Oι γεωπολιτικές νάρκες Τραμπ, η Γροιλανδία, το ΝΑΤΟ και τα όρια της Δύσης
Φωτογραφία Αρχείου- Γροιλανδία
(AP Photo/Evgeniy Maloletka, File)Η επιμονή του Ντόναλντ Τραμπ για τη απόκτηση της Γροιλανδίας επαναφέρει κρίσιμα ερωτήματα για τη λειτουργία του ΝΑΤΟ, τον ρόλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τα όρια της δυτικής συνοχής σε ένα μεταβαλλόμενο γεωπολιτικό περιβάλλον.
H δήλωση του προέδρου των ΗΠΑ αγγίζει τον πυρήνα της δυτικής γεωπολιτικής αρχιτεκτονικής και θέτει υπό αμφισβήτηση θεμελιώδεις αρχές, όπως η εθνική κυριαρχία. Πόσο ρεαλιστικό είναι, όμως, ένα τέτοιο ενδεχόμενο και ποιες θα ήταν οι συνέπειες αν μια αμερικανική «απειλή» μετατραπεί σε στρατηγική επιλογή, υπό το πρίσμα του Διεθνούς Δικαίου και των σύγχρονων γεωπολιτικών ισορροπιών.
Όπως εξηγεί στο CNN Greece , η δικηγόρος και διεθνολόγος Δρ. Ασπασία Αλιγιζάκη, η πλήρης μεταβίβαση κυριαρχίας της Γροιλανδίας στις ΗΠΑ είναι, υπό τις παρούσες συνθήκες, εξαιρετικά μη ρεαλιστική και ουσιαστικά ανέφικτη, τόσο νομικά όσο και γεωπολιτικά. Αυτό ισχύει ακόμη και μετά τις πρόσφατες δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ ότι «όλες οι επιλογές είναι στο τραπέζι», συμπεριλαμβανομένης της χρήσης βίας, αλλά και τη ρητορική του ότι «δεν χρειάζομαι το διεθνές δίκαιο», υιοθετώντας ουσιαστικά τη λογική του «δίκαιου της ισχύος».
Η Γροιλανδία αποτελεί τμήμα του Βασιλείου της Δανίας ήδη από τον 14ο αιώνα και διαθέτει σήμερα εκτεταμένο καθεστώς αυτονομίας: αρχικά αυτοδιοίκηση από το 1979 και, από το 2009, καθεστώς πλήρους εσωτερικής αυτοκυβέρνησης βάσει του Self-Government Act, το οποίο αναγνωρίζει ρητά το δικαίωμα του γροιλανδικού λαού στην αυτοδιάθεση και επιτρέπει δημοψήφισμα μόνο για πλήρη ανεξαρτησία – όχι για απευθείας ένωση με τρίτη χώρα.
Οποιαδήποτε μεταβολή καθεστώτος όπως υπογραμμίζει ,προϋποθέτει τη ρητή, ελεύθερη και δημοκρατικά εκφρασμένη βούληση των ίδιων των Γροιλανδών, κάτι που σήμερα δεν υφίσταται: οι πιο πρόσφατες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι περίπου το 85% απορρίπτει κατηγορηματικά την ιδέα ένωσης με τις ΗΠΑ, παρότι σημαντικό ποσοστό επιθυμεί μακροπρόθεσμα πλήρη ανεξαρτησία ως κυρίαρχο κράτος. « Σημειωτέον η ακούσια αλλαγή εδαφικού καθεστώτος και ένωση με τις ΗΠΑ θα σήμαινε πιθανότατα αφενός την κατάρρευση του ΝΑΤΟ καθώς για πρώτη φορά οι ΗΠΑ θα στρέφονταν κατά συμμάχου, της Δανίας, και αφετέρου μια νέα αναδιαμόρφωση του διεθνούς συστήματος όπου θα ενισχύονταν οι όποιοι αντίπαλοι των ΗΠΑ συνασπισμοί», προσθέτει.
