Έχουν περάσει ήδη δέκα ημέρες από τη στιγμή που ο Μπόρις Τζόνσον έλαβε από τη Βασίλισσα Ελισάβετ το χρίσμα ως νέος πρωθυπουργός της Βρετανίας και ήδη η πορεία προς το Brexit φαντάζει πιο δύσκολη από ποτέ.

Όπως εκτιμούν ειδικοί αναλυτές, ο Τζόνσον βρίσκεται πλέον αντιμέτωπος με τη δυσκολότερη δοκιμασία που έχει κληθεί να χειριστεί οποιοσδήποτε ηγέτης από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και μετά: Να οδηγήσει τη χώρα του στο Brexit στις 31 Οκτωβρίου και να ενώσει ένα βαθιά διχασμένο έθνος.

Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι τα βρετανικά ΜΜΕ αντιμετωπίζουν με ιδιαίτερο σκεπτικισμό τις κινήσεις της κυβέρνησης Τζόνσον σε ό,τι αφορά μια ομαλή αποχώρηση της Βρετανίας από την ΕΕ, παρά τις προσπάθειες του νέου υπουργού Οικονομικών, Σατζίντ Τζαβίντ, να πείσει για το αντίθετο.

Πολιτικό vs. τραπεζικό σύστημα

Σύμφωνα με το Reuters, ο Τζαβίντ, σε δηλώσεις του την Πέμπτη, υποστήριξε ότι η οικονομία του Ηνωμένου Βασιλείου είναι αρκετά ισχυρή, για να αντιμετωπίσει ένα Brexit χωρίς συμφωνία και ενώ η κυβέρνηση θέλει μια καλύτερη συμφωνία διαζυγίου, θα αποχωρήσει στις 31 Οκτωβρίου χωρίς συμφωνία εκτός κι αν η Ευρωπαϊκή Ένωση συναινέσει σε μια καλύτερη ρύθμιση.

«Η οικονομία μας είναι θεμελιωδώς ισχυρή, άρα σήμερα μπορούμε να κάνουμε πολλές επιλογές», επέμεινε ο Τζαβίντ. «Μπορούμε να επιλέξουμε να επενδύσουμε σε σχολεία, στα νοσοκομεία μας, στην εξαιρετική μας αστυνομία για παράδειγμα, αλλά μπορούμε επίσης να προετοιμαστούμε για να αποχωρήσουμε από την ΕΕ και εάν αυτό σημαίνει αποχώρηση χωρίς συμφωνία, τότε αυτό είναι ακριβώς που θα κάνουμε», πρόσθεσε.

«Έχουμε ξεκαθαρίσει ότι θέλουμε μια συμφωνία, αλλά πρέπει να είναι μια διαφορετική συμφωνία, μια καλή συμφωνία, μια συμφωνία που να καταργεί αυτό το αντιδημοκρατικό backstop, και εάν δεν μπορούμε να το καταργήσουμε τότε θα πρέπει να φύγουμε χωρίς συμφωνία και θα είμαστε έτοιμοι να το κάνουμε», κατέληξε ο Βρετανός υπουργός Οικονομικών.

Ωστόσο, αυτή είναι η μία μόνον όψη του νομίσματος που αφορά στο Brexit. Στον αντίποδα της ρητορικής της κυβέρνησης Τζόνσον κινούνται τα μηνύματα που έρχονται από το τραπεζικό σύστημα της χώρας και προδίδουν, μάλλον μια μελανή εικόνα για την οικονομία του νησιού.

Σε δηλώσεις του προς το βρετανικό τηλεοπτικό δίκτυο του BBC, o διοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας, Μαρκ Κάρνεϊ, προειδοποίησε την Παρασκευή ότι ένα Brexit χωρίς συμφωνία στις 31 Οκτωβρίου «θα προκαλέσει άμεσο σοκ στη βρετανική οικονομία».

Οι συνέπειες ενός «no deal» για το Brexit

Ο Κάρνεϊ υπογράμμισε πως ακόμη και το ενδεχόμενο ενός «no deal» για το Brexit θα είχε ολέθριες συνέπειες για τις επιχειρήσεις της χώρας. «Με βάση αυτό το σενάριο, οι επιχειρήσεις δεν θα μπορούν πλέον να λειτουργήσουν», είπε, ενώ ερωτηθείς για τον αριθμό των επιχειρήσεων που θα μπορούσαν να βρεθούν σε αυτή την κατάσταση, απάντησε: «Δυνητικά, ένας σημαντικός αριθμός».

