FOCUS

Η γενεαλογία των προσφύγων: Ποιος μένει στην ενωμένη Ευρώπη;

Η γενεαλογία των προσφύγων: Ποιος μένει στην ενωμένη Ευρώπη;
Μια γυναίκα και δύο παιδιά περπατούν στον προσφυγικό καταυλισμό της Ειδομένης, την Πέμπτη 1 Απριλίου 2016, βιώνοντας την αλήθεια της ενωμένης Ευρώπης REUTERS/Marko Djurica

Οι Ευρωπαίοι ηγέτες θέλουν να πιστεύουν ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) κινδυνεύει με κατάρρευση εξαιτίας των προσφυγικών ροών, επομένως αρκεί να τις εξαλείψουν για να επανέλθει η κανονικότητα στις υποθέσεις τους.

Η πίστη τους αυτή μετατρέπει σε κοινή λογική δύο παρανοήσεις: ότι υπάρχει κανονικότητα, ωσάν να μην υφίστανται άλλοι λόγοι που θα μπορούσαν να οδηγήσουν την ΕΕ σε κατάρρευση, ότι δεν υπάρχουν προσφυγικές ροές, άλλες πέραν αυτών που καταλήγουν στην ΕΕ, ωσάν η Ευρώπη να αποτελεί τον μοναδικό προορισμό των εκτοπισμένων.

Κοινός παρονομαστής των δύο παρανοήσεων είναι η ιδέα πως υφίσταται νομοτελειακά κάποιου είδους ευρωπαϊκό σχέδιο/πρότυπο, το οποίο αφενός εκτροχιάζεται όταν παραβιάζονται οι κανόνες, αφετέρου αποτελεί πόλο έλξης για τους ταπεινωμένους και καταφρονεμένους του μάταιου τούτου κόσμου ακριβώς επειδή έχει κανόνες.

Ως εκ τούτου, η ιδέα αυτή αποτελεί ταυτόχρονα και ένα συγκεκαλυμμένο μήνυμα προς τον κόσμο: η επιθυμία του πρόσφυγα να απολαύσει το ευρωπαϊκό κεκτημένο, βάζει το ευρωπαϊκό κεκτημένο σε κίνδυνο.

Το μήνυμα της διάσωσης

Το μήνυμα αυτό υπάρχει διατυπωμένο στην ευρωπαϊκή πολιτική εδώ και τουλάχιστον για μια δεκαετία, αλλά έπρεπε να έρθουν οι πρόσφυγες για να αναδειχθεί η προγραμματική του διάσταση σε όλο της το μεγαλείο. Γιατί, τι άλλο μας διδάσκει η εποχή της λιτότητας των Hartz IV, six-pack και two-pack, πέραν από το ότι η επιθυμία του Ευρωπαίου πολίτη να απολαύσει το ευρωπαϊκό κεκτημένο / κοινωνικό κράτος, βάζει το ίδιο το ευρωπαϊκό κεκτημένο / κοινωνικό κράτος σε κίνδυνο;

Στην Ελλάδα, το δίδαγμα επανήλθε ήδη από τις πρώτες μέρες της μνημονιακής δυστοπίας στο ερώτημα πώς θα πληρώνουμε μισθούς και συντάξεις (αν δεν τις περικόψουμε και στο τέλος καταργήσουμε). Κάθε διακήρυξη δε περί νόμιμης και ηθικής διαχείρισης της χρεοκοπίας, που εμφανίστηκε στη συνέχεια, εμπεριείχε όλες τις παραλλαγές του μηνύματος αυτού· για να καταλήξει τελικά στην απόλυτη παραδοχή: αν θέλουμε να μείνουμε Ευρώπη, θα πρέπει να τελούμε διαρκώς υπό διωγμό, υποκείμενα μιας συνεχούς τιμωρίας επί μιας διαρκούς αμαρτίας, που περνά από την ανεπαρκή φύλαξη των χρηματοπιστωτικών συνόρων της Ευρωζώνης στην ανεπαρκή φύλαξη των γεωγραφικών συνόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Border control 2016 03 22T073220Z 801195749 D1AESTXZOMAA RTRMADP 3 EUROPE MIGRANTS GREECE LESBOS

Μικρό κορίτσι τυλιγμένο με κουβέρτα σε σκάφος της Frontex που αποβιβάζει πρόσφυγες στο λιμάνι της Μυτιλήνης, στις 22 Μαρτίου 2016, τέσσερις ημέρες μετά τη συμφωνία Ευρωπαϊκής Ένωσης – Τουρκίας - Πηγή: REUTERS/Alkis Konstantinidis

Στη λογική του ίδιου μηνύματος επέλεξε η ενωμένη Ευρώπη, μετά από εβδομάδες ενδοκοινοτικών συγκρούσεων, να «διασώσει» τους πρόσφυγες από το δίκτυο των διακινητών. Στο τελευταίο επεισόδιο των ευρωτουρκικών διαπραγματεύσεων, η διάσωση αποκρυσταλλώθηκε στον κανόνα 1:1, βάσει του οποίου δικαίωμα προτίμησης εισόδου στην ΕΕ από την Τουρκία θα έχουν 72.000 Σύροι πρόσφυγες, οι οποίοι δεν έχουν προηγουμένως επιχειρήσει να εισέλθουν σε ευρωπαϊκά εδάφη.

Πέραν από το προφανές παράδοξο να προστατεύονται από τους διακινητές οι «παράτυποι» μετανάστες με την επιστροφή τους στη συνοριακή ζώνη όπου οι διακινητές επιχειρούν ανενόχλητοι, ανιχνεύει κανείς εδώ το συμβολικό ανάλογο μιας τιμωρίας, όπου μια οικονομία πρέπει να αποβληθεί από την ζώνη του ευρώ, επειδή εισήλθε σε αυτήν παράτυπα, και αντ’ αυτής να εισέλθει μια άλλη που δηλώνει πίστη στους κανόνες (και εξυπηρετεί καλύτερα το σχέδιο/πρότυπο εντός της ζώνης). Στο δε ρόλο των διακινητών αναγνωρίζει κανείς τους διακινητές–διαμεσολαβητές της διεθνούς τραπεζικής που παραμένουν στο απυρόβλητο, έχοντας κάνει την κρίση χρέους ευκαιρία υψηλότερων αποδόσεων.

Το παραπάνω συμβολικό ανάλογο έχει ήδη αποκτήσει τις πρέπουσες πολιτικές του διαστάσεις στον ευρωπαϊκό μικρόκοσμο, μπαίνοντας στον κοινό παρονομαστή των ευρωπαϊκών παρανοήσεων περί κανονικότητας. Στις 4 Ιανουαρίου 2015, ο Τσέχος πρόεδρος Μίλος Ζέμαν (Miloš Zeman) ζητούσε σε ραδιοφωνική του συνέντευξη την αποβολή της Ελλάδας από την ΟΝΕ και τον Ιούλιο του ίδιου έτους διατράνωνε ότι η ρητή επιθυμία της Πράγας για είσοδο στην Ευρωζώνη θα δρομολογηθεί μόνο αν και όταν υπάρξει αντίστοιχη ελληνική έξοδος.

Στις 25 Ιουλίου 2015, ο κεντρικός τραπεζίτης της Πολωνίας και πρώην διευθυντής του ΔΝΤ στην Ευρώπη, Μάρεκ Μπέλκα (Marek Belka), δήλωνε στον βρετανικό Telegraph ότι, αν και «η χώρα του ως μέλος της ΕΕ, είναι υποχρεωμένη να ενταχθεί στο ευρώ», αυτό θα πάρει χρόνια, καθώς «όσο η Ευρωζώνη έχει προβλήματα με κάποια από τα μέλη της, μην περιμένετε να δείξουμε ενθουσιασμό». Για την ελληνική οικονομία, ο Πολωνός τεχνοκράτης σημείωνε ότι τα προβλήματά της δεν πρόκειται να λυθούν αν δεν υπάρξει βιώσιμη ανάπτυξη. Όμως, την ίδια στιγμή επέμεινε στην εφαρμογή των αποκαλούμενων «μεταρρυθμίσεων», για τις οποίες παραδέχθηκε ότι «συνήθως παίρνει αρκετό διάστημα να αποδώσουν».

Φυσικά, δεν τίθεται ζήτημα ταύτισης των ευρωπαϊκών οικονομιών με το υποκείμενο των προσφύγων. Τίθεται, όμως, ζήτημα ενός τρόπου σκέψης, ανάγνωσης και ανταπόκρισης σε κάθε κρίση· μια τεχνική κυριαρχίας που διαμορφώνεται από τη διαπλοκή εξουσίας και γνώσης του παρελθόντος, διαχέεται στο σύνολο της κοινωνικής ζωής, ολοκληρώνει και ενοποιεί την Ευρώπη σε μια νέα εθνική συνείδηση με έναν και αδιαμφισβήτητο φορέα επιβολής, ο οποίος ορίζει, όχι μόνο τους κανόνες –όπως αναγνώσαμε στο πρώτο μέρος– αλλά την ένταξη των άλλων σε αυτούς· και αυτό είναι το αντικείμενο αυτής της ανάλυσης:

Ποιος μένει τελικά σε αυτήν την ενωμένη Ευρώπη και γιατί;

Η παράτυπη είσοδος και οι δύο ευρωπαϊκές ανάγκες

Ανατρέχοντας στα παλαιότερα επεισόδια της κρίσης χρέους της Ευρωζώνης και τα πιο πρόσφατα της προσφυγικής, δεν μπορεί κανείς να παραβλέψει τις ομοιότητες στον τρόπο με τον οποίο αντέδρασαν οι ευρωπαϊκές ηγεσίες. Και στις δύο περιπτώσεις αυτό που επικράτησε και επικρατεί είναι η ανάγκη των ηγεσιών να κανονικοποιήσουν το προϊόν των παρασκηνιακών τους ζυμώσεων και των παζαριών, αφήνοντας κατά μέρος την παραγωγή πολιτικής. Δεν κατάφεραν να εφαρμόσουν ούτε καν την πρόταση ποσοστώσεων του Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ (Jean-Claude Juncker) –όπως προτάθηκε τον περασμένο Σεπτέμβριο με στόχο την επανεγκατάσταση επιπλέον 120.000 προσφύγων (πέραν των 40.000 που είχαν προταθεί από τον Μάιο του 2015) στα κράτη-μέλη της ΕΕ. Την ίδια εποχή εκτιμάτο ότι ο αριθμός των προσφύγων θα ξεπερνούσε το ένα εκατομμύριο, όπως και έγινε.

Στο πρώτο μέρος («Η γενεαλογία των προσφύγων: Τα εξωτερικά σύνορα της Ευρώπης») κάναμε λόγο για ανάγκη των ηγετών για ιστορία. Παρατηρήσαμε, κατ' αρχάς, ότι η επικρατούσα αφήγηση για την επικείμενη ευρωκατάρρευση εξαιτίας των προσφυγικών ροών επιχειρείται να συνδεθεί με ιστορικά ανάλογα, στα οποία η σημερινή εκδοχή της ενωμένης Ευρώπης αναπαρίσταται με όρους μεσαιωνικής κοσμολογίας και επίκεντρο της ιδέα της ρωμαϊκής πολιτείας ως συστατικού στοιχείου μιας κυρίαρχης -δυτικής στο χώρο και γερμανικής στο χρόνο- γενεαλογίας, που συνδέει την εποχή του Καρλομάγνου με την εποχή του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε και την αιώνια ειρήνη στη Γηραιά Ήπειρο με το ευρώ ή –ορθότερα– με μια ενιαία νομισματική αρχή.

Όπως ισχυριστήκαμε, αυτή η αλληγορική θεώρηση θα αποτελούσε απλώς άλλο ένα προνομιακό πεδίο πολεμικής για την αναβαπτισμένη στις στάχτες της οικονομικής κρίσης δεξιά του Κυρίου, με γνώμονα το ότι οι επιμέρους ιστορισμοί είναι το καταφύγιο κάθε εθνικοπολιτικής δομής που αναζητά στην καταγωγική αλήθεια την επιβεβαίωση της εξουσίας της.

Όμως, ο πολιτικός αυτός λόγος –ταυτόχρονα εθνικιστικός και ευρωπαϊκός– μάς λέει ότι η θεώρησή του δεν αφορά μόνο σε ένα έθνος–κράτος, αλλά στην ίδια την υπερεθνική δομή που αναγνωρίζεται ως ΕΕ. Ο πολιτικός λόγος, που έχει γεννηθεί μέσα από την προγραμματική σύγκλιση νεοφιλελευθερισμού/νεοσυντηρητισμού, δεν επικαλείται τα ιστορικά ανάλογα απλώς για την υπεράσπιση του εκάστοτε εθνικού χώρου απέναντι στους θεσμούς της παγκοσμιοποίησης, αλλά συναρθρώνει τον εθνικό χώρο με τις επιταγές της τελευταίας.