Σε επίπεδο Διεθνούς Δικαίου, το πλαίσιο είναι σαφές , τονίζει . Ο Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών (άρθρο 2 §4) απαγορεύει ρητά την απειλή ή χρήση βίας για την αλλαγή συνόρων, ενώ η αρχή της αυτοδιάθεσης των λαών και της εδαφικής ακεραιότητας των κρατών —όπως αποτυπώνεται και στο Ψήφισμα 2625 (1970) της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ— αποκλείει κάθε εξαναγκαστική ή μονομερή μεταβίβαση κυριαρχίας.
Η Δρ Αλιγιζάκη αναφέρει ότι η σύγχρονη αμερικανική ρητορική μπορεί να θυμίζει τον γνωστό διάλογο Αθηναίων και Μηλίων (Θουκυδίδης): «Το δίκαιο κρίνεται μόνο όταν υπάρχει ίση ισχύς· οι ισχυροί κάνουν ό,τι μπορούν, και οι αδύναμοι υποχωρούν σε ό,τι αναγκάζονται» καθώς σε έναν κόσμο ανισοτήτων ισχύος, οι μεγάλες δυνάμεις συχνά κινούνται με βάση τα στρατηγικά τους συμφέροντα και την ισχύ τους. Αυτό αν και πρέπει να το έχουμε υπόψιν, προσθέτει , καθώς απηχεί τη διεθνή συγκρουσιακή πραγματικότητα, δεν αλλάζει τη νομική θεσμική τάξη: η μεταβίβαση κυριαρχίας απαιτεί πάντα τη ρητή και δημοκρατικά εκφρασμένη βούληση των πληθυσμών, καθιστώντας οποιαδήποτε μονομερή ενέργεια παράνομη και πολιτικά επικίνδυνη.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και η πρόταση της κυβέρνησης Truman το 1946 για αγορά της Γροιλανδίας απορρίφθηκε κατηγορηματικά από τη Δανία, ενώ παλαιότερες ιδέες ανταλλαγής εδαφών στις αρχές του 20ού αιώνα ουδέποτε προχώρησαν. Ήδη από τότε , διευκρινίζει , είχε καταστεί σαφές ότι το ζήτημα της Γροιλανδίας δεν θεωρείται διαπραγματεύσιμο. Η σημερινή κατηγορηματική απόρριψη από την πρωθυπουργό της Δανίας («Greenland is not for sale») επιβεβαιώνει αυτή τη σταθερή θέση , προσθέτει.
Η σύγχρονη αμερικανική ρητορική περί «αναγκαιότητας» της Γροιλανδίας για λόγους εθνικής ασφάλειας ( συμπεριλαμβανομένης της στρατηγικής θέσης στην Αρκτική, της βάσης Thule για επιτήρηση και πυραυλική άμυνα, της πρόσβασης σε κρίσιμες πρώτες ύλες- σπάνιες γαίες και των νέων ναυτιλιακών διαδρομών που ανοίγει η κλιματική αλλαγή) εντεινόμενη τις τελευταίες ημέρες με αναφορές σε οικονομικά κίνητρα (συμπεριλαμβανομένων εσωτερικών συζητήσεων για άμεσες πληρωμές 10.000-100.000 δολαρίων σε κάθε Γροιλανδό, που απορρίπτονται ως απόπειρα δωροδοκίας χωρίς να αλλάζουν τη δημόσια γνώμη) ή ακόμη και σε επαπειλούμενες στρατιωτικές κινήσεις, εντάσσεται – κατά τη γνώμη της - περισσότερο σε ένα πλαίσιο στρατηγικής πίεσης και γεωπολιτικής σηματοδότησης, παρά σε ρεαλιστικό σχέδιο αλλαγής κυριαρχίας. Εκτιμά ότι η πρόσφατη δε επίδειξη εξουσίας με την «αρπαγή» του Μαδούρο χρησιμοποιείται ενδεχομένως ως εργαλείο διαπραγματευτικής πίεσης και αποτροπής, και όχι ως ένδειξη άμεσης πρόθεσης κατάληψης εδάφους».
