Πώς «παζαρεύει» η κυβέρνηση τις φορολογικές αλλαγές με τους θεσμούς
Πηγή: EUROKINISSI

Λιγότεροι φόροι, λιγότερες δαπάνες, περισσότερη ανάπτυξη είναι το τρίπτυχο που θα παρουσιάσει η κυβέρνηση στους θεσμούς στις επικείμενες συναντήσεις που θα έχουν στην Αθήνα την επομένη εβδομάδα, για την αλλαγή του δημοσιονομικού μείγματος. 

Το πακέτο αυτό και ειδικά το φορολογικό νομοσχέδιο που έχει επεξεργαστεί το νέο οικονομικό επιτελείο ετέθη επί τάπητος στη σημερινή σύσκεψη του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Χρήστο Σταϊκούρα και τους υφυπουργούς του υπουργείου Οικονομικών. 

Η κυβέρνηση θέλει να δείξει πως θα τιμήσει τις δεσμεύσεις που ανέλαβε έναντι των ψηφοφόρων της και για αυτό προωθεί άμεσα προς ψήφιση το φορολογικό νομοσχέδιο.

Οι θεσμοί δεν είναι αρνητικοί σε αλλαγές στη φορολογία, ειδικά από τη στιγμή που το φορολογικό μείγμα θα καταστεί πιο φιλικό στην ανάπτυξη, ωστόσο θέλουν να μετρήσουν το αποτέλεσμα των παρεμβάσεων πριν γίνουν οι όποιες αλλαγές.

Στην περίπτωση αυτή, εφόσον κριθεί πως κάποιες παρεμβάσεις θα ξεπεράσουν το διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο του 2020 θα μετατεθούν για το μέλλον.

Το δημοσιονομικό κόστος των φορολογικών ελαφρύνσεων υπολογίζεται σε 6 δισ. ευρώ σε ορίζοντα τετραετίας και το μεγάλο ερώτημα για τους δανειστές στην παρούσα φάση είναι εάν τα 6 δισ. ευρώ κουμπώνουν με τους στόχους για πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ έως το 2022.

Μαξίμου: «Ναι» στις μεταρρυθμίσεις, με διαφύλαξη των δημοσιονομικών δεσμεύσεων

Οι θεσμοί ακούν με συμπάθεια τα μέτρα που εστιάζουν στην αγορά ακινήτων (τριετές πάγωμα ΦΠΑ στις μεταβιβάσεις ακινήτων, έκπτωση φόρου 40%-50% ύστερα από δαπάνες επισκευής κατοικιών με τιμολόγια), αλλά δείχνουν ανησυχία για τις αλλαγές σε αφορολόγητο, κλίμακες και 120 δόσεις.  

Σε κάθε περίπτωση, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή που είναι σε μια μεταβατική φάση λόγω της λήξης της θητείας της Επιτροπής Γιούνκερ ζητά μεγαλύτερη ενημέρωση για τις προωθούμενες αλλαγές. Το ίδιο επιθυμεί και ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας, ο επικεφαλής του οποίου, Κλάους Ρέγκλινγκ θα είναι την ερχόμενη εβδομάδα στην Αθήνα.

Η κυβέρνηση στηρίζει μεγάλο μέρος του σχεδιασμού της στην αναπτυξιακή δυναμική της ελληνικής οικονομίας, κάτι που όμως δεν μπορεί να προεξοφλείται.

Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του οικονομικού επιτελείου, εφόσον ο ρυθμός ανάπτυξης αυξηθεί κατά 1% θα παραχθούν 2 δισ. ευρώ πρόσθετου ΑΕΠ, εκ των οποίων το 1 δισ.  ευρώ θα καταλήξει σε φόρους και εισφορές.

Παράλληλα, η κυβέρνηση θεωρεί πως μπορεί την ίδια περίοδο να δρομολογηθούν περικοπές δημοσίων δαπανών της τάξεως των 2 δισ. ευρώ σε ορίζοντα τετραετίας, μέσω περιστολής της σπατάλης και μέσω εξοικονομήσεων που θα στηρίζονται σε λιγότερες προσλήψεις και στην ψηφιοποίηση του κράτους.

Το εάν με τα επιχειρήματα αυτά οι θεσμοί θα πειστούν ότι θα επιτευχθεί ο στόχο για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ το 2020 μέλλει να καταδειχθεί. Σε διαφορετική περίπτωση το φθινόπωρο οι σχέσεις κυβέρνησης και θεσμών θα δοκιμαστούν.

Διαβάστε επίσης