Ακόμα και στο ριζοσπαστικό δεξιό άκρο του πολιτικού φάσματος, η ενωμένη Ευρώπη δεν αμφισβητείται per se. Παρά τις διαφορετικές προσεγγίσεις των κατά τόπους εκπροσώπων της ακροδεξιάς πάνω στο ζήτημα της κυριαρχίας (άλλα πολιτικοί σχηματισμοί καταφέρονται ενάντια στο ευρώ, άλλοι ενάντια στο Ισλάμ, άλλοι ενάντια στη γραφειοκρατία των Βρυξελλών), οι περισσότεροι δεν διστάζουν –ιδίως όσο μετακινούμαστε από την περιφέρεια προς τον πυρήνα των 28– να παραδίδουν μαθήματα για την υπεράσπιση της Γηραιάς Ηπείρου, για την υπεράσπιση των αξιών της ελευθερίας των εθνών (μεν) της Ευρώπης (δε), όπου το αιτούμενο είναι τελικά το καλύτερο πλασάρισμα της εθνότητας –ούτε καν του έθνους-κράτους– στο καθεστώς ιεράρχησης της ιστορικής και –κατ’ επέκταση– της οικονομικής αλήθειας ως απαρασάλευτης τάξης και ειρήνης, όπως ορίζεται από τον γερμανοκεντρικό φορέα επιβολής στην εποχή της κρίσης.

Η ένταξη στον δυτικό κανόνα του 21ου αιώνα

Πουθενά δεν έχει αποτυπωθεί πληρέστερα η παραπάνω συνάθρωση/πλασάρισμα/ιεράρχηση όσο στις διαχρονικές ζυμώσεις των Ευρωπαίων εταίρων για τα ζητήματα δημοσιονομικής προσαρμογής, τα οποία ενέχουν πάντα την ιδέα των ιδιοτήτων της εθνότητας ως σημαντικής παραμέτρου των οικονομικών επιδόσεων.

Ενδεικτικά, τον περασμένο Οκτώβριο, ο υποψήφιος για το προεδρικό χρίσμα των Ρεπουμπλικανών Τζεμπ Μπους (Jebb Bush) κατέφυγε στο στερεότυπο των «Γάλλων που δουλεύουν λιγότερο», κατηγορώντας τον συνυποψήφιό του Μαρκ Ρούμπιο (Mark Rubio) ότι είναι υποστηρικτής της «γαλλικής εργάσιμης εβδομάδας» («French work week»).

Έχοντας κλείσει μόλις χρόνο στη θέση της υπουργού Οικονομικών επί προεδρίας Σαρκοζί, η πρώην επικεφαλής της Baker & McKenzie –διεθνούς δικηγορικής εταιρείας με έδρα το Σικάγο–, Κριστίν Λαγκάρντ (Christine Lagarde), δήλωνε ότι «ήρθε η ώρα για τους Γάλλους να ανασκουμπωθούν». Έχοντας μόλις επιστρέψει από τις ΗΠΑ το 2005 για να αναλάβει το υπουργείο Εμπορίου επί προεδρίας Σιράκ, διαπίστωσε ότι «αντί να σκέφτονται τη δουλειά τους, οι Γάλλοι σκέφτονταν πώς θα οργανώσουν το σαββατοκύριακό τους».

Με αντίστοιχο τρόπο προσεγγίζεται το γερμανικό οικονομικό θαύμα, με την εργασιακή ηθική των Γερμανών όχι απλώς ως δημοσιογραφικό αφήγημα στερεοτύπων αλλά φιλοσοφική θεώρηση καταγωγικής αλήθειας. Τη βλέπουμε στους Γερμανούς φιλοσόφους του Μεσοπολέμου, όπως ερμηνεύουν την έννοια της «Arbeitsfreude» («χαρά της εργασίας»), όπου η εργασία από μόνη της δίνει νόημα στην ύπαρξη, τη βλέπουμε στη φαινομενολογία του Μαξ Σέλερ (Max Scheler), ο οποίος ερμηνεύει τη χαρά που νιώθουν οι συμπατριώτες του για την ίδια εργασία μέσα από μία αντιθετικιστική εργασιακή ηθική βασισμένη στην πίστη («Arbeit und Ethic», 1899) (σύστημα στο οποίο βάσισε το διδακτορικό του στη θεολογία το 1953 ο Κάρολ Βοϊτίλα και αργότερα πάπας Ιωάννης Παύλος ΙΙ), τη βλέπουμε στην κλασική θεώρηση του Μαξ Βέμπερ (Max Weber) για την «προτεσταντική ηθική της εργασίας» ως μέσου ατομικής σωτηρίας (1905).

Στις 25 Νοεμβρίου 2003, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο θα αποφάσιζε να δώσει χρόνο σε Γερμανία και Γαλλία, κόντρα στην εισήγηση της Κομισιόν που ζητούσε την ενεργοποίηση της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος. Οι δύο χώρες είχαν παραβεί το όριο ελλείμματος 3% που προέβλεπαν οι συνθήκες. Όμως, οι συνθήκες, δηλαδή το Σύμφωνο Σταθερότητας του 1997, προέβλεπε εξίσου ότι τον τελικό λόγο θα είχε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Αυτό που είχε σοκάρει τότε τον διεθνή περίγυρο ήταν το πόσο εύκολα προσαρμόζονταν οι κανόνες στις ανάγκες των ισχυρότερων κρατών-μελών της ΕΕ, που -μετά την κρίση και στο όνομα των ίδιων κανόνων- θα απαιτούσαν σιδηρά πειθαρχία από κάθε υποδεέστερο εταίρο τους. Αποδείχτηκε, έτσι, από τα πρώτα χρόνια του ευρώ, ότι οι τεχνικοί όροι των κανόνων ήταν με τέτοιο τρόπο διαμορφωμένοι, ώστε να εγγυώνται τη διατήρηση των συσχετισμών εξουσίας στην ιεραρχία.

Θα μπορούσε βάσιμα να ισχυριστεί κανείς πως το όλο υπερεθνικό οικοδόμημα της ενωμένης Ευρώπης ήταν και παραμένει συνεπές με τη συνθήκη που εγκαθίδρυσε την μεταπολεμική γαλλογερμανική συνεννόηση και θεωρείται διαχρονικά η ικανή και αναγκαία για την διατήρηση της ειρήνης στη Γηραιά Ήπειρο. Όμως, μετά το 2009, ακόμα και αυτή η συνεννόηση τίθεται εν αμφιβόλω, με την αδιαμφισβήτητη επιβολή του γερμανικού υπουργείου Οικονομικών (Bundesfinazministerium) στις ευρωπαϊκές υποθέσεις. Τον Οκτώβριο του 2009, το χαρτοφυλάκιο των Οικονομικών στη δεύτερη κυβέρνηση της Άνγκελα Μέρκελ (Angela Merkel) θα αναλάμβανε ο 67χρονος υπουργός Εσωτερικών της πρώτης της κυβέρνησης, ο αρχιτέκτονας της γερμανικής ενοποίησης, ο παλαιότερος κοινοβουλευτικός άνδρας της Γερμανίας και ένας διαπρύσιος υποστηρικτής της γαλλογερμανικής συνεννόησης και της ευρωπαϊκής εμβάθυνσης.

Η γερμανική υπεροχή στις ευρωπαϊκές υποθέσεις είχε πάντα τη σφραγίδα του Budesfinanzministerium. Θυμάται κανείς ότι πριν από την ΟΝΕ εκφραζόταν στο πρόσωπο του αντικαγκελάριου και υπουργού Εξωτερικών των Χέλμουτ Σμιτ (Helmut Schmidt) (1974-1982) και Χέλμουτ Κολ (Helmut Kohl) (1982-1992), του φιλελεύθερου Χανς Ντίτριχ Γκένσερ (Hans-Dietrich Gensher), που επιδίωξε όπως κανένας άλλος την ένωση της Γερμανίας και τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας. Πριν από αυτό, η ιστορία θα τον καταγράψει ως τον πρωτεργάτη της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξης (Single European Act) που υπεγράφη στο Λουξεμβούργο στις 17 Φεβρουαρίου 1986 από εννέα κράτη μέλη και στις 28 Φεβρουαρίου 1986 από τη Δανία, την Ιταλία και την Ελλάδα και ήταν η πρώτη μεγάλης σημασίας τροποποίηση της συνθήκης για την ίδρυση της ΕΟΚ.

Μιλώντας για πρόσφυγες, ο Γκένσερ ήταν αυτός που στις 30 Σεπτεμβρίου 1989 από το μπαλκόνι της γερμανικής πρεσβείας στην Πράγα ανακοίνωσε σε 4.500 Τσέχους και Ανατολικοευρωπαίους ότι η γερμανική κυβέρνηση συμφώνησε με την τσεχοσλοβακική πως οι πρόσφυγες ήταν πλέον ελεύθεροι να εγκαταλείψουν τη χώρα: «Ήρθαμε να σας πούμε σήμερα ότι η αναχώρησή σας» («Wir sind zu Ihnen gekommen, um Ihnen mitzuteilen, dass heute Ihre Ausreise ...»). Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη φράση του, καθώς στο άκουσμα της λέξης το συγκεντρωμένο πλήθος ξέσπασε σε πανηγυρισμούς. Οι συγκινητικές εικόνες έκαναν το γύρο του κόσμου. Ο υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας όριζε την τύχη της Ευρώπης και την επικράτηση του δυτικού οικονομικού μοντέλου. Τι άλλαξε από εκείνη τη θριαμβευτική υποδοχή που σήμανε την ένταξη των Ανατολικοευρωπαίων στο δυτικό κανόνα;

Ανάμεσα στο Μάαστριχτ και την κρίση χρέους της Ευρωζώνης –ουσιαστικά ανάμεσα σε δύο κρίσεις, αν θέσουμε ως ορόσημο τη νομισματική κρίση του 1992– παρατηρεί κανείς τη σταδιακή μετάβαση από τον κανόνα των Εξωτερικών στον κανόνα των Οικονομικών και από τον πληθυντικό των οικονομικών σχέσεων με σημείο αναφοράς τη Ρώμη του 1957 (ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας – ΕΟΚ) στον ενικό της οικονομικής σχέσης με σημείο αναφοράς τη Φρανκφούρτη του 1998 (ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας – ΕΚΤ): μια γενεαλογική μικρογραφία της λαγκαρντιανής γενεαλογίας του ευρώ με ενδιάμεσο σημείο αναφοράς τη νεοφιλελεύθερη επανάσταση του '80.

Στη μετάβαση αυτή, η ενωμένη Δυτική Ευρώπη απεκδύεται των νεωτερικών της καταβολών χωρίς να τις καταγγέλλει, αποδομεί κάθε προηγούμενη νομική διατύπωση της εκχώρησης της εξουσίας από τον κυβερνώμενο στον κυβερνώντα και επανανοηματοδοτεί την κυριαρχία, καταφεύγοντας στην ιστορία: ως ενωμένη Ευρώπη καθίσταται ολοένα και περισσότερο το πλέγμα εξουσίας, που διανέμει ρόλους ανάμεσα σε ισχυρούς, λιγότερο ισχυρούς και αδύναμους και το οποίο ρωτά «τι θα γινόταν αν όλες οι χώρες της Ευρωζώνης κατέφευγαν σε δημοψήφισμα για τη λιτότητα», παρά εκείνο το πεδίο παραγωγής πολιτικής ανάμεσα σε ισότιμους εταίρους, που θα απαντούσε φερειπείν στο πώς η επιδίωξη της δημοσιονομικής σταθερότητας σε μια ενιαία αγορά δεν καταργεί τη δημοκρατική λογοδοσία.

Ισχυριζόμενη από το Άαχεν τον Μάιο του 2012 ότι «οι άνθρωποι που ξανάχτισαν την Ευρώπη (σ.σ. οι προκάτοχοι του Δρ. Σόιμπλε και ιδρυτές της ΕΕ) εσωτερίκευσαν τα μαθήματα (σ.σ. του 9ου αιώνα και της καρολίγγειας Αναγέννησης)», η Κριστίν Λαγκάρντ διατύπωνε τις ιστορικοπολιτικές διαστάσεις ενός προτύπου. Η ενοποίηση της Ευρώπης ως διακύβευμα της καπιταλιστικής ολοκλήρωσης στον Ψυχρό Πόλεμο, επιτεύχθηκε από εκείνους για τους οποίους η φράση «Δυτική Ευρωπη» συνιστά πλεονασμό. Στην ενωμένη Ευρώπη κανείς δεν κάνει λόγο για «πρώην Δυτικοευρωπαίους» όταν αναφέρεται σε Γάλλους ή Γερμανούς, όπως αντιστοίχως αναφέρεται σε πρώην Ανατολικοευρωπαίους για να προσδιορίσει Πολωνούς και Τσέχους.