Η ρητορική Τραμπ και το ΝΑΤΟ
Η ρητορική Τραμπ επαναφέρει στο προσκήνιο ερωτήματα για τη βιωσιμότητα και τη συνοχή της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας. Όπως εξηγεί η δικηγόρος και διεθνολόγος Δρ. Ασπασία Αλιγιζάκη, η πλήρης διάλυση του ΝΑΤΟ παραμένει εξαιρετικά απίθανη βραχυπρόθεσμα, λόγω της θεσμικής του ανθεκτικότητας και της ύπαρξης κοινών απειλών. Ωστόσο, εξηγεί ότ η θητεία Τραμπ έχει ήδη οδηγήσει σε ουσιαστική πολιτική αποδυνάμωση της Συμμαχίας, η οποία εντείνεται τις τελευταίες ημέρες με την κρίση της Γροιλανδίας και την πρόσφατη επιχείρηση στη Βενεζουέλα που ενισχύει την εντύπωση εργαλειοποίησης της ισχύος.
«Η ανοιχτή αμφισβήτηση της συλλογικής άμυνας, η στοχοποίηση συμμάχων και η εργαλειοποίηση της ασφάλειας ως μέσου πίεσης υπονομεύουν την αξιοπιστία του Άρθρου 5, όχι νομικά αλλά πολιτικά και στρατηγικά » υπογραμμίζει . Το Άρθρο 5 , προσθέτει , λειτουργεί μόνο αν υπάρχει κοινή αντίληψη απειλής, η οποία διαβρώνεται υπό τη σημερινή πολιτική λογική, οδηγώντας σε υπαρξιακή θεσμική δοκιμασία.
Παράλληλα, η μετατόπιση της αμερικανικής προσοχής προς άλλες εστίες έντασης – όπως το Ιράν και η Μέση Ανατολή – αποσπά στρατηγικούς πόρους και εντείνει την ευρωπαϊκή αβεβαιότητα για τη μακροπρόθεσμη αμερικανική δέσμευση. « Η Ρωσία, αξιοσημείωτα, αποφεύγει την άμεση εμπλοκή και παραμένει σιωπηλή, επωφελούμενη από τη διάβρωση της συνοχής εκ των έσω», σημειώνει.
Η ΕΕ απέναντι στην πρόκληση Τραμπ
Το γεγονός ότι η Γροιλανδία βρίσκεται εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης συχνά δημιουργεί την εντύπωση ότι η ΕΕ διαθέτει περιορισμένα μέσα παρέμβασης σε μια κρίση που αφορά άμεσα την κυριαρχία της. Ωστόσο, όπως επισημαίνει η δικηγόρος και διεθνολόγος Δρ. Ασπασία Αλιγιζάκη, η ΕΕ κάθε άλλο παρά πολιτικά αμέτοχη είναι, ιδίως όταν διακυβεύονται τα συμφέροντα κράτους-μέλους, όπως η Δανία.
«Παρότι η Γροιλανδία αποχώρησε από την ΕΟΚ το 1985, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη αντιδράσει με συντονισμένες κινήσεις τις τελευταίες ημέρες. Η Δανία είναι πλήρες κράτος-μέλος και οποιαδήποτε απειλή κατά της κυριαρχίας της έχει σαφείς επιπτώσεις για την Ένωση», τονίζει.
