρώπη ισχυρότερη οικονομικά, αμυντικά και διπλωματικά.
Η σύνδεση του Καναδά και η επαναπροσέγγιση του Ηνωμένου Βασιλείου θα μπορούσαν να συγκροτήσουν έναν νέο δημοκρατικό άξονα στον Ατλαντικό. Μια τέτοια αρχιτεκτονική δεν θα υποκαθιστούσε την Ευρωπαϊκή Ένωση ούτε θα απομείωνε την πλήρη ιδιότητα των κρατών-μελών. Θα πολλαπλασίαζε, αντιθέτως, το γεωπολιτικό της εκτόπισμα και θα διεύρυνε τον χώρο μέσα στον οποίο εφαρμόζονται κοινοί κανόνες για την τεχνολογία, το εμπόριο, την ασφάλεια και τα δικαιώματα.
Η άμεση προσαρμογή της Ευρώπης στις νέες συνθήκες θα εξέπεμπε ένα ισχυρό μήνυμα προς τρεις κατευθύνσεις. Πρώτον, προς τις δημοκρατικές χώρες που αναζητούν αξιόπιστες συνεργασίες, δεύτερο, προς τα αυταρχικά καθεστώτα που επενδύουν στον κατακερματισμό της Δύσης και,τελος, προς τους ίδιους τους Ευρωπαίους πολίτες, οι οποίοι χρειάζονται μια Ένωση ικανή να προστατεύει, να καινοτομεί και να δημιουργεί απτά οφέλη στην καθημερινότητά τους.
Η Ευρώπη δεν μπορεί να απαντήσει στην παγκόσμια ρευστότητα με θεσμική ακινησία. Χρειάζεται να μετατρέψει την αξιακή της κληρονομιά σε πραγματική ισχύ και την οικονομική της κλίμακα σε συλλογική ευημερία.
Η πρόταση προς τον Καναδά μπορεί να αποτελέσει το πρώτο βήμα, από μια Ευρώπη που υπερασπίζεται το παρελθόν της, σε μια Ευρώπη που σχεδιάζει με παρρησία το μέλλον της. Ο Καναδάς μπορεί να γίνει το πρώτο εργαστήριο μιας ιστορικής μετάβασης όπου η Ευρώπη θα εξελιχθεί στον θεσμικό πυρήνα μιας ευρύτερης συμμαχίας δημοκρατιών.
H Μάχη Γεωργακοπούλου είναι Οικονομολόγος, Μέλος ΣΔ του Πανεπιστημίου Πατρών
Συνεργασία PRODEA Investments, Invel Real Estate, LGT Capital Partners για πλατφόρμα logistics
15:40
Την Κυριακή 20/9 η πολιτική κηδεία της Μαργαρίτας Παπανδρέου
15:32
1ο Συμπόσιο «Μικρές Ιφιγένειες – Γυναίκες αντιμέτωπες με τους σιωπηλούς καρκίνους»
15:29
Διαδικτυακά ψήφισε ο Βλαντιμίρ Πούτιν στις εκλογές στη Ρωσία - Γιατί είναι σημαντικό το αποτέλεσμα
15:29