Μέσα σε διάστημα δύο δεκαετιών ανάμεσα στο Μάαστριχ και την κρίση χρέους, ο λόγος του Rechtsstaat (κράτος δικαίου), μέσω του οποίου ενοποιήθηκαν τα γερμανικά κρατίδια του 19ου αιώνα σε μία γερμανική ενότητα, μετουσιώθηκε στο λόγο του ius sanguinis (δίκαιο του αίματος) της λαγκαρντιανής αφήγησης περί «Pater Europae», μέσω του οποίου ενοποιούνται τα ευρωπαϊκά κρατίδια του 21ου αιώνα σε μία άλλη γερμανική ενότητα.

Όταν το 2003 το Βερολίνο πέτυχε να πάρει πολυετή παράταση στην εφαρμογή του κανόνα του ελλείμματος αντί να συμμορφωθεί άμεσα, πολλοί θυμήθηκαν ότι ήταν ο Σουηβός, χριστιανοκοινωνιστής της Βαυαρίας, επίτιμος πρόεδρος του CSU Τέο Βάιγκελ (Theo Waigel), γνωστός και ως «Vater des Euro» («Πατέρας του Ευρώ»), που με την ιδιότητα του υπουργού Οικονομικών (1989-1998)– είχε προτείνει το 1995 την αυτόματη και άρα αυστηρότερη επιβολή ποινής για τις χώρες που παραβίαζαν το όριο ελλείμματος. «Φέραμε το γερμανικό μάρκο στην Ευρώπη» («Wir bringen die D-Mark nach Europa») είχε διακηρύξει ο Βάιγκελ μετά το Μάαστριχτ, δείγμα του πώς εννοείται στα ανώτερα κλιμάκια του Bundesfinanzministerium η κυρίαρχη γενεαλογία της Γηραιάς Ηπείρου.

Τα χρόνια που ακολούθησαν η εξωτερική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν επικεντρωμένη στη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας (που από χώρα» αναγνωρίζεται στο ευρωπαϊκό ιδιόλεκτο δύο δεκαετίες μετά ως «βαλκανικός διάδρομος»). Τα ίδια χρόνια, οι υπουργοί στο Ecofin και στο Eurogroup –που ως euro-X είχε πρωτοκάνει την εμφάνισή του τον Ιούνιο του 1998 στο Λουξεμβούργο– διασταύρωναν τα ξίφη τους για τα τι και πώς της κυκλοφορίας του νέου νομίσματος. Όταν γίνονταν οι συζητήσεις για το σχεδιασμό των, ο Βάιγκελ επέμενε να υπάρχει μόνο η λατινογράμματη αναγραφή «EURO», καθώς θεωρούσε ότι η Ελλάδα δεν υπήρχε περίπτωση να ενταχθεί στην ευρωζώνη. «Τι σας κάνει να πιστεύετε ότι θα είστε μια μέρα στο ευρώ;» κανοναρχούσε τον΄Ελληνα ομόλογό του, που ζητούσε το 1997 να μπούν τα γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου στα νέα χαρτονομίσματα.

Στην έκτακτη σύνοδο κορυφής της 2ας Μαΐου 1998 στις Βρυξέλλες, οι Ευρωπαίοι ηγέτες αποφάσισαν ότι το τρίτο στάδιο της ΟΝΕ θα ξεκινήσει με την εισαγωγή του ευρώ την 1η Ιανουαρίου 1999. Η διαπραγμάτευση για τον πρώτο πρόεδρο της ΕΚΤ ήταν σκληρή. Οι Γάλλοι ήθελαν Γάλλο πρόεδρο για τη Φρανκφούρτη –το ιστορικό «φρούριο των Φράγκων». Συμβιβάστηκαν με τον Ολλανδό Βιμ Ντουΐζενμπεργκ (Wim Duisenberg) για τέσσερα χρόνια και διάδοχό του τον Γάλλο Ζαν-Κλοντ Τρισέ (Jean-Claude Trichet).

Η Ελλάδα δεν πληρούσε τα κριτήρια ένταξης. Κατάφερε, όμως, να πάρει την αναγραφή «ΕΥΡΩ» στα τραπεζογραμμάτια της ενωμένης Ευρώπης (που σχεδιάστηκαν από έναν Αυστριακό για λογαριασμό της αυστριακής κεντρικής τράπεζας Österreichische Nationalbank), ως διαβατήριο για τη μετέπειτά ένταξη, διεκδικώντας τελικά ένα καλύτερο πλασάρισμα, με την επίκληση για άλλη μια φορά του διαχρονικού αναγνωριστικού της εθνότητας, ήτοι την ιεραρχημένη αλήθεια των Ευρωπαίων για τον ελληνικό πολιτισμό. Ο ελληνική ένταξη στη γερμανόπνευστη ζώνη του ευρώ μπορούσε να περιμένει (τη Lehman Brothers) όσο η ανάγκη για ιστορία συμβάδιζε με την ανάγκη για κανονικοποίηση των ζυμώσεων, δείχνοντας στον μελλοντικό Τσέχο πρόεδρο και τον Πολωνό κεντρικό τραπεζίτη πώς διαμορφώνεται ο συσχετισμός δυνάμεων κάτω από τον ευρωπαϊκό κανόνα.

Η ελληνική εκδοχή των δύο αναγκών

Greek flag 2016 03 22T101207Z 1911615847 D1AESTYNTFAA RTRMADP 3 EUROPE MIGRANTS GREECE LESBOS

Ελληνική σημαία ζωγραφισμένη σε τσιμεντένια πλάκα σε εγκαταλελειμμένο φυλάκιο στη Λέσβο, όπως την αποτύπωσε ο φωτογραφικός φακός, στις 22 Μαρτίου 2016 - Πηγή: REUTERS/Alkis Konstantinidis

Με την έλευση του ευρώ, το εγχώριο αφήγημα του εκσυγχρονισμού προσέδωσε στην ελληνική κοινωνία ένα αίσθημα υπεροχής απέναντι στους Βαλκάνιους που δεν συναλλάσσονταν με ευρώ. Το ελληνικό κεφάλαιο με γερμανική προέλευση θα επιχειρούσε τώρα να ενοποιήσει/εκπολιτίσει στο μορφοκλασματικό πλέγμα επιβολής εντός ΕΕ, αφήνοντας τον εθνικιστικό ιστορισμό να αναπτυχθεί παράλληλα και να γεμίσει τα όποια κενά άφηνε η δημιουργική λογιστική, συναρθρώνοντας δυο φαινομενικά αντίθετες θεωρήσεις της αλήθειας, με απώτερο σκοπό την εγχώρια ενότητα εξουσιαστή/υποκειμένου. Η αλήθεια αυτή διατυπώθηκε ως απολογία/εξορθολογισμός στο «μαζί τα φάγαμε» και ως αποθέωση/μυθολόγηση στη τελετή έναρξης των Ολυμπιακων Αγώνων (σ.σ. αν οπτικοποιήσει κανείς την ομιλία της Λαγκάρντ στην απονομη του Βραβείου Καρλομάγνος, έχει μπροστά του μια αντίστοιχη τελετή έναρξης στο όνομα της ΟΝΕ).

Δεν θα πρέπει κανείς να ξεχνά ότι η εκσυγχρονιστική διατύπωση περί Ελλάδας που «απαιτεί και επιβάλλει την παρουσία της στο σκληρό πυρήνα των ευρωπαϊκών αποφάσεων» ήταν σύμφυτη με την εκσυγχρονιστική διατύπωση περί «ισχυρής Ελλάδας». Ο ρατσισμός του ευρώ απέναντι στους κατώτερους Βαλκάνιους λειτούργησε μεταχρονολογημένα για την Ελληνική Δημοκρατία ως κρατικός φραγμός στην ταξική πάλη, συμπίπτοντας με το σύνθημα «δεν θα γίνεις Έλληνας ποτέ», το οποίο και γεννήθηκε ακριβώς την εποχή που ο Έλληνας διεκδικούσε όσο ποτέ άλλοτε την ιδιότητα του Ευρωπαίου.

Η τριτοδρομική αντίληψη περί οριστικής κατάργησης των ταξικών διαχωρισμών κατέστησε τις υποτελείς τάξεις συνένοχες και άρα συνδικαιούχες στη δημοσιονομική προσαρμογή, ορίζοντας ως «πραγματικά αριστερή πολιτική» την «καταπολέμηση του πληθωρισμού που μειώνει τα εισοδήματα». Τη στιγμή που τα χαμηλά στρώματα έβλεπαν μικρές αυξήσεις στα όρια του πληθωρισμού, το ισχυρό ευρώ πυροδοτούσε μια φρενίτιδα δανεισμού στα μεσαία και ανώτερα, εκτοξεύοντας τις εισοδηματικές ανισότητες και παγιώνοντάς τες από τη στιγμή που δεν λειτούργησε το ευρωπαϊκό trickle-down.

Η εξήγηση ότι «οι Αλβανοί μας παίρνουν τις δουλειές» ήταν ευκολότερη από τις προειδοποιήσεις για αποβιομηχάνιση, αύξηση του εξωτερικού ελλείμματος, αδυναμία ανασυγκρότησης της παραγωγικής βάσης και κατώτερη των περιστάσεων παραγωγικότητα της εργασίας, εξαιτίας της άρνησης του κεφαλαίου να επενδύσει σε μηχανολογικό εξοπλισμό, έρευνα και καινοτομία, όπως αρκούνταν απλώς στη μείωση του κόστους εργασίας ανά μονάδα ενός προϊόντος που έβρισκε με δυσκολία τον δρόμο του εκτός συνόρων.

Το καλοκαίρι του 2004 –που έμεινε στην ιστορία ως το καλοκαίρι του Euro– μυθολόγησε τη συγκρότηση της δυτικοευρωπαϊκής κυριαρχίας στην καθ' ημάς Ανατολή, χωρίς να καταργεί τη διακριτή δομή του έθνους–κρατους–μέλους. Η κατοχύρωση της ένταξης στο συλλογικό φαντασιακό προσφέρε μια καθαγιασμένη, πολιτικά ορθή ανάγνωση της ιστορίας που δικαίωνε τις επιλογές της Ελληνικής Δημοκρατίας και ήταν εντελώς συμβατή με την υπό διαμόρφωση γερμανοκεντρική γενεαλογία του ευρώ.

Είναι, τότε, όταν οι «πρώην Ανατολικοευρωπαίοι» και η Κύπρος μπαίνουν ως έθνη-κράτη στην ΕΕ με τη μεγάλη διεύρυνση που υπογράφηκε επί ελληνικής προεδρίας στις 16 Απριλίου 2003 στη Στοά του Αττάλου ως «Διακήρυξη των Αθηνών» και τέθηκε σε ισχύ την 1η Μαΐου του ολυμπιακού 2004, συνδέοντας την ευρωπαϊκή ανάγκη για κανονικοποίηση των ζυμώσεων με την ανάγκη για ιστορία, όπως ακριβώς διεκδικούν έκτοτε οι επίγονοι των νεοεισελθέντων να πλασαριστούν στη διαβάθμιση της εξουσίας που ορίζει ποιος μένει στην Ευρώπη και ποιος φεύγει σε κάθε νέο επεισόδιο κρίσης.

Όταν ξέσπασε το σκάνδαλο της Siemens τον Νοέμβριο του 2006, οι γερμανικές εξαγωγές είχαν μπει σε τροχιά μεγάλης ανόδου, η γερμανική οικονομία αποκτούσε βηματισμό και ο Τρισέ ήταν ήδη πρόεδρος της ΕΚΤ (και θα παρέμενε έως τον Νοέμβριο του 2011) με αντιπρόεδρο τον Έλληνα Λουκά Παπαδήμο. Στο πλαίσιο της συμμόρφωσης της Siemens, οι αμερικανικές αρχές απαίτησαν η εταιρεία-σύμβολο της γερμανικής βιομηχανίας να τεθεί υπό την επίβλεψη ενός ανεξάρτητου ελεγκτικού μηχανισμού εσωτερικού ελέγχου και εξυγίανσης. Στις 15 Δεκεμβρίου 2008, επικεφαλής του μηχανισμού αυτού («compliance monitor» / «επιτηρητής συμμόρφωσης») ορίστηκε ο Τέο Βάιγκελ για τέσσερα χρόνια. Η νομική ομάδα του προκατόχου του Σόιμπλε απέκτησε πρόσβαση σε όλα τα αρχεία και έγγραφα του γερμανικού κολοσσού. Όπως αναφέρει το σχετικό δελτίο Τύπου της Siemens, ήταν «ο πρώτος μη Αμερικανός σε αυτήν τη θέση»· προτάθηκε από την εταιρεία και ήταν Γερμανός.

«Μπορώ να πω πως η Siemens τα έχει πάει εξαιρετικά καλά με τη διαδικασία της εξυγίανσης», υποστήριξε ο Βάιγκελ, εξηγώντας ότι σημαντικό ρόλο έπαιξε η απόλυτη συνεργασία της γερμανικής εταιρείας και η απόλυτη ελευθερία κινήσεων της ομάδας του. Ως compliance monitor, o πρώην υπουργός του Βερολίνου υποχρεούταν να δίνει τακτική αναφορά στην επιτροπή χρηματαγοράς (SEC) και το υπουργείο Δικαιοσύνης (DoJ) των ΗΠΑ.