Διευκρινίζει ότι τα βασικά εργαλεία της ΕΕ είναι διπλωματικά και οικονομικά: πολιτική στήριξη, συντονισμένες δηλώσεις (όπως η κοινή δήλωση επτά ευρωπαϊκών χωρών ότι «η Γροιλανδία ανήκει στον λαό της»), ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και – σε ακραίο σενάριο – στοχευμένα οικονομικά αντίμετρα. Στρατιωτικά, οι δυνατότητες είναι περιορισμένες λόγω της δομικής εξάρτησης από το ΝΑΤΟ, ωστόσο ακόμη και συμβολικές κινήσεις έχουν αποτρεπτική αξία, ενώ η Δανία έχει ήδη ανακοινώσει ενίσχυση των αμυντικών της δαπανών για τη Γροιλανδία.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και το νομικό πλαίσιο της σχέσης της Γροιλανδίας με την ΕΕ ως Υπερπόντια Χώρα και Έδαφος/περιοχή (OCT), που επιτρέπει έμμεση συμμετοχή στις πολιτικές της ΕΕ χωρίς πλήρη ένταξη. « Η κρίση αναδεικνύει τις αδυναμίες της Κοινής Εξωτερικής και Αμυντικής Πολιτικής, αλλά ταυτόχρονα ενισχύει τη συζήτηση για βαθύτερη συνεργασία μέσω μηχανισμών όπως η PESCO», συμπληρώνει.
Η Γροιλανδία στα ραντάρ Πεκίνου και Μόσχας
Η Γροιλανδία βρίσκεται στο επίκεντρο του εντεινόμενου ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων στην Αρκτική, όπου η κλιματική αλλαγή ανοίγει νέες θαλάσσιες διαδρομές και πρόσβαση σε κρίσιμες πρώτες ύλες. Όπως εξηγεί η Δρ. Αλιγιζάκη , η Ρωσία έχει επενδύσει συστηματικά στη στρατιωτικοποίηση της αρκτικής της ζώνης και, παρά την τρέχουσα κρίση, παραμένει σιωπηλή, επωφελούμενη από τη διατλαντική ρήξη.Από την πλευρά της η Κίνα, αν και μη αρκτικό κράτος, συνεχίζει να επιδιώκει οικονομική και επιστημονική παρουσία, αξιοποιώντας το καθεστώς παρατηρητή στο Arctic Council.
Οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν τη Γροιλανδία ως στρατηγικό κόμβο επιτήρησης και αποτροπής, κυρίως λόγω της βάσης Thule και της γεωγραφικής της θέσης . Παράλληλα , υπογραμμίζει ότι η ρητορική Τραμπ εντάσσεται σε αυτό το πλαίσιο ανταγωνισμού, αλλά συχνά υπερβαίνει τα όρια της παραδοσιακής διπλωματίας. Παρά την ένταση, αντανακλά υπαρκτές ανησυχίες της αμερικανικής στρατηγικής σκέψης και λειτουργεί κυρίως ως μέσο πίεσης προς συμμάχους και ανταγωνιστές, καταλήγει .
ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ
Ο Τραμπ αποκλείει επιχείρηση για τη σύλληψη του Πούτιν - «Φοβάται τις ΗΠΑ, αλλά όχι την Ευρώπη»
Τραμπ: «Θα λύσουμε το θέμα με τη Γροιλανδία με τον εύκολο ή τον δύσκολο τρόπο»
Γροιλανδία: «Δεν θα είμαστε Αμερικανοί» - Κοινή δήλωση των πέντε πολιτικών κομμάτων
Κανονικά εκτελούνται τα δρομολόγια των πλοίων από τα λιμάνια της χώρας
08:05
Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ καλεί τους Αμερικανούς που βρίσκονται στη Βενεζουέλα να εγκαταλείψουν τη χώρα
08:03
Ποιοι φοβούνται το κόμμα Καρυστιανού - Η κοινή «δεξαμενή» και οι πολιτικές καραμπόλες
08:00
Σούπερ Μάρκετ: Πώς αλλάζει το τοπίο μετά το deal Μασούτης - Κρητικός και τι ακολουθεί το 2026
08:00