Γιατί δεν γνωρίζουμε πόσοι άνθρωποι έχουν αναρρώσει από τον κορωνοϊό;
Πηγή: AP Photo

Είναι μια ερώτηση που κάνουν πολλοί: πόσοι άνθρωποι ακριβώς έχουν αναρρώσει από τον κορωνοϊό

Οι περισσότεροι ασθενείς με Covid-19 αρρωσταίνουν ελαφριά και καταφέρνουν να αναρρώσουν χωρίς ιατρική φροντίδα, την ίδια ώρα που τα σοβαρότερα περιστατικά νοσηλεύονται στα νοσοκομεία, σύμφωνα με το αμερικανικό Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων.

Αν και καθημερινά οι χώρες δημοσιεύουν στοιχεία για τα επιβεβαιωμένα κρούσματα και τους θανάτους, λίγα είναι γνωστά σχετικά με τους ασθενείς που αναρρώνουν.

Το Πανεπιστήμιο Johns Hopkins ανακοινώνει στοιχεία ασθενών που έχουν αναρρώσει από την αρχή της πανδημίας στην Κίνα.

Όταν ο ιός μεταδόθηκε στον πλανήτη, οι ερευνητές συνειδητοποίησαν ότι είχαν λίγα μέσα αναφοράς των αποθεραπευθέντων, επομένως αποφάσισαν να περιορίσουν τις αναφορές, στα στοιχεία που ανακοινώνουν οι χώρες.

Οι αναφορές για τους ιαθέντες εκτός Κίνας αφορούν σε εκτιμήσεις σε επίπεδο χώρας και βασίζονται σε αναφορές στα τοπικά μέσα και ίσως είναι σημαντικά χαμηλότερες σε αριθμό απ’ ό,τι ισχύει στ’ αλήθεια, λέει ο Ντάγκλας Ντόνοβαν, εκπρόσωπος του Πανεπιστημίου της Βαλτιμόρης.

Στις ΗΠΑ δεν υπάρχει καμία επίσημη αναφορά για τον αριθμό των ασθενών που κατάφεραν να αναρρώσουν.

Το Σάββατο, περισσότεροι από 223.000 άνθρωποι σε όλον τον κόσμο ανάρρωσαν από τον Covid-19, σύμφωνα με στοιχεία του Πανεπιστημίου Johns Hopkins. O πραγματικός αριθμός είναι πιθανό να είναι υψηλότερος, καθώς καλύπτει μόνο επιβεβαιωμένα κρούσματα.

Γιατί είναι σημαντικό να καταγράφονται

Η γνώση του αριθμών των κρουσμάτων που έγιναν καλά μπορεί να βοηθήσει στην παροχή μια πιο ακριβούς καταμέτρησης του ακριβούς αριθμού των ανθρώπων που έχουν μολυνθεί, λέει ο δρ. Μπάλα Χότα, καθηγητής μολυσματικών νοσημάτων στο Πανεπιστήμοι Rush.

«Η γνώση του πραγματικού αριθμού μολυσμένων ανθρώπων στον πληθυσμό θα ήταν πολύ χρήσιμη για να έχουμε καλύτερα μοντέλα όταν η ασθένεια κορυφωθεί και μειωθεί και επίσης όταν θα αρχίσουν να επιστρέφουν οι άνθρωποι στην εργασία τους», λέει ο Χότα.

Τα δεδομένα ίασης θα μπορούσαν επίσης να υποδείξουν πόσο εύκολα μπορούν οι άνθρωποι αποκτήσουν απέναντι στον ιό.

«Οι πρώην μολυσμένοι άνθρωποι θα μπορούν να αποκλειστούν στα μοντέλα υπολογισμού, γεγονός που θα επηρεάσει την πρόβλεψη για το πόσες περιπτώσεις θα εμφανιστούν στο εγγύς μέλλον», δήλωσε ο Χότα.

«Σε ατομικό επίπεδο, εάν οι άνθρωποι μπορούν να ξέρουν εάν ήταν ασυμπτωματικοί ή ήπια άρρωστοι, μπορούν να ξέρουν ότι είναι άνοσοι και μπορούν με ασφάλεια να επιστρέψουν στην εργασία μετά το τέλος της καραντίνας». 

Μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν στοιχεία που να δείχνουν ότι οι άνθρωποι που έχουν μολυνθεί από τον Covid-19 μπορεί να ξανακολλήσουν τον νέο κορωνοϊό, τονίζει ο Χότα, αν και δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία. «Πρόκειται για μια υπομελετημένη κατηγορία», λέει για τους αποθεραπευθέντες του Covid-19.

H ίαση… μπορεί να πάρει χρόνο

Όπως είναι γνωστό, προς το παρόν δεν υπάρχει θεραπεία για τον κορωνοϊό, ωστόσο αυτοί που μολύνονται μπορούν να αναρρώσουν με την κατάλληλη φροντίδα ώστε να ανακουφίσουν τα συμπτώματα.