Όπως διαπίστωσαν οι αμερικανικές αρχές, η Siemens είχε προβεί σε τουλάχιστον 4.238 δωροδοκίες προς κυβερνητικά στελέχη, οι οποίες ανέρχονταν στα 1,4 δισ. δολάρια, και άλλες 1.185 δωροδοκίες σε τρίτους και υπεξαιρέσεις στα 391 εκατ. δολάρια αντίστοιχα. Η υπόθεση κόστισε στον γερμανικό όμιλο 2,5 δισ. ευρώ σε πρόστιμα (596 εκατ. ευρώ στις γερμανικές και 620 εκατ. ευρώ στις αμερικανικές αρχές) δικαστικά έξοδα και είσπραξη καθυστερημένων φόρων, αν και αρχικά εκτιμάτο ότι θα φτάσει τα 5 δισ. Η Siemens και τρεις θυγατρικές της πλήρωσαν 350 εκατ. δολάρια (270 εκατ. ευρώ) στη SEC και 450 εκατ. δολάρια (350 εκατ. ευρώ) στο DoJ, το οποίο έκανε λόγο για τη μεγαλύτερη υπόθεση δωροδοκίας «σε εφαρμογή και μέγεθος» στα χρονικά.

«Η Siemens εξακολουθεί να μας δουλεύει και να μην συμμορφώνεται», ήταν η αποστροφή του προέδρου της επιτροπής της Βουλής για τα λεγόμενα «μαύρα ταμεία της Siemens» τον Αύγουστο του 2010. Η εξεταστική επιτροπή δήλωνε ότι θα αποστείλει προς την Εισαγγελία του Μονάχου νέο αίτημα δικαστικής συνδρομής με συμπερίληψη και των διεθνών συμβάσεων του ΟΗΕ κατά τη διαφθοράς, προκειμένου να προετοιμάσει την μετάβαση στο Μόναχο κλιμακίου Ελλήνων βουλευτών έως τις 30 Σεπτεμβρίου, ζητώντας πρόσβαση στο αποδεικτικό υλικό της Εισαγγελίας που αφορά σε αξιόποινες πράξεις εις βάρος του ελληνικού Δημοσίου. Ο Βάιγκελ ήταν μεταξύ αυτών που εξετάστηκαν στις 26 Σεπτεμβρίου στη βαυαρική πρωτεύουσα. Τον Απρίλιο του 2012, επήλθε εξωδικαστικός συμβιβασμός μεταξύ του ελληνικού δημοσίου και της Siemens με αντάλλαγμα την καταβολή 80 εκατ. ευρώ για συμψηφισμό απαιτήσεων συγκεκριμένων δημόσιων έργων, 90 εκατ. ευρώ για τη χρηματοδότηση εκπαιδευτικών και άλλων δραστηριοτήτων για την καταπολέμηση της διαφθοράς και 100 εκατ. ευρώ για επενδύσεις στην Ελλάδα.

Η ιστορία άλλου ενός –κατά Λαγκάρντ– πατέρα της Ευρώπης και εγγυητή της ενότητάς της υπενθυμίζει ότι η εξουσία στην Ευρώπη συγκροτείται –πέραν από τον φιλοσοφικονομικό άξονα θεμιτού–αθέμιτου– στο ιστορικοπολιτικό συνεχές πάλης–υποταγής, όπου η πειθάρχηση της διατύπωσης για τη γνώση του παρελθόντος (στην περίπτωσή μας για την προέλευση κάθε κρίσης) οδηγεί σε μία γενεαλογία της εξουσίας, που συγκροτεί ένα και μοναδικό καθεστώς καθολικής αλήθειας και η οποία, εν προκειμένω, λέει ότι, αν εξαλειφθούν οι προσφυγικές ροές, η ΕΕ θα επανέλθει στην κανονικότητα, γιατί υφίσταται νομοτελειακά κάποιου είδους ευρωπαϊκό σχέδιο/πρότυπο, το οποίο εκτροχιάζεται όταν παραβιάζονται οι κανόνες.

Στην ενωμένη Ευρώπη του ευρώ οι συσχετισμοί δύναμης διαμορφώνονται και αναδιατάσσονται ως διαβάθμιση των κρατών-μελών απέναντι στο δικαίωμα του φορέα επιβολής να ορίζει όχι μόνο τους κανόνες, αλλά την ένταξη των άλλων σε αυτούς. Η ενδοευρωπαϊκή σύγκρουση για το μέλλον των προσφύγων είναι η διεκδίκηση από τα τέκνα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης/ενοποίησης –τη λεγόμενη «New Europe»– ενός μεγαλύτερου ρόλου σε αυτόν τον μηχανισμό επιβολής, ακριβώς για να διασφαλιστεί η νομιμότητα διαδοχής και μετάβασης της ίδιας εξουσίας μεταξύ του έθνους-κράτους και της ενωμένης Ευρώπης.

«Είναι αλήθεια ότι είσαι ο πατέρας του ευρώ;» είχε ρωτήσει κάποτε τον Τέο Βαϊγκέλ ο γιος του. «Έτσι λένε», είπε αυτός, για να λάβει την απάντηση: «Ξέρεις, δεν θέλω να είμαι ο αδερφός του».

Το νόημα της ευρωπαϊκής κανονικότητας

Η γαλλογερμανική συννενόηση του 2003 και η αμερικανογερμανική συνεργασία του 2008 απέδειξαν το μέγεθος της παρανόησης περί ευρωπαϊκού σχεδίου/προτύπου που εκτροχιάζεται από την παραβίαση των κανόνων. Στην πραγματικότητα, ποτέ δεν έχει συμβεί κάτι τέτοιο. Απεναντίας, η παραβίαση είναι συστατικό στοιχείο του κανόνα. Είναι η καταγωγική αλήθεια του δικαιώματος εισόδου/εξόδου, στην οποία επιβεβαιώνεται το πλέγμα εξουσίας στην ΕΕ και η αναδιάταξη –όπου είναι αναγκαίο– των συσχετισμών δύναμης σε όλη την ιεραρχία.

Κάθε ευρωπαϊκή κρίση μοιάζει με το παιχνίδι της μουσικής καρέκλας, όπου «τίποτα δεν έχει τελειώσει μέχρι η χοντρή κυρία να τραγουδήσει», όπως είχε πει η Κριστίν Λαγκάρντ από τη Μανίλα στις 16 Νοεμβρίου 2012 («You know, it's not over until the fat lady sings, as the saying goes»), απαντώντας στο αν αναμένει συμφωνία Ελλάδας–πιστωτών εν όψει Eurogroup (20/11/2012). Ως γνωστόν, σε αυτό το παιχνίδι κάποιος μένει χωρίς καρέκλα. Πόσο λάθος θα ήταν να ισχυριστεί κανείς ότι η ανταπόκριση στην προσφυγική κρίση με όρους εθνικιστικού ιστορισμού είναι η διεκδίκηση μιας καρέκλας στην ίδια διάταξη προκαθορισμένων τεχνοκρατικών ρόλων;

Tusk Daltons 2016 03 18T084015Z 1596086687 GF10000350184 RTRMADP 3 EUROPE MIGRANTS EU

Οι Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ, Αχμέτ Νταβούτογλου, Ντόναλντ Τουσκ και Μαρκ Ρούτε ποζάρουν πανευτυχείς στο περιθώριο της συνόδου ΕΕ–Τουρκίας για την προσφυγική κρίση, που πραγματοποιήθηκε στις Βρυξέλλες, την Παρασκευή 18 Μαρτίου 2016 - Πηγή: REUTERS/Olivier Hoslet/Pool

Είδαμε στο πρώτο μέρος ότι φορείς της αλληγορικής θεώρησης μιας Ευρώπης–φρούριο απέναντι στους διαχρονικούς «εισβολείς» δεν είναι μόνο το συνονθύλευμα που αποκαλείται ευρωσκεπτιστική, λαϊκιστική (ακρο)δεξιά, αλλά και οι mainstream ιεροκήρυκες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Οι τεχνοκρατικοί θεσμοί της παγκοσμιοποίησης επί ευρωπαϊκού εδάφους καταφεύγουν στον ίδιο ιστορικό παραλληλισμό μιας Ευρώπης οιονεί ρωμαϊκής κληρονόμου, κάθε στιγμή που επιζητούν να καταγράψουν τις αξίες της, ώστε μέσω αυτών να ορίσουν τις σχέσεις επιβολής στον 21ο αιώνα, στην ίδια λογική κληρονομικού δικαιώματος που προβάλλουν οι υποτιθέμενοι εθνικόφρονες αμφισβητίες τους.

Το επιχειρούν, βέβαια, από την πολιτικά ορθή, καθαγιασμένη όψη των πραγμάτων, εκεί όπου η ευρωπαϊκή ιστορία –από τον Καρλομάγνο έως τον Σόιμπλε– είναι μια μάχη για την ενοποίηση της Ευρώπης, πολύ περισσότερο μια «γερμανική μάχη» για την ενοποίηση της Ευρώπης και κατ’ απόλυτο τρόπο μια μάχη για τη διατήρηση ενός συσχετισμού δυνάμεων, όπως αυτός αποτυπωνόταν –πριν από την κρίση– στις ευρωπαϊκές συνθήκες και –μετά από αυτήν– στην ενοποιητική σφραγίδα του Bundesfinanzministerium.

Θα ήταν λογικό να ισχυριστεί κανείς ότι οι παραπάνω εκφραστές του εθνικιστικού και του τεχνοκρατικού ιστορισμού –αν και φορείς της «ίδιας ανάγκης για ιστορία» – θα έπρεπε κανονικά να αλληλοεξουδετερώνται λόγω των επιθέτων που συνοδεύουν την πολιτεία τους. Όμως, το ότι στα κρισιμότερα ζητήματα υψηλής πολιτικής καταλήγουν με κοινή γραμμή αποτελεί τουλάχιστον ένδειξη πως κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Τελικά, όχι απλώς δεν αλληλοεξουδετερώνονται, αλλά σε κρίσιμες στιγμές αλληλοενισχύονται, όπως δείχνουν οι ποικίλες κυβερνητικές συνεργασίες σοσιαλδημοκρατών, φιλελεύθερων, χριστιανοδημοκρατών και ακροδεξιών σχηματισμών σε ένα πλήθος συνδυασμών που καταργούν κάθε ιδεολογική γραμμή στο όνομα της σταθερότητας.

Η πολιτικά ορθή γραμμή της ενότητας κατά Μέρκελ/Ολάντ εμπεριέχει και ολοκληρώνει το ακατέργαστο εθνικιστικό αφήγημα των κατά τόπους κακέκτυπων Όρμπαν/Φίτσο, στο βαθμό που καταφέρνει μέσω κάθε τέτοιου αποϊδεολογικοποιημένου πλαισίου να ορίζει τον έναν και αδιαμφισβήτητο φορέα επιβολής της ενοποιητικής εξουσίας, να κατασκευάζει τον φορέα των ιδιοτήτων του όλου απέναντι στον παρείσακτο και αποβλητέο.

Ο φορέας αυτός έλκει την καταγωγή του από τη Γερμανία και σ' αυτόνφ οι επιμέρους εθνικισμοί αναζητούν τη νομιμοποιητική τους ισχύ, τρέχοντας γύρω από τις ευρωπαϊκές καρέκλες, κατά τον τρόπο που ένας Πολωνός πρωθυπουργός γίνεται πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και ένας Λετονός πρωθυπουργός γίνεται ο αρμόδιος για το ευρώ επίτροπος. Ήταν επί της πρωθυπουργίας Ντόναλντ Τουσκ (Donald Tusk) (2007-2014) και Βάλντις Ντομπρόφσκις (Valdis Dobrovskis) (2009-2014), όταν αποτυπώθηκε με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο η άνοδος της ξενοφοβικής, εθνικιστικής ακροδεξιάς στις χώρες τους (εορτασμοί για την ανεξαρτησία το 2010, συμμετοχή της Εθνικής Συμμαχίας στη δεύτερη κυβέρνηση Ντομπρόφσκις το 2011).

Αν αποπειραθεί κανείς να καταφύγει στον ιστορισμό, ανατρέχοντας στη γενεαλογία των εξωτερικών συνόρων της Ευρώπης, αναγνωρίζει φερ’ ειπείν στη μεσαιωνική ιστορία Σλάβων, Μαγυάρων και Σκανδιναβών ότι ασπάστηκαν μαζικά τον Χριστιανισμό, όχι ως συνειδητή μεταστροφή της θρησκευτικής τους συνείδησης.

