FOCUS

«Η Μίσα και οι Λύκοι»: Μια απίστευτη ιστορία για το Ολοκαύτωμα ήταν η μεγαλύτερη απάτη του αιώνα

«Η Μίσα και οι Λύκοι»: Μια απίστευτη ιστορία για το Ολοκαύτωμα ήταν η μεγαλύτερη απάτη του αιώνα

Στις αρχές της δεκαετίας του '90, μια γυναίκα που ζούσε στη Μασαχουσέτη των ΗΠΑ, αποφάσισε να πει δημόσια την ιστορία της. Η ιστορία της έκανε αίσθηση.

Σαν ένα εντελώς υπερεαλιστικό Inception, οι ιστορία πίσω από την ιστορία και μετά ακόμη πιο πίσω, ξεδιπλώθηκε σε έναν ιστό εξαπάτησης, παράνοιας και ψέματος που είναι «τόσο απίστευτα που δεν μπορείς να μην τα πιστέψεις».

Ένας ιστός εξαπάτησης που εγείρει πολλά ερωτήματα και θα όφειλε να μας βάλει σε πολλές σκέψεις, με βασική αυτήν που έχουμε συλλογικά και ως ευθύνη: Σε ποιούς εμπιστευόμαστε την ιστορική αλήθεια και τη μνήμη;

Η Μίσα Ντεφονσέκα ήταν γύρω στα 65 όταν διηγήθηκε αρχικά σε μια γνωστή της πώς κατάφερε να γλιτώσει από τους Ναζί όταν ήταν μόλις 7 ετών, στις Βρυξέλλες του Βελγίου.

Μια εξωπραγματικά συγκινητική ιστορία

Η Ντεφονσέκα ήταν Εβραία και όπως πολλά από τα Εβραιόπουλα της Ευρώπης είδε τους γονείς της να συλλαμβάνονται και να εκτοπίζονται στα στρατόπεδα του θανάτου από τους Γερμανούς.

Η ίδια διεσώθη όταν το δίκτυο που έκανε αυτή τη δουλειά την πήρε, την έκρυψε, της έδωσε ψεύτικο όνομα και χαρτιά και την παρέδωσε σε μια οικογένεια για να τη μεγαλώσει σαν δικό της παιδί.

Η ίδια η Μίσα, όμως, σύμφωνα πάντα με τη διήγησή της, δεν αισθανόταν καλά με την ανάδοχη οικογένειά της και ήθελε να βρει τους γονείς της. Πήρε, λοιπόν, μια πυξίδα λίγες προμήθειες και την τσάντα της και ξεκίνησε μέσα από τα πυκνά δάση της δυτικής Ευρώπης να πάει με τα πόδια να τους βρει.

Το μακρύ ταξίδι της, το οποίο διηγήθηκε με κάθε λεπτομέρεια, κράτησε μήνες. Μέσα στα δάση «ειδα το θάνατο, είδα πεθαμένους ανθρώπους, είδα κατετραμμένα χωριά, έμαθα να αποφεύγω τους ανθρώπους και να αποζητώ τη συντροφιά των ζώων», όπως έλεγε η ίδια ξανά και ξανά, κάθε φορά που επαναλάμβανε την ιστορία της και την επανέλαβε ατελείωτες.

Μια μέρα στο δάσος είδε πίσω της ένα τεράστιο λευκό λύκο. Η ίδια δεν τρόμαξε και ο λύκος δεν την πείραξε. Αντιθέτως, την πήρε μαζί του και η Μίσα έζησε για πολλούς μήνες μαζί με την αγέλη του, η οποία την αποδέχθηκε σαν μέλος της.

Ακούγεται εξωπραγματικό, ένα σύγχρονο «βιβλίο της ζούγκλας», όμως σε έναν κόσμο που ήταν έτσι κι αλλιώς ανθρώπινη ζούγκλα εκείνη την εποχή, τίποτα δεν φαινόταν υπερβολικά απίστευτο.

