ΚΟΣΜΟΣ

Σε μια σπηλιά της Νότιας Αφρικής ανακαλύφθηκε η παλαιότερη απόδειξη χρήσης της φωτιάς

Σε μια σπηλιά της Νότιας Αφρικής ανακαλύφθηκε η παλαιότερη απόδειξη χρήσης της φωτιάς

Το εσωτερικό του σπηλαίου Wonderwerk στη Νότια Αφρική

MNCN-CSIC

Η χρήση της φωτιάς από τους προγόνους και τους συγγενείς του Homo sapiens θεωρείται ένα από τα θεμελιώδη ορόσημα της προϊστορίας. Γι’ αυτό η χρονολόγηση της στιγμής κατά την οποία οι ανθρωπίδες απέκτησαν αυτή την τεχνολογία θεωρείται κρίσιμη για την κατανόηση της ανθρώπινης εξέλιξης.

Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι η πρώτη επαφή των ανθρωπίδων με τη φωτιά ξεκίνησε πιθανότατα με την ευκαιριακή αξιοποίηση φυσικών πυρκαγιών. Μέχρι τώρα, ορισμένες μελέτες τοποθετούσαν τις πρώτες ενδείξεις αυτής της συμπεριφοράς περίπου πριν από ένα εκατομμύριο χρόνια. Νέα έρευνα, όμως, από ομάδα του Εθνικού Μουσείου Φυσικών Επιστημών της Ισπανίας (MNCN-CSIC), σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο του Τορόντο, δείχνει ότι πληθυσμοί Homo erectus που ζούσαν στο σπήλαιο Wonderwerk της Νότιας Αφρικής χειρίζονταν και χρησιμοποιούσαν τη φωτιά ήδη πριν από 1 έως 1,8 εκατομμύρια χρόνια.

Μετέφεραν φωτιά και τη διατηρούσαν αναμμένη

Το εύρημά τους δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό PLOS ONE, με πρώτη συγγραφέα την παλαιοντολόγο María Dolores Marín-Monfort. Οι ερευνητές μελέτησαν νέα στρώματα του νοτιοαφρικανικού σπηλαίου και κατέληξαν ότι, αν και οι Homo erectus πιθανότατα δεν ήξεραν ακόμη να παράγουν φωτιά, μπορούσαν να τη μεταφέρουν στο εσωτερικό του σπηλαίου, περίπου 30 μέτρα από την είσοδο, και να τη διατηρούν αναμμένη. Η ομάδα αποκλείει το ενδεχόμενο τα καμένα κατάλοιπα που εντοπίστηκαν να προέρχονται από φυσικές πυρκαγιές μέσα στο σπήλαιο.

Η σημασία της ανακάλυψης είναι διπλή: μεταθέτει προς τα πίσω την αρχαιότερη γνωστή χρήση φωτιάς που συνδέεται με το γένος Homo, στο πρώιμο Πλειστόκαινο, και δείχνει συνέχεια στη χρήση της. Τα ίχνη φωτιάς εμφανίζονται σε διαφορετικά στρωματογραφικά επίπεδα, χωρισμένα μεταξύ τους από δεκάδες χιλιάδες χρόνια, κάτι που ενισχύει την άποψη ότι οι πληθυσμοί αυτοί γνώριζαν να μεταφέρουν και να συντηρούν τη φωτιά σε προστατευμένους χώρους.

Οι επιστήμονες πιστεύουν ότι σε αυτές τις διαδικασίες διαδραμάτισαν θεμελιώδη ρόλο τα εμέσματα αρπακτικών πτηνών, δηλαδή οι συμπαγείς μάζες από άπεπτα υπολείμματα τροφής που αποβάλλουν. Η παρουσία τέτοιων πτηνών στο σπήλαιο Wonderwerk τεκμηριώνεται εδώ και σχεδόν δύο εκατομμύρια χρόνια και το έδαφος πιθανότατα ήταν καλυμμένο με τέτοια υπολείμματα. Σύμφωνα με τους ερευνητές, αυτό το υλικό ίσως βοήθησε στη διατήρηση της φωτιάς. Τα οστά μικροθηλαστικών που βρέθηκαν στο σπήλαιο φέρουν σαφή ίχνη έκθεσης σε υψηλές θερμοκρασίες, ενώ σε ορισμένες περιοχές το 100% των απολιθωμάτων που αναλύθηκαν παρουσίαζε σημάδια καύσης.

Πώς ξεχώρισαν τα καμένα απολιθώματα

Η διαπίστωση αυτή ήταν δυνατή χάρη σε νέα, μη επεμβατική μεθοδολογία βασισμένη στη φωταύγεια, η οποία εντοπίζει τις επιδράσεις της φωτιάς στα οστά. Η τεχνική συνδυάζεται με φασματοσκοπία υπερύθρου με μετασχηματισμό Fourier (FTIR), που χρησιμοποιείται ευρέως στην αρχαιολογία. Επιτρέπει στους επιστήμονες να ξεχωρίζουν τα πραγματικά καμένα απολιθώματα από εκείνα που έχουν αλλοιωθεί χημικά κατά την απολίθωση, για παράδειγμα από φθορίωση ή αποθέσεις μαγγανίου, οι οποίες μπορεί οπτικά να μιμούνται τα ίχνη φωτιάς.

Η μέθοδος θεωρείται γρήγορη, μη καταστροφική και κατάλληλη για μεγάλα σύνολα ευρημάτων. Οι ερευνητές ελπίζουν ότι η ευρύτερη εφαρμογή της θα φωτίσει με μεγαλύτερη ακρίβεια ένα από τα πιο κρίσιμα κεφάλαια της προϊστορίας: το πότε και πώς οι πρόγονοι του ανθρώπου έμαθαν όχι μόνο να χρησιμοποιούν, αλλά αργότερα και να δημιουργούν τη φωτιά.