Αλλά, περισσότερο ως ένα ικανό και αναγκαίο μέσο πολιτικής και πολιτισμικής αναβάθμισης στο πλευρό του ενοποιητικού φορέα επιβολής, όταν αυτός έγινε γερμανική υπόθεση. Αν η Κριστίν Λαγκάρντ αποθεώνει την ευρωπαϊκή ενοποίηση, συνδέοντας με ένα άλμα δώδεκα αιώνων την καρολίγγεια Αναγέννηση με τη Συνθήκη της Ρώμης, κατά τον ίδιο τρόπο η νεοσυντηρητική Αυστρία μεταφέρει στο ευρώ το πνεύμα του Συνεδρίου της Βιέννης, δίνοντας υποσχέσεις αναβάθμισης στην ΠΓΔΜ, με αντάλλαγμα το κλείσιμο των συνόρων της τελευταίας στους πρόσφυγες.

Στο παράδειγμα αυτό, η συνάρθρωση τεχνοκρατών και εθνικιστών καθίσταται επωφελής για την ενωμένη Ευρώπη. Η Βιέννη γίνεται για άλλη μια φορά ο προμαχώνας της Γηραιάς Ηπείρου. Τα Σκόπια εξαρθρώνουν τους ταξικούς διαχωρισμούς στο νεοσύστατο έθνος-κράτος της «Μακεδονίας». Επιβάλλουν τη σύμπλευση των υποτελών τάξεων, διαμεσολαβώντας για την απονομή μέρους του ευρωπαϊκού κεκτημένου μέσω της ισχυροποίησης του εγχώριου εθνικισμού, που αναβαθμίζει εργαλειακά την πιο πρόσφατη φυλετική/ταξική πάλη κατά της αλβανικής εθνότητας σε ρατσισμό κατά των μουσουλμάνων «εισβολέων»/προσφύγων.

Έρχεται εδώ, τότε, η καταγωγική ιδέα περί εξωτερικών συνόρων της ΕΕ, που μεταφέρονται από το Αιγαίο στη Μακεδονία, για να θεμελιώσει την ενότητα των Ευρωπαίων και την αλήθεια της μίας Ευρώπης, να νομιμοποιήσει τον μετανεωτερικό γερμανόφωνο ηγεμόνα, να πειθαρχήσει κάθε διατύπωση για τη γνώση του παρελθόντος, οδηγώντας τελικά σε μία γενεαλογία της εξουσίας που συγκροτεί ένα και μοναδικό καθεστώς καθολικής αλήθειας, όπου η παράβαση των δημοσιονομικών κανόνων και η παράτυπη είσοδος μεταναστών είναι μέρος της ίδιας αμαρτίας («it’s the implementation, stupid») με την ίδια συνέπεια (την έκπτωση από το όλον για τους χρεωμένους/αμαρτωλούς).

Η προσφυγική κρίση αποτελεί εμβληματικό παράδειγμα για το πώς ο εθνικιστικός και ο τεχνοκρατικός ιστορισμός αλληλοσυμπληρώνονται στο ιστορικό επεισόδιο αυτής της εκδοχής ενωμένης Ευρώπης, που κωδικοποιείται ως ΟΝΕ. Θα μπορούσε, άραγε, μία χώρα όπως η ΠΓΔΜ να διεκδικεί με αξιώσεις την είσοδό της στην ενωμένη Ευρώπη που περιέγραψε η Λαγκάρντ από τον Καρλομάγνο έως τον Σόιμπλε, αν κατήγγειλε το κλείσιμο των συνόρων από τη Βιέννη, επικαλούμενο τη Συνθήκη της Γενεύης για τους Πρόσφυγες; Θα είχε τύχη ο μεταχρονολογημένος εθνικισμός των Σκοπίων, αν παρέμενε πιστός στις ρουσσωικές καταβολές της αντι-ιστορικής θεμελίωσης των φυσικών δικαιωμάτων στο ευρωπαϊκό, κοινωνικό συμβόλαιο και δεν επιχειρούσε τον αναχρονισμό των αστικών συμβιβασμών στο όνομα μιας λαϊκής (κατά το πρότυπο του European Popular Party) παλινόρθωσης του συμβολικού ευρωμονάρχη;

Η απάντηση δίνεται στις μέρες μας και επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό του πρώτου μέρους ότι, τελικά, ο «αντισυστημικός» εθνικιστής Ουνυάδης/Όρμπαν αποτελεί εργαλείο ενός ευρωσυστήματος που θεσμίζεται στην άρνηση κάθε αρχικής ιδέας και ιδρυτικής του στιγμής (είτε αυτή λέγεται Βαστίλλη, είτε EKAX) και κωδικοποιείται σε άτυπους, τεχνικούς όρους συμφωνιών, που αναπαράγουν το υφιστάμενο πλέγμα εξουσίας όπως εκπορεύεται από το Βερολίνο, με εκφωνητή έναν Τουσκ, που ως πρωθυπουργός προσπάθησε να επαναπατρίσει τις «στρατιές» Πολωνών εργατών από τη δυτική Ευρώπη και ως πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου έκλεισε τον βαλκανικό διάδρομο, ασκώντας το δικαίωμα εισόδου/εξόδου επί των άλλων, στο όνομα πάντα της ενότητας.

Χαρακτηριστική είναι η καταγραφή της ατζέντας από την επίσκεψη του Βρετανού πρωθυπουργού Ντέιβιντ Κάμερον (David Cameron) στην Πράγα στις 22 Ιανουαρίου 2016. Η τσεχική κυβέρνηση υποστήριξε «την ιδέα του Λονδίνου για μεγαλύτερη ανταγωνιστικότητα στην ΕΕ, την απόδοση μεγαλύτερου ρόλου στα εθνικά κοινοβούλια και την συμμετοχή και κρατών-μελών εκτός Ευρωζώνης στην υιοθέτηση κοινών στρατηγικών αποφάσεων». Την ίδια στιγμή, απέρριπτε «κατηγορηματικά οποιαδήποτε μέτρα που θα μπορούσαν να έχουν χαρακτήρα διακρίσεων στην ελεύθερη μετακίνηση εργαζομένων». Προκειμένου να μην δουν οι Τσέχοι πολίτες την πόρτα εξόδου, η τσεχική κυβέρνηση εμφανίστηκε πρόθυμη «να διαπραγματευτεί τους όρους μείωσης κινδύνου από την κατάχρηση των συστημάτων κοινωνικής πρόνοιας».

Δηλαδή, η επιθυμία των Τσέχων πολιτών να απολαύσουν το ευρωπαϊκό κεκτημένο / κοινωνικό κράτος, βάζει το ίδιο το ευρωπαϊκό κεκτημένο / κοινωνικό κράτος σε κίνδυνο και ως εκ τούτου η κυβέρνησή τους προθυμοποιείται να «εσωτερικεύσει το μάθημα», μετατρέποντας τους Τσέχους από υποκείμενα προικισμένα με φυσικά δικαιώματα σε υπηκόους, που οφείλουν να τηρούν μια νομιμότητα πιο «φυσική» από τα δικαιώματά τους, αυτή που τους ορίζει και ολοκληρώνει ο ισχυρότερος στο πλέγμα εξουσίας με αντάλλαγμα την απονομή του προνομίου της παραμονής. Μια έκπτωση στο κεκτημένο είναι δυνατή.

Κατ’ αντίστοιχο τρόπο, εκτός των συνόρων του συστήματος επιβολής ο πρόσφυγας εκλαμβάνεται ως το αυτοσυνειδητοποιημένο, δρων υποκείμενο, το οποίο δεν είναι παθητικός δέκτης, αλλά ενεργός διαμορφωτής της ζωής του, που η επιθυμία του να απολαύσει το ευρωπαϊκό κεκτημένο / κοινωνικό κράτος σημαίνει ότι αναγνωρίζει την τελεολογική αιτιότητα του ευρωπαϊκού σχεδίου/προτύπου, αλλά εντός των συνόρων μεταμορφώνεται σε αντικείμενο προς χειραγώγηση από τη στιγμή που δεν του αναγνωρίζεται η δυνατότητα να λειτουργεί διαφορετικά από εκείνο το πλέγμα εξουσίας που κατασκευάζει την υποταγμένη πλειονότητα.

Στο ίδιο πλαίσιο ερμηνεύεται αντίστοιχα η ανταρσία του Λονδίνου και η δυνατότητά του να απειλεί με έξοδο από την ΕΕ, αν δεν του επιτραπεί να επαναπροσδιορίσει τους κανόνες, διεκδικώντας μιας βρετανικής εμπνεύσεως απονομή του ευρωπαϊκού κεκτημένου, ώστε να καταστεί ο ισχυρότερος φορέας στο πλέγμα εξουσίας της ΕΕ και τον μηχανισμό επιβολής εντός της. Στο όνομα της ευρωπαϊκής ενότητας και της εθνικής ανάκαμψης, ο Ντέιβιντ Κάμερον αρνείται στους Ανατολικοευρωπαίους τα προνόμια του βρετανικού κράτους πρόνοιας, τα οποία ο ίδιος αφαιρεί σταδιακά από τους Βρετανούς υπέρ των εξωχώριων ποσοστών κερδοφορίας του υπερεθνικού κεφαλαίου που διαπραγματεύεται τα στοιχήματά του μεταξύ Σίτι και Φρανκφούρτης, ακριβώς επειδή υπάρχουν οι «Ανατολικοευρωπαίοι» που εντείνουν τον ανταγωνισμό της εργασίας, δουλεύοντας χωρίς προνόμια στις χώρες τους, στην προσπάθεια των ηγεσιών εκεί να μιμηθούν τον κάθε Κάμερον για να διασφαλίσουν τα εγχώρια ποσοστά κερδοφορίας του υπερεθνικού κεφαλαίου που τροφοδοτεί την εξουσία τους στο όνομα της εθνικής ανάκαμψης και της ευρωπαϊκής ενότητας· ο απόλυτος φαύλος κύκλος της άρνησης κάθε συμβολαίου, συνθήκης και κεκτημένου.

Στη δυστοπία αυτή, η Ευρώπη για να παραμείνει ευρωπαϊκή θα πρέπει να τελεί υπό καθεστώς διαρκούς άρνησης της υπόστασής της. Αυτό εκλαμβάνουν οι Ευρωπαίοι ηγέτες ως την «κανονικότητα» που απειλούν οι πρόσφυγες, η φυσική παρουσία των οποίων υπενθυμίζει την υποχρέωση των κυβερνήσεων να τηρούν απαρέγκλιτα τις διεθνείς συνθήκες προστασίας.

Το μετέωρο σύνορο/προνόμιο της νομότυπης εισόδου

Συνειδητοποιεί κανείς εδώ ότι η «παράτυπη» είσοδος της Siemens στις αγορές –ακόμη και της Ελλάδας στο ευρώ– μπορεί να αντιμετωπιστεί με συμμόρφωση και τον διορισμό ενός Γερμανού υπουργού σε ρόλο εξυγιαντή και επιδιορθωτή του λάθους, που διασώζει με πνεύμα ενότητας το πλέγμα εξουσίας, υπενθυμίζοντας στον «παράτυπο» ποιος ορίζει την παραμονή του. Όμως, η είσοδος των «παράτυπων» προσφύγων δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με την ίδια διαδικασία.

Γράφαμε στο πρώτο μέρος ότι οι πρόσφυγες απειλούν με διάλυση την ΕΕ, όπως η κρίση χρέους στην ευρωζώνη απειλεί την ενιαία αγορά, και ότι η ενωμένη Ευρώπη δεν είναι έτοιμη να εντάξει στο υφιστάμενο πλέγμα εξουσίας τους αιτούντες άσυλο και να μοιραστεί το ανθρωπιστικό της χρέος, όπως δεν είναι έτοιμη να αμοιβαιοποιήσει τα χρέη των κρατών-μελών της Ευρωζώνης.

Σε αυτό το δεύτερο μέρος ανιχνεύουμε έναν λόγο εξουσίας που ανταλλάσσει αμαρτίες με προνόμια σε ένα καθεστώς συνεχούς τιμωρίας, όπου τα προνόμια δεν συνιστούν «κεκτημένα» αλλά «υπάρχουν» και «απονέμονται» με διαβάθμιση της εξουσίας, έναν λόγο που απαντά στην προσφυγική κρίση με τον τρόπο που απαντά στην κρίση χρέους: ο κανόνας προσαρμόζεται στις ανάγκες της διαχείρισης και δημιουργεί έναν νέο κανόνα που διατηρεί την ενότητα εξουσιαστή/υποκειμένου, επιβεβαιώνοντας το προνόμιο του φορέα επιβολής να κλείνει και ανοίγει τα χρηματοπιστωτικά ή γεωπολιτικά σύνορα κατά το δοκούν.