Η πολύ συγκινητική ιστορία της Μίσα άρχισε να ταξιδεύει. Η γνωστή της την έπεισε να την πει στην τοπική Συναγωγή, όπου εκατοντάδες Εβραίοι την άκουσαν με δάκρια στα μάτια. Μια εκδότης, η Τζέιν Ντάνιελ, περοσέγγισε τη Μίσα και της ζήτησε να γράψει την ιστορία της. Εκείνη δέχτηκε αν και με δισταγμό.

Η Μίσα Ντεφονσέκα την εποχή που το βιβλίο της είχε ήδη γίνει παγκόσμιο μπεστ σέλερ.

Το βιβλίο έγινε παγκόσμιο μπεστ σέλερ αυτόματα, μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες, η Disney ζήτησε τα δικαιώματα και η Όπρα Γουίνφρεϊ ήθελε τη Μίσα Ντεφονσέκα στο σόου της.

Και τότε έγινε το πρώτο λάθος...

Να προσέχεις ποιους κάνεις εχθρούς

Η Ντεφονσέκα άρχισε να διαφωνεί με την Ντάνιελ και λίγο αργότερα τη μήνυσε για τα πνευματικά δικαιώματα της ιστορίας. Η πολύκροτη δίκη έληξε με συντριπτική νίκη της Ντεφονσέκα, στην οποία οι ένορκοι -με δάκρια στα μάτια- επιδίκασαν αποζημίωση 22 εκατομμυρίων δολαρίων.

Η Ντάνιελ συγκλονίστηκε: Ήταν γι αυτήν η απόλυτη καταστροφή. Αφού χώνεψε πρώτα αυτό που είχε συμβεί, αποφάσισε να μην αφήσει το θέμα έτσι και άρχισε να «χτενίζει» την ιστορία που η ίδια είχε εκδόσει.

Και άρχισε να καταλαβαίνει ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Σε ένα από τα συμβόλαια που είχε συνάψει με την Ντεφονσέκα, εκείνη είχε υπογράψει με την ημερομηνία γέννησής της και το επώνυμο της μητέρας της, στοιχεία που στη διήγησή της επέμενε ότι δεν γνώριζε καν.

Η Ντάνιελ προσέλαβε μια γενεαλόγο στο Βέλγιο και της έδωσε όλα τα στοιχεία. Η Έβελιν Χέντελ, Εβραία και «κρυμμένο παιδί» η ίδια, πήρε την υπόθεση πολύ προσωπικά.

Με πολύ προσεκτική έρευνα, ξεσκονίζοντας όλα τα τοπικά αρχεία στις Βρυξέλες και ενάντια σε κάθε προσδοκία, ανακάλυψε ότι η Μίσα Ντεφονσέκα δεν υπήρχε. Υπήρχε μάλλον, αλλά δεν ήταν αυτή που έλεγε ότι είναι.

Τα παιδικά τραύματα, οι φανταστικοί εαυτοί και η πολύ πεζή αλήθεια

Το κουβάρι ξετιλύχθηκε, με τη βοήθεια και ενός δημοσιογράφου και αυτό που αποκαλύφθηκε είναι ότι η Μονίκ ντε Βάελ, όπως είναι το πραγματικό όνομα της γυναίκας, ήταν Καθολική, παιδί ενός ανθρώπου που στην Κατοχή πρόδωσε το αντιστασιακό δίκτυο στο οποίο μετείχε.

Η ίδια η Μονίκ μεγάλωσε ως το «παιδί του προδότη».

Η Μονίκ-Μίσα και ο πατέρας της, κατά τη διάρκεια του πολέμου

Η αποκάλυψη για την απάτη έκανε ίσως μεγαλύτερη αίσθηση κι από την ίδια την αρχική ιστορία. Η Ντεφονσέκα είχε και πάλι αυτό που πάντα ήθελε: Τα φώτα και την προσοχή στραμμένα επάνω της. Για το λάθος λόγο, όμως, αυτήν τη φορά.

Η ίδια εξήγησε, πολύ ψύχραιμα, ότι η Μίσα ήταν η παιδική της φαντασίωση, ο χαρακτήρας που μέσα της την εξιλέωνε για τα λάθη του πατέρα της, αυτός που τη βοήθησε να επιβιώσει από το δικό της παιδικό τραύμα.