Σύμφωνα με τον αμερικανικό ΕΟΔΥ, υπάρχουν τρία κριτήρια που μπορεί να βοηθήσουν τους ασθενείς που παραμένουν σε καραντίνα στο σπίτι να καταλάβουν ότι έχουν θεραπευτεί:

1. Δεν έχουν εμφανίσει καθόλου πυρετό τις τελευταίες 72 ώρες και χωρίς να έχουν χρησιμοποιήσει κάποιο μέσο μείωσης του πυρετού.
2. Βελτίωση των άλλων συμπτωμάτων που σχετίζονται με τον κορωνοϊό, όπως είναι ο βήχας ή η δύσπονοια.
3. Έχουν περάσει τουλάχιστον επτά ημέρες από την πρώτη εμφάνιση αυτών των συμπτωμάτων.

Όταν υπάρχει πρόσβαση στα διαγνωστικά τεστ, τα κριτήρια περιλαμβάνουν δύο συνεχόμενα τεστ τα οποία θα πρέπει να βγουν αρνητικά με διαφορά 24 ωρών το ένα από το άλλο, σε συνδυασμό με την ανυπαρξία πυρετού και τη σημαντική βελτίωση των άλλων συμπτωμάτων.

Η αποθεραπεία δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ο ασθενής αμέσως επιστρέφει στην υγιή του κατάσταση. Ο Χότι επισημαίνει ότι πολλοί ασθενείς αισθάνονται ακόμη κουρασμένοι ή έχουν έναν ελαφρύ βήχα ακόμη κι αν πληρούν τα κριτήρια ανάρρωσης.

«Η ανάρρωση… μπορεί να πάρει λίγο χρόνο», λέει.

Μέχρι και έξι εβδομάδες, σύμφωνα με τον δρ. Μάικ Ράιαν, εκτελεστικό διευθυντή ενός προγράμματος επειγόντων νοσημάτων του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας.

«Οι άνθρωποι που ασθενούν βαριά από τον ιό μπορεί να χρειαστούν ακόμη και μήνες για να συνέλθουν πλήρως».

Σύμφωνα με τον Ράιαν, ο ασθενής θεωρείται πλέον θεραπευμένος όταν δεν έχει εμφανή συμπτώματα και έχει υποβληθεί σε δύο τεστ με τουλάχιστον μία ημέρα διαφορά, τα οποία έχουν βγει αρνητικά.

Επίσης, η αποθεραπεία μπορεί να διαφέρει από την κατάσταση στην οποία ο φορέας παύει πλέον να μεταφέρει τον ιό. Ένα σημείο από το οποίο πηγάζει αρκετή σύγχυση.

Πόσο καιρό παραμένει ο ιός στο σώμα μας;

Οι εκτιμήσεις διαφέρουν ως προς αυτό 

Μία μελέτη που δημοσίευσε το ιατρικό περιοδικό JAMA τον Φεβρουάριο, βασίστηκε σε στοιχεία από τέσσερις ιατρούς της πόλης Γουχάν, στην Κίνα, οι οποίοι είχαν βρεθεί θετικοί στον Κορωνοϊό. Ένας είχε νοσηλευτεί και τρεις είχαν τεθεί σε καραντίνα. Σύμφωνα με τη μελέτη, όλοι τους έφεραν επάνω τους τον ιό μέχρι και 13 ημέρες μετά το πέρας τον συμπτωμάτων και αφού είχε κριθεί ότι μπορούσαν να πάρουν εξιτήριο ή να σταματήσουν την καραντίνα.

Άλλη έρευνα, που δημοσίευσε το περιοδικό The Lancet, το Μάρτιο, βρήκε ότι ο ιός μπορεί να ανιχνευτεί μέχρι και 37 ημέρες μετά σε ασθενείς που ανέρρωσαν. Η μελέτη αυτή άντλησε στοιχεία από 191 ασθενείς Covid-19 στη Γουχάν που είτε είχαν πάρει εξιτήριο, είτε είχαν πεθάνει μέχρι το τέλος Ιανουαρίου. Σύμφωνα με τη μελέτη αυτή, η μέση διάρκεια παραμονής του ιού ήταν οι 20 ημέρες μετά την εμφάνιση της ασθένειας. 

Αναφορικά με αυτούς που είχαν πεθάνει, οι ερευνητές βρήκαν ότι «ο ιός μπορούσε να ανιχνευτεί στον λαιμό των νεκρών». 

Το Κέντρο Ελέγχου Νοσημάτων σημειώνει πώς πιστεύεται ότι ο Covid-19 εξαπλώνεται κυρίως μέσω της στενής επαφής μεταξύ των ανθρώπων με τα σταγονίδια αναπνοής, όπως τα σταγονίδια που προέρχονται από βήχα ή φτάρνισμα. Ενώ οι άνθρωποι που έχουν μολυνθεί συχνά έχουν συμπτώματα ασθένειας, ορισμένα άτομα χωρίς συμπτώματα μπορεί επίσης να είναι σε θέση να διαδώσουν τον ιό.

Συγκεκριμένα, το τεστ «δεν μας δίνει πληροφορίες εάν ο ιός είναι αυτό που αποκαλούμε βιώσιμος ή μπορεί να ζήσει και μπορεί να προκαλέσει μεταγενέστερες λοιμώξεις», λέει ο Χότα. «Έτσι, το τεστ μπορεί να ανιχνεύσει το γενετικό υλικό, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι κάποιος είναι απαραίτητα ακόμα μολυσματικός».

Διαβάστε επίσης