Σε αντίθεση με τη Siemens ή την Ελληνική και την Τσεχική Δημοκρατία, οι πρόσφυγες που εμφανίζονται στα εξωτερικά σύνορα της Ευρώπης δεν «παρανομούν» απλώς · είναι «παράνομοι». Για να αντιμετωπιστούν με συμμόρφωση αλά Siemens ή δημοσιονομική προσαρμογή, θα πρέπει προηγουμένως να αποκτήσουν προδιαγραφές, θα πρέπει να αναβαθμιστούν από «παράνομες» φιγούρες σε νομίμως συγκροτημένα υποκείμενα που «ενδέχεται να παρανομήσουν», ικανοποιώντας τη νέα πανευρωπαϊκή συνθήκη ένταξης σε έναν κανόνα που απονέμει το ευρωπαϊκό κεκτημένο ως προνόμιο σε διαβαθμίσεις υποταγής.

Ισχυριστήκαμε ότι η επιθυμία του πρόσφυγα να απολαύσει το ευρωπαϊκό κεκτημένο, βάζει το ευρωπαϊκό κεκτημένο σε κίνδυνο, όπως ακριβώς συμβαίνει με την αντίστοιχη επιθυμία των Ευρωπαίων πολιτών, όταν απαιτούν κάτι περισσότερο από τον μονόδρομο μιας δημοσιονομικής προσαρμογής χωρίς αντίκρισμα, όταν επιζητούν να ξεφύγουν από μια αθλιότητα χωρίς τέλος.

Οι τραγικές εικόνες των πνιγμένων προσφυγόπουλων στο Αιγαίο υπενθύμισαν στους Ευρωπαίους πολίτες ότι δεν υπάρχουν «παράνομοι» άνθρωποι. Ο ιστορικός του μέλλοντος θα πρέπει να αφιερώσει χρόνο για να ερμηνεύσει το κάλεσμα της Άνγκελα Μέρκελ προς τους Σύρους πρόσφυγες ήδη από τα τέλη του 2014 να έρθουν στην Ευρώπη. Με δεδομένη την εξέλιξη των πραγμάτων στο προσφυγικό, διαπιστώνει κανείς ότι το πλέγμα εξουσίας στην ΕΕ υπερβαίνει ακόμα και έναν φορέα επιβολής όπως είναι η επικεφαλής της γερμανικής κυβέρνησης. Οι σχέσεις εξουσίας εμφανίζονται και εξασκούνται ως συσχετισμός δυνάμεων πέρα από τις δομές και τα κοινωνικά συμβόλαια. Το finis europae –εξωτερικό ή εσωτερικό– εμφανίζεται οπουδήποτε το υποκείμενο απειλεί να συνειδητοποιήσει το πραγματικό νόημα της ευρωπαϊκής «κανονικότητας».

Οι πρόσφυγες που κατάφεραν να περάσουν τα εξωτερικά σύνορα της Ευρώπης, θα κληθούν να ενταχθούν σε αυτό το πλέγμα εξουσίας, αφού προηγουμένως έχουν στοιχηθεί πίσω από τα νέα εσωτερικά σύνορα που χωροθετούνται στη φυσική τους παρουσία. Το να αποκτήσουν προδιαγραφές σημαίνει να πάψουν ακόμα και να σκέφτονται το ενδεχόμενο επιστροφής τους στις πατρίδες τους, καθώς κάτι τέτοιο θα συνιστούσε διαρκή υπενθύμιση της προηγούμενης αυτοσυνειδησίας τους και άρα της σημερινής τους υποτέλειας.

Όπως επισημαίνει ο Φουκώ, δεν τίθεται «στα υποκείμενα το ερώτημα, πώς, γιατί, με βάση ποιο δικαίωμα αποδέχονται να καθυποταχθούν», αλλά «πώς οι συγκεκριμένες σχέσεις καθυπόταξης κατασκευάζουν επί της ουσίας υπηκόους». Η «νόμιμη» είσοδος των προσφύγων στην ΕΕ έχει νόημα μόνο ως απαρχή μιας διαδικασίας κατασκευής υπηκόων κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση ενός συγκλίνοντος προτύπου που έχει ήδη πραγματωθεί στον Σλοβάκο φορολογούμενο και τον Τσέχο εσωτερικό μετανάστη, τον Γερμανό των mini jobs και τον Βρετανό των zero-hour-contracts, τους οποίους το σύστημα εξουσίας εκλαμβάνει ως αυτοσυνειδητοποιημένα υποκείμενα, ως πολίτες που νομότυπα αποδέχονται την υποταγή τους intra portas.

Αυτή η διαμόρφωση τεχνικών όρων εξάλειψης των προσφυγικών ροών (όρων που εγγυώνται ότι η ανθρωπιστική κρίση δεν θα διαβρώσει τη νομιμοποιητική ισχύ κάθε φορέα επιβολής) επανανοηματοδοτεί την κανονικότητα εντός της ΕΕ και την ιδέα περί ευρωπαϊκού σχεδίου/προτύπου.

Δεν τίθεται θέμα, λοιπόν, συμμόρφωσης των προσφύγων. Τίθεται κατ’ αρχάς θέμα για το ποιος στην ΕΕ θα ασκήσει το δικαίωμα εισόδου/εξόδου επί των άλλων στο όνομα πάντα της ενότητας, το δικαίωμα ενός φορέα επιβολής να ορίζει όχι μόνο τους κανόνες αλλά την ένταξη των άλλων σε αυτούς. Και κατά δεύτερον –όσον αφορά στους ίδιους τους πρόσφυγες– τίθεται θέμα απονομής του προνομίου να είσαι μέλος της ενωμένης Ευρώπης και της αποδοχής των συσχετισμών δύναμης που ολοκληρώνουν το κοινωνικό σώμα, κάτι που ουσιαστικά αποτελεί το διαβατήριό τους στον κόσμο των ευρωπαϊκών παρανοήσεων.

Ακούγοντας τους εγκλωβισμένους στην Ειδομένη να λένε ότι το μόνο που θέλουν είναι ειρήνη, εργασία και στέγη, διαπιστώνει κανείς το μέγεθος του δράματος. Το πέρασμα από την ιδιότητα του «παράνομου» στον φορέα των ιδιοτήτων του όλου δεν σημαίνει ότι εξασφαλίζεται στους νεοεισερχόμενους ειρήνη, εργασία και στέγη, όσο ο νεοεισερχόμενος κουβαλά πάνω του το σύνορο, δηλαδή εκείνη την κοινωνική πρακτική που οργανώνει πάνω του η ευρωπαϊκή κανονικότητα.

Αυτό μας φέρνει αντιμέτωπους με δύσκολα ερωτήματα, καθώς ίδιες καταστάσεις διαμορφώνουν εν τούτοις διαφορετικές αντιλήψεις για το τι συνιστά προνόμιο στην ειρήνη, την εργασία, τη στέγη. Χιλιάδες παιδιά διέφυγαν από τον πόλεμο και βρήκαν καταφύγιο στην Ευρώπη. Τουλάχιστον δέκα χιλιάδες ασυνόδευτα προσφυγόπουλα χάθηκαν στην Ευρώπη, όπως ανακοίνωσε η Europol στα τέλη του περασμένου Ιανουαρίου. Βρήκαν ή όχι την ειρήνη τα παιδιά των προσφύγων και οι οικογένειές τους; Από ποιο σημείο και μετά ένα δυάρι χωρίς θέρμανση στα Πατήσια ή ένα ανήλιαγο ισόγειο στο Ρίνκεμπι (Rinkeby) της Στοκχόλμης ή στο Γκοτσούντα (Gottsunda) της Ουψάλα παύουν να συνιστούν μέρος αξιοπρεπούς διαβίωσης σε σχέση με τις βομβαρδισμένες γειτονιές στο ανατολικό Χαλέπι;

Αυτά και άλλα παρόμοια ερωτήματα παραμένουν μετέωρα, γιατί το ενδιαφέρον των Ευρωπαίων είναι στραμμένο στον ιστορισμό που έχουν καταφύγει οι ευρωπαϊκές ηγεσίες για να βρουν δικαίωση των πολιτικών επιλογών τους.

Είναι, άραγε, οι προδιαγραφές εισόδου τεχνικής φύσης, όπως ορίζονται από τις διεθνείς συμβάσεις ή έστω την αποψίλωσή τους από τα τελευταία Ευρωπαϊκά Συμβούλια, ή έχουν ιστορική διάσταση; Ποιες είναι οι προδιαγραφές του νομότυπου Ευρωπαίου στον 21ο αιώνα;

Ο ονειρότοπος της ενωμένης Ευρώπης

«Η προστασία της ποιότητας του αέρα είναι προτεραιότητα για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή», διαβάζουμε στην ιστοσελίδα της Γενικής Διεύθυνσης Εσωτερικής Αγοράς, Βιομηχανίας, Επιχειρηματικότητας και Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων. Ενάμιση μήνα μετά το ξέσπασμα του σκανδάλου ρύπων στα ντιζελοκίνητα της Volkswagen, η αρμόδια επίτροπος Ελζμπιέτα Μπιενκόφσκα (Elzbieta Bienkowska), πρώην αντιπρόεδρος στη δεύτερη κυβέρνηση Τουσκ, προώθησε την αναβολή της εφαρμογής των αυστηρότερων ορίων για τις εκπομπές ρύπων, προτείνοντας μετάθεση της εφαρμογής μετρήσεων σε πραγματικές συνθήκες (Real Driving Emissions) από το 2017 στο 2020, αλλά και υπέρβαση κατά 110% των αρχικών ορίων εκπομπής οξειδίων του αζώτου για κινητήρες προδιαγραφών Euro6 που αφορά κυρίως τα ντιζελοκίνητα.

«Τα δεινά των χιλιάδων μεταναστών που θέτουν τη ζωή τους σε κίνδυνο, διασχίζοντας τη Μεσόγειο, συγκλονίζει», διαβάζουμε στην ιστοσελίδα της Κομισιόν για τη μεταναστευτική πολιτική. «Είναι σαφές ότι καμία χώρα της ΕΕ δεν μπορεί ή πρέπει να αφεθεί μονάχη να αντιμετωπίσει τις τεράστιες μεταναστευτικές πιέσεις. Η ατζέντα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη μετανάστευση καθορίζει μία ευρωπαϊκή ανταπόκριση, που συνδυάζει εσωτερικές και εξωτερικές πολιτικές, την καλύτερη χρήση των υπηρεσιών και εργαλείων της ΕΕ και την ενεργοποίηση όλων των παραγόντων: τα κράτη–μέλη της ΕΕ και τα θεσμικά όργανα, τους διεθνείς οργανισμούς, την κοινωνία των πολιτών, των τοπικών αρχών και τους εταίρους εκτός ΕΕ».

Θα δυσκολευτεί κανείς να βρει πολιτική των Βρυξελλών, χωρίς αυτήν την καθολική στρατηγική trial and error ενός συστήματος επιβολής με γερμανική προέλευση που αναπαράγεται εντός των κοινωνικοπολιτικών δομών κάθε κράτους-μέλους. Η θεωρούμενη ως «υπερεθνική δομή» της ΕΕ διαμορφώνει τους τεχνικούς όρους αναπαραγωγής και συνέχισης ενός συγκεκριμένου πλέγματος εξουσίας. Ο συσχετισμός δυνάμεων εκπορεύεται από τους καταγωγικούς μύθους της ισχυρότερης οικονομίας της Ευρώπης, διατρέχει το κοινωνικό σώμα από κάτω προς τα πάνω και ολοκληρώνεται σε κάθε τι που νοείται ως τελευταίο στάδιο ενοποίησης (μέχρι το επόμενο).

Ο τεχνικός αυτός μηχανισμός διεύρυνσης, ενσωμάτωσης και ολοκλήρωσης αποτελεί το πραγματικό ιστορικό κεκτημένο («εσωτερίκευση του μαθήματος») σε κάθε ενοποιητικό εγχείρημα στην Ευρώπη και είναι αυτό που ορίζει στην πραγματικότητα την κατά Λαγκάρντ γενεαλογία της, καθιστώντας δυσδιάκριτη την καταγωγή της μετανεωτερικής αριστοκρατίας του χρήματος από τον 9ο ή τον 19ο αιώνα.

Η mainstream μυθολόγηση της κυριαρχίας μέσα από τη γραμμή διαδοχής που ενώνει τον 9ο με τον 21ο αιώνα αποσκοπεί στο να εξορθολογίσει στο χώρο και τον χρόνο αυτόν τον μηχανισμό αναπαραγωγής ενός διαρκώς εξελισσόμενου γερμανικού προτύπου επί των νεοεισερχόμενων, ώστε αυτοί να αποτελέσουν διακριτό τμήμα της Euroland, κατά το σχηματικό παράδειγμα μιας μορφοκλασματικής διάστασης (όπως προτάθηκε στο πρώτο μέρος).