Ο κεντρικός τραπεζίτης τόνισε ότι ορισμένοι κλάδοι θα επηρεαστούν ιδιαίτερα από ένα Brexit χωρίς συμφωνία, μια εξέλιξη που θα έχει ως αποτέλεσμα οι εμπορικές σχέσεις μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και Ευρωπαϊκής Ένωσης να καθορίζονται βάσει των κανόνων του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ). Ειδικότερα, ο Βρετανός κεντρικός τραπεζίτης αναφέρθηκε στους κλάδους των αυτοκινήτων και γενικότερα των μεταφορών, καθώς και στις βιομηχανίες χημικών και τροφίμων. Σε ό,τι αφορά τα τρόφιμα, υπογράμμισε ότι οι μεγάλοι διανομείς στη Βρετανία θα αντιμετωπίσουν ένα πολύ περίπλοκο πρόβλημα σχετικά με τα «ευπαθή προϊόντα» που εισάγονται από την ΕΕ, τα οποία δεν μπορούν να συντηρηθούν για μεγάλο διάστημα ενώ είναι δύσκολο να δημιουργηθούν αποθέματα εκ των προτέρων.

Ο ίδιος προειδοποίησε επίσης ότι θα αυξηθούν οι τιμές σε μια σειρά από προϊόντα καθημερινής κατανάλωσης, όπως «τα τρόφιμα και η βενζίνη», στο Ηνωμένο Βασίλειο, του οποίου οι κάτοικοι θα υποστούν μια μείωση «του πραγματικού τους εισοδήματος σε σχέση με αυτό που θα έπρεπε να έχουν» σε μια περίπτωση άλλη από αυτή της μη συμφωνίας. Ο Κάρνεϊ εξήγησε ότι ένα Brexit χωρίς συμφωνία θα προκαλούσε υποτίμηση της στερλίνας, αυξάνοντας έτσι την τιμή των εισαγόμενων προϊόντων.

Η βιομηχανία αυτοκινήτων, ο μεγαλύτερος εξαγωγικός κλάδος προϊόντων της Βρετανίας που απασχολεί πάνω από 800.000 εργαζομένους, είναι από τους σφοδρότερους πολέμιους ενός Brexit χωρίς συμφωνία, καθώς υπάρχουν φόβοι ότι οι πρόσθετοι δασμοί και η γραφειοκρατία μπορούν να πλήξουν την παραγωγή.

Οι επενδύσεις μειώθηκαν στα 90 εκατ. λίρες το πρώτο εξάμηνο του 2019 συγκριτικά με 347,3 εκατ. λίρες την αντίστοιχη περίοδο του 2018 και 647,4 εκατ. το πρώτο εξάμηνο του 2017, όπως ανακοίνωσε ο σύνδεσμος κατασκευαστών και εμπόρων αυτοκινήτων SMMT. 

«Ο φόβος μιας μη συμφωνίας έχει ως αποτέλεσμα οι επενδυτές να μένουν με σταυρωμένα τα χέρια», δήλωσε ο διευθύνων σύμβουλος Μάικ Χοζ. «Η χειρότερη έκβαση θα ήταν η μη συμφωνία. Αυτό είναι που φοβούνται, γι’ αυτό και δεν επενδύουν».

Την ίδια στιγμή, αναλυτές και επενδυτές κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου ότι η προοπτική ενός «no deal» θα μπορούσε να βυθίσει τη βρετανική οικονομία σε ύφεση, να αναστατώσει τις χρηματαγορές και να πλήξει τη θέση του Λονδίνου ως του κυριότερου διεθνούς χρηματοοικονομικού κέντρου, προειδοποιούν αναλυτές και επενδυτές.

Και ήδη, το Brexit έχει κοστίσει πολύ ακριβά στη χώρα: η κυβέρνηση Τζόνσον έχει πλέον κατανείμει 6,3 δισεκατομμύρια λίρες σε δαπάνες για την προετοιμασία της αποχώρησης χωρίς συμφωνία, συμπεριλαμβανομένων 4,2 δισεκ. λιρών κατά το τρέχον οικονομικό έτος.

Η δύσκολη «εξίσωση» στο βρετανικό Κοινοβούλιο

Ωστόσο, οι δύο διαμετρικά αντίθετες οπτικές που διατυπώνονται, δεν συνιστούν παρά την κορυφή του παγόβουνου που ακούει στο όνομα «Brexit».

Τα βρετανικά ΜΜΕ επιμένουν πως το έργο του Μπόρις Τζόνσον είναι εξαιρετικά δύσκολο, καθώς η κυβέρνησή του και το κόμμα των Συντηρητικών υπέστησαν την Παρασκευή ένα σοβαρό πλήγμα: έχασαν άλλη μία έδρα κατά τη διάρκεια μιας ειδικής εκλογικής διαδικασίας που αφορούσε στην περιφέρεια του Μπρέκον και του Ραντνοσάιρ, στην Ουαλία.

Ο υποψήφιος βουλευτής των Τόρις, Κρις Ντέιβις, έχασε την έδρα με διαφορά δέκα ποσοστιαίων μονάδων από την αντίπαλό του και υποψήφια με το φιλοευρωπαϊκό Κόμμα των Φιλελευθέρων Δημοκρατών, Τζέιν Ντόντς.