«Δεν ήταν πραγματικότητα (όσα γράφτηκαν στο βιβλίο), αλλά ήταν η δική μου πραγματικότητα», είπε στη βελγική εφημερίδα Le Soir.

«Ζητώ συγνώμη απ' όλους όσους αισθάνθηκαν προδομένοι, αλλά τους εκλιπατώ να βάλουν τους εαυτούς τους στη θέση ενός 4χρονου κοριτσιού που έχει χάσει τα πάντα, που πρέπει να επιβιώσει, που βυθίζεται στην άβυσσο της μοναξιάς και να καταλάβουν ότι δεν ήθελα τίποτε άλλο από το να επουλώσω το τραύμα μου», συνέχισε.

Κάποιοι σχεδόν συγκινήθηκαν. Οι περισσότεροι, όμως, και ιδιαίτερα οι άνθρωποι για τους οποίους με τον έναν ή τον άλλον τρόπο το Ολοκαύτωμα υπήρξε μια πραγματικότητα, όπως η Έβελιν Χέντελ, εξοργίστηκαν.

Η Ντεφονσέκα αναγκάστηκε να επιστρέψει τα χρήματα στην Ντάνιελ και σήμερα ζει στη Μασαχουσέτη επιμένοντας ότι έκανε ό,τι έκανε με αγαθούς σκοπούς.

Η ζωή στις σκιές: Τα κρυμμένα παιδιά του πολέμου

Ίσως η πιο διάσημη ιστορία «κρυμμένου παιδιού» είναι αυτή της Άννα Φρανκ, όμως δεν είναι η μόνη.

Συνολικά στο Ολοκαύτωμα χάθηκαν πάνω από έξι εκατομμύρια Εβραίοι, ανάμεσά τους ένα εκατομμύριο παιδιά. Μερικές χιλιάδες σώθηκαν, επειδή οι γονείς τους φρόντισαν, πριν απελαθούν, να τα αφήσουν στη φροντίδα συγγενών και γειτόνων, οι οποίοι με κίνδυνο της δικής τους ζωής τα έκρυψαν.

Η Γερμανίδα Σούζα Γκρούνμπαουμ έζησε όλα τα χρόνια του πολέμου σε έναν αχυρώνα στην Ολλανδία, όταν οι γονείς της απελάθηκαν και την άφησαν στους Ολλανδούς γείτονές τους.

Πολλά από αυτά τα παιδιά έζησαν καθ' όλη τη διάρκεια του πολέμου κυριολεκτικά κρυμμένα σε σοφίτες, σε αχυρώνες, ή κάτω από πατώματα. Άλλα πήραν τις ταυτότητες νεκρών παιδιών και έζησαν σαν φυσικοί απόγονοι των ανθρώπων που τα φρόντισαν.

Η Άννα Φρανκ δεν έγινε γνωστή επειδή έζησε αυτήν τη ζωή, αλλά επειδή την περιέγραψε με κάθε σκοτεινή λεπτομέρεια: Κάθε μικρός θόρυβος, κάθε αδιάκριτος γείτονας, κάθε μέρα, κάθε στιγμή έφερνε αυτά τα παιδιά πιο κοντά στον θάνατο.

Συχνά αυτό γινόταν, καθώς οι Ναζί διαρκώς προσπαθούσαν να βρουν κάθε κρυμμένο Εβραίο και χρησιμοποιούσαν όλα τα μέσα: Δωροδοκίες, αμνηστίες για όσους τους κατέδιδαν, αιφνιδιαστικούς ελέγχους, βασανισμούς...

Η Άννα Φρανκ μάς άφησε τη σπουδαιότερη καταγραφή της «ζωής στις σκιές».

Στη Γερμανία μόνο, 2.000 Εβραίοι προδόθηκαν από ομόθρησκούς τους στους οποίους το καθεστώς υποσχέθηκε να μην εκτοπιστούν. Η Άννα Φρανκ, που κρυβόταν στην Ολλανδία, προδόθηκε επίσης.

Στην Ελλάδα, στη Θεσσαλονίκη, το Βόλο, την Αθήνα και τα Ιωάννινα, υπήρξαν πολλές περιπτώσεις κρυμμένων παιδιών που επέζησαν χάρη στο θάρρος των ανθρώπων που ανέλαβαν την ευθύνη τους.