Όπως γράψαμε παραπάνω, δεν τίθεται ζήτημα ταύτισης των ευρωπαϊκών οικονομιών με τους πρόσφυγες. Τίθεται, όμως, ζήτημα ενός τρόπου σκέψης, ανάγνωσης και ανταπόκρισης σε κάθε κρίση, με τον οποίο οι λεγόμενες ευρωπαϊκές αξίες δεν θεμελιώνουν δικαιώματα, αλλά την ενότητα εξουσιαστή/υποκειμένου· όπου τελικά κάθε αναφορά στην προστασία του περιβάλλοντος ή στην προστασία των προσφύγων προετοιμάζει την άρση της προστασίας ως όρο για την ενότητα, δίνοντας τελικά τον ορισμό της εθνικής συνείδησης του Ευρωπαίου πολίτη.

Επομένως, για τις ευρωπαϊκές ηγεσίες υπάρχει σχέδιο/πρότυπο, το οποίο αν δεν εφαρμοστεί, η ενωμένη Ευρώπη κινδυνεύει με κατάρρευση. Για να μείνει κάποιος στην ενωμένη Ευρώπη πρέπει να αποδεχτεί ότι οι κανόνες δεν αφορούν αρχές και ιδεολογίες, αλλά ζυμώσεις, πάλη και υποταγή που κατανέμει την εξουσία ατύπως με βάση το όραμα για μια ενωμένη Ευρώπη. Τι είναι αυτό το όραμα;

Μια απάντηση δίνουν οι Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Ένγκελς στη Γερμανική Ιδεολογία, όπου διατυπώνεται η θεωρία του ιστορικού υλισμού. Εκεί παρατίθεται ένα απόσπασμα από το σατιρικό, επικό ποίημα «Γερμανία: Ένα χειμωνιάτικο παραμύθι» («Deutschland. Ein Wintermärchen») του σημαντικού Γερμανού ποιητή Χάινριχ Χάινε (Heinrich Heine). Ο Χάινε είχε μεταναστεύσει στη Γαλλία μετά την επικράτηση των ιδεών του Μέττερνιχ και την παλινόρθωση του Παλαιού Καθεστώτος / Ancien Régime στο Συνέδριο της Βιέννης (1814-1815). Τα έργα του είχαν απαγορευτεί στη νεοσύστατη Γερμανική Συνομοσπονδία που διαδέχτηκε την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους. Έγραψε το «χειμωνιάτικο παραμύθι» το 1843, εμπνευσμένος από τον Σαίξπηρ, κατά το ταξίδι της επιστροφής του από το Παρίσι στο Αμβούργο για λίγες εβδομάδες ώστε να δει τη μητέρα του. Το έργο απαγορεύθηκε μόλις κυκλοφόρησε και όλα τα αντίτυπα κατασχέθηκαν από την πρωσική αστυνομία.

Γάλλοι και Ρώσοι της στεριάς είν’ αφέντες / Τη θάλασσα οι Εγγλέζοι κυβερνάν / Οι Γερμανοί όμως κατέχουμε στη χώρα των ονείρων / Την κυριαρχία που κανείς να αμφισβητήσει δεν τολμά / Εδώ εμείς ασκούμε την ηγεμονία μας / Κι είμαστε σα γρανίτης ενωμένοι / Οι άλλοι λαοί μεγάλωσαν οι καϋμένοι / Πατώντας με τα πόδια τους πάνω στο στέρεο έδαφος

«Είδαμε ξανά σε τούτο το άρθρο ποια στενόμυαλη-εθνική νοοτροπία βρίσκεται στη βάση του δήθεν οικουμενισμού και κοσμοπολιτισμού των Γερμανών», γράφουν οι Μαρξ και Ένγκελς. «Τούτο τον ονειρότοπο, το βασίλειο της “ουσίας του Ανθρώπου”, οι Γερμανοί το αντιπαραθέτουν με περισσή αυταρέσκεια στους άλλους λαούς, σαν την τελείωση και τον σκοπό ολάκερης της παγκόσμιας ιστορίας. Σε κάθε τομέα θεωρούν τις φαντασιώσεις τους σαν την ύστατη κρίση για τις πράξεις των άλλων εθνών, κι επειδή είναι παντού θεατές μόνος και επόπτες, πιστεύουν ότι έχουν κληθεί να περάσουν όλο τον κόσμο από δικαστήριο και να βάλουν ολάκερη την ιστορία να φτάσει τον τελικό της σκοπό στη Γερμανία».

Σε αυτήν την ενωμένη Ευρώπη μένει όποιος κατά Σόιμπλε «μοιράζεται μια κοινή κατανόηση του πώς μπορείς να ζήσεις μαζί με τους άλλους σε αυτήν την κοινωνία», στον «ονειρότοπο» της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του τελικού σκοπού μιας ιστορίας που ξεκινά από τον Κάρολο τον Μέγα και φτάνει μέχρι τον σημερινό αδιαφιλονίκητο ηγέτη του Eurogroup. Πόσο εύκολο είναι για τον πρόσφυγα και τον μετανάστη να ικανοποιήσει αυτές τις προδιαγραφές χωρίς να διαρραγεί η φαντασιακή ενότητα της Ευρώπης;

Η γενεαλογία των αποβλητέων

Συνοψίζοντας τα όσα ειπώθηκαν από το Άαχεν στις 16 Μαΐου 2016, στην απονομή ενός από τα πιο περίβλεπτα βραβεία της Ευρώπης, συμπεραίνει κανείς ότι ο φορέας επιβολής της εξουσίας στη σημερινή εκδοχή ενωμένης Ευρώπης έχει «στο αίμα του» την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, στα πρότυπα ενός αυτοκράτορα του Μεσαίωνα, πατριάρχη του γαλλικού και του γερμανικού έθνους και εγγυητή της (δυτικο)ευρωπαϊκής ενότητας –όπως αναφέρεται στα αντίστοιχα σχολικά εγχειρίδια και αναπαράγεται στις σύγχρονες ιδεολογικοπολιτικές κατακτήσεις της ατλαντικής Ευρώπης, με τη διαμεσολάβηση των λαμπρότερων στιγμών του ευρωπαϊκού πνεύματος –όπως εκδηλώθηκαν τους τελευταίους πολλούς αιώνες στην επικράτεια που καταλαμβάνουν οι χώρες, οι οποίες σήμερα κλείνουν τα σύνορά τους επικαλούμενες το βάρος της προσφυγικής κρίσης.

Πριν από πέντε χρόνια, η Άγκελα Μέρκελ δήλωνε ότι η πολυπολιτισμικότητα στη Γερμανία έχει «αποτύχει εντελώς». Μιλώντας σε νεολαίους του CDU στο Πότσνταμ στις 17 Οκτωβρίου 2010, η Γερμανίδα καγκελάριος προσπάθησε να πατήσει σε δύο βάρκες, δηλώνοντας από τη μια ότι η μεταναστευτική πολιτική του Βερολίνου θα πρέπει να αυστηροποιηθεί, και από την άλλη ότι οι Γερμανοί θα πρέπει να αποδεχτούν πως «οι μιναρέδες είναι μέρος του γερμανικού τοπίου». Υποστήριξε, επιπλέον, ότι θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στην εκπαίδευση των άνεργων Γερμανών απέναντι στην πρόσληψη ξένων εργατών και ταυτόχρονα διεμήνυσε ότι η χώρα δεν θα τα καταφέρει χωρίς την εισαγωγή εκπαιδευμένων ξένων.

Λίγους μήνες μετά το πρώτο πρόγραμμα διάσωσης κράτους-μέλους της Ευρωζώνης, το μεταναστευτικό θα κυριαρχούσε για άλλη μια φορά στα δημόσια πράγματα της ισχυρότερης οικονομίας της Ευρώπης. Αφορμή αποτέλεσε το βιβλίο του πρώην υπουργού Οικονομικών του Βερολίνου και μέλους του διοικητικού συμβουλίου της Bundesbank, Τίλο Σαράζιν (Thilo Sarrazin), που είχε κυκλοφορήσει τον Αύγουστο του 2010 με τίτλο «Η Γερμανία καταργεί τον εαυτό της» («Deutschland schafft sich ab»). Ο διακεκριμένος τεχνοκράτης του SPD κατηγορούσε τους Μουσουλμάνους μετανάστες ότι ρίχνουν το διανοητικό επίπεδο της γερμανικής κοινωνίας. Ο Σαράζιν παραιτήθηκε, όμως το βιβλίο του κατάφερε να δώσει τις περισσότερες πωλήσεις στη δεκαετία.

Για το ίδιο θέμα, η τότε υπουργός Εργασίας Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν (Ursual von der Leyen) δήλωνε σε συνέντευξή της στην Frankfurter Allgemeine ότι τα τελευταία χρόνια τη Γερμανία εγκαταλείπουν περισσότεροι άνθρωποι από όσοι εισέρχονται και ως εκ τούτου «όπου είναι δυνατόν, θα πρέπει να μειώσουμε τα εμπόδια για την εισαγωγή των ανθρώπων που θα πάνε τη χώρα μπροστά», εννοώντας τους ξένους εργάτες. Είναι η ίδια υπουργός που, διαχειριζόμενη το χαρτοφυλάκιο της Άμυνας, πρωτοστατεί σήμερα στην αποτρεπτική πολιτική των προσφυγικών ροών μέσω ΝΑΤΟ και Ερντογάν.

Το γερμανικό εμπορικό επιμελητήριο (DIHK) εκτιμούσε ότι η γερμανική αγορά εργασίας υστερούσε κατά 400.000 εξειδικευμένους εργαζομένους. Όπως έδειξε η πορεία των πραγμάτων, πολλοί νέοι από τις χώρες που μπήκαν σε πρόγραμμα διάσωσης των ΔΝΤ, Κομισιόν και ΕΚΤ κάλυψαν σημαντικό μέρος τέτοιων θέσεων (με μεγάλο ανταγωνιστή το Ηνωμένο Βασίλειο). Στους πρωταγωνιστές της περιόδου εκείνης συγκαταλεγόταν και ο πρωθυπουργός της Βαυαρίας και πρόεδρος του CSU –αδελφού κόμματος των Χριστιανοδημοκρατών– Χορστ Ζεχόφερ (Horst Seehofer), ο οποίος πρότεινε την πλήρη απαγόρευση εισόδου σε μετανάστες.

Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, στη Γερμανία είχαν εφαρμοστεί μεταρρυθμίσεις στο κράτος πρόνοιας και την αγορά εργασίας που μείωσαν τα επιδόματα και την προστασία της εργασίας, κάνοντας ευκολότερο στις επιχειρήσεις να παρέχουν κακοπληρωμένες θέσεις μερικής απασχόλησης. Η πολιτική αυτή βαφτίστηκε «δημοσιονομική υπευθυνότητα», θεωρήθηκε ότι συνέβαλλε στην καταπολέμηση της ανεργίας και αγκαλιάστηκε από το σύνολο σχεδόν του πολιτικού συστήματος, που διακήρυττε σε όλους τους τόνους ότι η λιτότητα θα πρέπει να αποτελέσει πρότυπο για τις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης.

Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, το μεταναστευτικό αποτελούσε φλέγον ζήτημα για τις ισχυρότερες οικονομίες της Ευρώπης. Χαρακτηριστικό είναι δημοσίευμα των New York Times με ημερομηνία 15 Σεπτεμβρίου 1991 και τίτλο «Strangers at the gate» («Εχθροί προ των πυλών»), όπου καταγράφεται η υποχώρηση της ευφορίας από τη γερμανική ενοποίηση και η αύξηση –αντίστοιχα– της ξενοφοβίας και της ισλαμοφοβίας στις ευρωπαϊκές κοινωνίες.

Το ρεπορτάζ κατέγραφε δηλώσεις του τότε δημάρχου του Παρισίου Ζακ Σιράκ (Jacques Chirac) που εξηγούσε ότι «είναι προφανές γιατί οι Γάλλοι εργαζόμενοι τρελαίνονται από τον θόρυβο και τη μυρωδιά των Αράβων και Αφρικανών γειτόνων τους». Κατέγραφε την απόφαση της σοσιαλίστριας τότε πρωθυπουργού Εντίθ Κρεσόν (Edith Cresson) να ναυλώσει ειδικές πτήσεις για την επαναπροώθηση μεταναστών, κίνηση που χαιρετήθηκε από τον Ζαν-Μαρί Λε Πεν (Jean-Marie Le Pen) και τα τρία τέταρτα των Γάλλων στις δημοσκοπήσεις.

Για την ιστορία, τον Φεβρουάριο του 2000 η Κομισιόν αποφάσισε να άρει την ασυλία της επιτρόπου Έρευνας και Τεχνολογίας Εντίθ Κρεσόν, η οποία κατηγορούνταν ότι προσέλαβε ως επιστημονικό σύμβουλο στενό της φίλο. Ήταν η πρώτη φορά στην ιστορία της ΕΕ που ήρθη η ασυλία επιτρόπου. Ήταν και η αιτία που τον Μάρτιο του 1999 παραιτήθηκε ολάκερη η Επιτροπή του Ζακ Σαντέρ (Jacques Santer).