Το αποτέλεσμα καταγράφεται στον βρετανικό Guardian ως προσωπική ήττα του Τζόνσον, καθώς πλέον η πλειοψηφία των Τόρις στη Βουλή είναι ισχνή, κατά μόλις ένα βουλευτή.

Πάρα τη ρητορική του υπέρ του Brexit, ο Τζόνσον φαίνεται πως έχει κληρονομήσει όλα τα προβλήματα που ταλάνιζαν επί μακρόν και την προκάτοχό του στον πρωθυπουργικό θώκο, την Τερέζα Μέι.

Βρετανοί αναλυτές υπογραμμίζουν πως υπό το πρίσμα αυτό, το να κυβερνά κανείς με μια απολύτως εύθραυστη πλειοψηφία, με φόντο μια κρίσιμη απόφαση που θα καθορίσει τη μοίρα και το μέλλον μιας ολόκληρης χώρας, συνιστά από μόνο του μια σημαντική δυσκολία.

Υπενθυμίζεται ότι η Μέι είχε απωλέσει τη στήριξη συνολικά 13 βουλευτών, όταν οι Συντηρητικοί έχασαν στις πρόσφατες πρόωρες εκλογές και είναι, μάλλον, απίθανο αυτούς τους ανθρώπους να τους κερδίσει εκ νέου ο Τζόνσον. Ο λόγος είναι προφανής και αντικατοπτρίζεται σε τοποθέτηση που είχε κάνει προ μηνών ο ίδιος, ασκώντας κριτική στην τέως πρωθυπουργό: «Η πολιτική της [ενν. της Μέι] ήταν τόσο μαλακή που είναι σα να ζώνει κανείς με εκρηκτικά το βρετανικό Σύνταγμα και να δίνει τον πυροκροτητή στις Βρυξέλλες».

Το Δουβλίνο προειδοποιεί, στάση αναμονής από τη Βόρεια Ιρλανδία

Σε κάθε περίπτωση, καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις έως την 31η Οκτωβρίου θα διαδραματίσουν η στάση των κομμάτων που εκπροσωπούν τη Βόρεια Ιρλανδία στο βρετανικό Κοινοβούλιο, ενώ ήδη, σύμφωνα με το Reuters, ο Ιρλανδός πρωθυπουργός, Λίο Βαράντκαρ, έχει καταστήσει σαφές πως η χώρα του δεν πρόκειται να δεχθεί εκφοβισμό στις συνομιλίες για την αποχώρηση της Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η διαφωνία μεταξύ του Λονδίνου και του Δουβλίνου για τα σχέδια αναφορικά με τα ιρλανδικά σύνορα έχει γίνει το πλέον επίμαχο ζήτημα στις διαπραγματεύσεις με την ΕΕ για τη συμφωνία διαζυγίου. Ο νέος Βρετανός πρωθυπουργός Μπόρις Τζόνσον κάλεσε την Ιρλανδία να καταργήσει τη ρήτρα του λεγόμενου «backstop» για τα ιρλανδικά σύνορα που προέβλεπε η συμφωνία την οποία διαπραγματεύθηκε η προκάτοχός του Τερέζα Μέι.

«Η Ιρλανδία δεν πρόκειται να δεχθεί εκφοβισμό για αυτό το θέμα και, ως κυβέρνηση και ως χώρα, πιστεύω ότι θα εμμείνουμε στη θέση μας», δήλωσε ο Βαράντκαρ σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Irish Daily Mirror.

Ο Βαράντκαρ δήλωσε ότι η Ιρλανδία έχει την «απόλυτη στήριξη» από τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες για το θέμα του backstop, που σχεδιάστηκε ως δικλείδα ασφαλείας για να αποφευχθούν οι συνοριακοί έλεγχοι μεταξύ της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας και της Βόρειας Ιρλανδίας.

Από την πλευρά του, ο Μπόρις Τζόνσον διαβεβαίωσε τους εκπροσώπους των κομμάτων της Βόρειας Ιρλανδίας πως θα εμμείνει στη δέσμευση της κυβέρνησης στην ιρλανδική ειρηνευτική συμφωνία και σε μια υπόσχεση να μην υπάρξει επιστροφή σε ένα σκληρό σύνορο όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα του Brexit.

«Σε όλα τα σενάρια, η κυβέρνηση είναι σταθερή στη δέσμευσή της στο Μπέλφαστ - στη Συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής - και πως σε καμία περίπτωση δεν θα υπάρξουν τελωνειακοί έλεγχοι ή υποδομές στα σύνορα», δήλωσε εκπρόσωπος του Βρετανού πρωθυπουργού.

Διαβάστε επίσης
Δες τον κόσμο μέσα από το φακό του CNN Greece. Ακολούθησέ μας στο Instagram!