Όλοι αυτοί οι άνθρωποι αρχικά βρήκαν στο αφήγημα της Ντεφονσέκα μια ταύτιση, μια λυτρωτική απεικόνιση της διαφορετικής τροπής που θα μπορούσε να έχει πάρει και η δική τους ιστορία. Και μετά, προδόθηκαν για μια ακόμη φορά.

Σε ποιους εμπιστευόμαστε την ιστορική αλήθεια;

Η ιστορία της Ντεφονσέκα δεν είναι η μόνη. Δεν είναι η μόνη απάτη ανθρώπων που θέλησαν, για τον έναν ή τον άλλο λόγο να καπηλευτούν την ιστορική μνήμη και να κεφαλαιοποιήσουν επάνω της.

Όταν ξεκίνησαν να «σκαλίζουν» την ιστορία της Ντεφονσέκα, η Ντάνιελ και η Χέντελ είχαν να αντιμετωπίσουν και το μεγαλύτερο απ' όλα τα προβλήματα: Το Ολοκαύτωμα έχει συζητηθεί, αναλυθεί και εξεταστεί όσο κανένα άλλο συμβάν στη σύγχρονη ιστορία, αλλά έχει επίσης αμφισβητηθεί.

Και κάθε φορά που συμβαίνει αυτό, μπαίνει κανείς σε πολύ επικίνδυνα νερά: Είναι άλλο να αμφισβητείς μια προσωπική ιστορία βέβαια και άλλο να αμφισβητείς την ιστορική αλήθεια. Όμως, συχνά στο συλλογικό ασυνείδητο, αυτά τα δύο πάνε μαζί.

Ο Σαμ Χόμπκινσον, ο οποίος σκηνοθέτησε το ντοκιμαντέρ «Misha and the Wolves», το οποίο μπορείτε να βρείτε στο Netflix, έχει τη δική του άποψη: Όλες αυτές οι ψεύτικες διηγήσεις, όποιο κίνητρο κι αν έχουν, τα χρήματα, τη φήμη, το προσωπικό τραύμα ή τη διαιώνιση της μνήμης, τελικά επιτυγχάνουν μόνο ένα πράγμα, να τροφοδοτήσουν τους αρνητές του Ολοκαυτώματος».

«Η Μίσα και οι Λύκοι», το ντοκιμαντέρ του Σαμ Χόμπκινσον για την πραγματική ιστορία της Μίσα Ντεφονσέκα, είναι διαθέσιμο στο Netflix.

Ο σκηνοθέτης έχει απόλυτο δίκιο: Αν μια ιστορία είναι ψεύτικη, γιατί να πιστέψουμε όλες τις υπόλοιπες;

Η διατήρηση της ιστορικής μνήμης είναι ένα τεράστιο κεφάλαιο για το σύγχρονο κόσμο, για τον κόσμο μας, που θέλει να απομονώσει όσους αρνούνται την αλήθεια, όσους χρησιμοποιούν αυτήν την άρνηση για τους σκοτεινους ιδεολογικούς τους σκοπούς· δεν είναι κακό να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, για τους νοσταλγούς των Ναζί.

Το Ολοκαύτωμα υπήρξε και ήταν παραπάνω από αληθινό: Ήταν τόσο αληθινό όσο έξι εκατομμύρια νεκροί και πολλά εκατομμύρια εκτοπισμένοι. Κάθε ένας από αυτούς είχε τη δική του ιστορία και οι περισσότερες δεν γράφτηκαν ποτέ.

Γράφτηκαν όμως μέσα σε όλους μας και δεν πρέπει να ξεγραφτούν ποτέ.

Οφείλουμε να τις περνάμε στα παιδιά μας κι αυτά στα παιδιά τους κι όσο υπάρχει ανθρώπινο είδος αυτή η ιστορία να μένει γραμμένη στα κύτταρά μας και να μην αφήσουμε κανέναν να την παραποιήσει, ή να την αμφισβητήσει.

Το οφείλουμε σε όλους: Νεκρούς και ζωντανούς.