Στο ίδιο ρεπορτάζ καταγραφόταν η αύξηση των ποσοστών της ακροδεξιάς στην Αυστρία, που πήρε 16% στις εκλογές του 1990 από 9,7% τέσσερα χρόνια πριν, ενώ μνημονευόταν και το όνομα κάποιου Γιοργκ Χάιντερ (Jorg Haider). Είναι χαρακτηριστική η αποστροφή των Αμερικανών συντακτών: «Μερικοί Αυστριακοί πιστεύουν ότι ο Χάιντερ δεν έχει τύχη στην πολιτική. Το περασμένο καλοκαίρι αποπέμφθηκε από κυβερνήτης της Καρινθίας, μετά από το εγκώμιο που έπλεξε στη ναζιστική Γερμανία, γκάφα κραυγαλέα ακόμα και για μια χώρα που εξέλεξε τον Κουρτ Βαλντχάιμ (Kurt Waldheim) πρόεδρό της και ας γνώριζε για το ναζιστικό του παρελθόν».

Στον αντίποδα της ακροδεξιάς ρητορείας, ο Ιταλός υπουργός Εξωτερικών Τζιάνι Ντεμικέλις (Gianni Demichelis) υποστήριζε μια πολιτική ποσοστώσεων στο μεταναστευτικό, κάνοντας λόγο για «σταυροδρόμι» στην ευρωπαϊκή πολιτική: «Είτε θα μετατραπούμε σε “Ευρώπη-φρούριο”, είτε θα αποδεχτούμε το γεγονός ότι η Ευρώπη θα συνεχίσει να έχει μετανάστες, ότι χρειαζόμαστε πολλούς από αυτούς, ότι είναι το πεπρωμένο μας, όπως στις ΗΠΑ, να έχουμε πολυπολιτισμικές κοινωνίες».

Μιλώντας σε προεκλογική συγκέντρωση την Κυριακή 11 Μαρτίου 2012, ο απερχόμενος Γάλλος πρόεδρος Νικολά Σαρκοζί (Nichola Sarkozy) απαιτούσε αλλαγές στη Συνθήκη Σένγκεν. «Σε μια εποχή οικονομικής κρίσης, αν η Ευρώπη δεν μαζέψει αυτούς που περνούν τα σύνορά της, δεν θα μπορεί να χρηματοδοτήσει πια το κοινωνικό της κράτος. Χρειαζόμαστε μια κοινή αρχή στους συνοριακούς ελέγχους. Δεν μπορούμε να αφήσουμε τη διαχείριση των μεταναστευτικών ροών σε τεχνοκράτες και δικαστήρια», δήλωνε ο Γάλλος που συνέδεσε όσο κανένας άλλος το όνομά του με την Άνγκελα Μέρκελ, σε μια πολιτική που πήρε το όνομα Merkozy και αποθέωσε τον οικονομικό εθνικισμό, στο όνομα της ενωμένης Ευρώπης και της διατήρησης του ευρώ. Είναι προφανές ότι η σύνδεση της οικονομίας με το μεταναστευτικό υπήρξε διαρκής και ποτέ δεν έλλειψε από την κεντρική πολιτική σκηνή της Γηραιάς Ηπείρου.

Σε αυτό το σημείο, αξίζει να θυμηθεί κανείς ότι οι δηλώσεις του Μαρκ Ρούτε, που παρουσιάστηκαν στο πρώτο μέρος, είχαν γίνει στον απόηχο δηλώσεων του Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ (25/11/2015) από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο Στρασβούργο, όπου ο Λουξεμβούργιος πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προειδοποιούσε σε δραματικούς τόνους ότι η κατάρρευση της Σένγκεν απειλεί το ευρώ:

«Εάν το πνεύμα του Σένγκεν μας εγκαταλείψει, θα χάσουμε πολλά περισσότερα από μια συνθήκη. Το κοινό νόμισμα δεν θα έχει νόημα, αν καταρρεύσει η Σένγκεν. (...) Θα πρέπει να γνωρίζετε ότι η Σένγκεν δεν είναι μια ουδέτερη ιδέα. Είναι ένας από τους βασικούς πυλώνες οικοδόμησης της Ευρώπης. (...) Το σύστημα ελεύθερης μετακίνησης βρίσκεται μερικώς σε κώμα. Όσοι πιστεύουν στην Ευρώπη και στις αξίες της, στις αρχές και στις ελευθερίες της πρέπει να και θα προσπαθήσουν να το αναζωογονήσουν».

Οπως διαβάζει κανείς στο Πρωτόκολλο σχετικά με την ευρωομάδα στη Συνθήκη της Λισαβώνας, τα «υψηλά συμβαλλόμενα μέρη» έχουν «επίγνωση της ανάγκης να προβλεφθούν ειδικές διατάξεις για έναν ενισχυμένο διάλογο μεταξύ των κρατών μελών τα οποία έχουν ως νόμισμα το ευρώ, εν αναμονή της υιοθέτησης του ευρώ από όλα τα κράτη μέλη της Ένωσης». Αν και νομικά διακριτό από το μπλοκ των 19 κρατών της Ευρωζώνης, το μπλοκ των 26 κρατών που συναπαρτίζουν το χώρο Σένγκεν (εκ των οποίων τα 22 είναι μέλη-κράτη της ΕΕ), μπορεί εν τούτοις να πάρει αποφάσεις για ένα συστατικό στοιχείο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Ο πρόεδρος της Κομισιόν είπε ότι μονομερείς αποφάσεις των χωρών του Βίσεγκραντ, όπου πρωτοστατούν χώρες εκτός ευρωζώνης, είναι ικανές να καταργήσουν το τρίτο στάδιο της οικονομικής και νομισματικής ένωσης. Η φυσική παρουσία των προσφύγων αποκαλύπτει έτσι τη δεσπόζουσα ασυμμετρία στο ευρωπαϊκό εποικοδόμημα, όπου η βιώσιμη ανάπτυξη μέσα από την επιβολή πολιτικών λιτότητας και οριζόντιας δημοσιονομικής προσαρμογής στα κράτη-μέλη ορίζεται ως βάση. Το πλέγμα εξουσίας συσπειρώνεται, δείχνοντας εκ των υστέρων ως ένοχους τους «εισβολείς» στα σύνορα, είτε αυτοί είναι πρόσφυγες –δανειολήπτες φυσικών δικαιωμάτων, είτε φορολογούμενοι –δανειολήπτες του φυσικού νομίσματος της Ευρώπης.

Τελικά, η σύνδεση κατά Λαγκάρντ του ευρώ με δώδεκα αιώνες γερμανικής ιστορίας ως επιχείρημα για το τι πρεσβεύει σήμερα η ΕΕ είναι ακριβώς αυτό που θέλουν να ακούσουν οι ακροδεξιοί της κεντρικής Ευρώπης, που στο οικονομικό πεδίο δεν πρεσβεύουν τίποτα διαφορετικό από ό,τι ο Σαρκοζί ή ο Σόιμπλε, όταν προασπίζονται εθνικές πολιτικές για το καλό της ευρωπαϊκής ενότητας, με τη δικαιολογία ότι τα «θεμελιώδη μεγέθη» («fundamentals») στη δική τους βάση επιτρέπουν παρεκκλίσεις από τους κανόνες.

Στο πρώτο μέρος είδαμε πώς τα ιστορικά ανάλογα του Όρμπαν διασταυρώνονται με αυτά του Ρούτε, του Γιούνκερ και της Λαγκάρντ στο ίδιο πλέγμα εξουσίας εντός των ευρωπαϊκών κοινωνιών, οδηγώντας σε αντιφατικές απαντήσεις στο ζήτημα των κλειστών συνόρων και της Σένγκεν. Με τον ίδιο τρόπο, η αντίφαση αυτή αναπαράγεται σε όλα τα πολιτικά ζητήματα. Όταν η ευρωπαϊκή ελίτ επιλέγει να καταχωρεί την ενότητα της Ευρώπης όχι στις πανευρωπαϊκές κατακτήσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων, αλλά στις λαμπρές στιγμές της γερμανικής ιστορίας, αυτόματα καταργείται κάθε επιχείρημα απέναντι στις διακηρύξεις Πράγας και Βουδαπέστης ότι δεν σκοπεύουν να αντικαταστήσουν την επιβολή της Μόσχας με αυτήν του Βερολίνου.

Τον περασμένο Ιανουάριο, ο πρόεδρος Ζέμαν δήλωνε ότι τα εξωτερικά σύνορα της Ευρώπης μπορεί να φυλάξει μόνο μια νατοϊκή αποστολή όπως στο Αφγανιστάν. Τον Ιούνιο του 2014, ο σοσιαλδημοκράτης πρωθυπουργός του Μπούχοσλαβ Σουμπότκα (Bohuslav Sobotka) δήλωνε ότι δεν θα επιτρέψει τη διέλευση των νατοϊκών δυνάμεων, που επρόκειτο να αναπτυχθούν στην Πολωνία ως απάντηση στη ρωσική προσάρτηση της Κριμαίας. Παρόμοια στάση κράτησε και η κυβέρνηση της Μπρατισλάβας, επικαλούμενη τη σοβιετική εισβολή στη Τσεχοσλοβακία το 1968, συγκρίνοντας ευθέως την επιβολή της Μόσχας με αυτήν της Ουάσιγκτον.

Οι βασσάλοι της Ευρώπης είναι έτοιμοι να αντικαταστήσουν έναν φορέα επιβολής με κάποιον άλλον, αρκεί να διαφυλάττουν κάποια σχετική αυτονομία στο όνομα της εθνότητας, τελευταίο καταφύγιο του αστικού κόσμου απέναντι στις στρατιές ανέργων και υποαπασχολούμενων, που κατ’ ανάλογο τρόπο παίζουν το ίδιο παιχνίδι μουσικής καρέκλας, ελπίζοντας πως πάντα θα υπάρχει κάποιος πριν από αυτούς που δεν πρόλαβε. Οι εθνικιστές της Ευρώπης αλλάζουν τα στοιχήματά τους και, ανάλογα με τον συσχετισμό δυνάμεων που διαμορφώνεται στο πλέγμα εξουσίας, ποντάρουν στο δικό τους συνδυασμό ρεαλισμού και ιδεαλισμού –σήμερα κατά των «εισβολέων» που αιτούνται άσυλο και απειλούν τον ντόπιο φορολογούμενο. Το πιθανότερο είναι ότι κάποια στιγμή η Bundesrepublik Euroland θα τους ανταμείψει με κάποια καλύτερη καρέκλα πιο κοντά στη χοντρή κυρία.

Υπό το πρίσμα αυτής της τεχνικής προσαρμογής γίνονται αντιληπτές όλες οι αντιφάσεις στην αποστολή της ενωμένης Ευρώπης να συγκολλήσει τη μετανεωτερική αριστοκρατία του χρήματος. Οι αντιφάσεις αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου ευρωνομίσματος, όπου οι πρόσφυγες πρέπει να θεωρούνται μεγαλύτερη απειλή για την ολοκλήρωση της Ευρώπης από ότι τα too-big-to-fail χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.

Ο τουρισμός στα νησιά του Αιγαίου κινδυνεύει από τους πρόσφυγες. Όχι από τη σύνδεση συντάξεων Γερμανών τουριστών με παράγωγα της Deutsche Bank ή την πεποίθηση των Γερμανών αποταμιευτών ότι το κομπόδεμά τους απειλείται από την νομισματική πολιτική της ΕΚΤ που χρηματοδοτεί το ρίσκο της Deutsche Bank. Όχι από την αύξηση του ΦΠΑ, όπως προβλέπει το πλέγμα εξουσίας της ΕΕ και έχει εξορθολογίσει το εγχώριο κατεστημένο, εξαφανίζοντας αυτό το 30% της έκπτωσης από το δημόσιο λόγο μόλις εμφανίστηκαν τα πρώτα φαντάσματα του (συριακού) πολέμου στα σύνορα της (ευρωπαϊκής) λογικής.

Τελικά, η υιοθέτηση ιστορικών αναλόγων από τεχνοκράτες και εθνικιστές διαχωρίζεται στο βαθμό ορθολογικής διαχείρισης της ίδιας ρύθμισης, όπου ο αποβλητέος κάθε κρίσης καλείται να αφομοιώσει μία συγκρότηση της αλήθειας ή να εξοβελιστεί οριστικά στο πυρ το εξώτερον. Στο κάλεσμα αυτό, τι πιο φυσικό να μείνουν όσοι πρόσφυγες περισσεύουν στη χώρα η οποία έχει πεταχτεί ουσιαστικά εκτός της ζώνης του ευρώ;

Για τους εγκλωβισμένους της Ειδομένης, η πιο πρόσφατη γενεαλογία της εξουσίας στην Ευρώπη συγκροτεί ένα διαφορετικό καθεστώς αλήθειας· οι προδιαγραφές τους προς το παρόν είναι ασύμβατες με την ιεράρχηση της ιστορικής αλήθειας για την κρίση, όπως όριζει το τέλος κάθε κρίσης με απόφαση συμβουλίου.

(συνεχίζεται)