ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ

Πλημμύρες στη Θεσσαλία: Οι αιτίες της καταστροφής - Τι προτείνουν οι επιστήμονες για το «restart»

Πλημμύρες στη Θεσσαλία: Οι αιτίες της καταστροφής - Τι προτείνουν οι επιστήμονες για το «restart»
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ/EUROKINISSI

Τόνοι μελάνης και άπειρος τηλεοπτικός και ραδιοφωνικός χρόνος έχουν αφιερωθεί για τις πλημμύρες στη Θεσσαλία.

Τι έφταιξε και μετατράπηκαν κοντά 750.000 στρέμματα σε μια απέραντη λίμνη με ανθρώπινες απώλειες και ανυπολόγιστες ζημιές σε υποδομές, ζωικό κεφάλαιο και γεωργική παραγωγή; Με ποιον τρόπο θα μπορούσαν να είχαν αποτραπεί; Ποια είναι τα βήματα για την επόμενη μέρα ώστε να περιορίσουμε τον κίνδυνο επανάληψης μιας τέτοιας τραγωδίας;

Μιλώντας στο CNN Greece ο Συντονιστής δράσεων για λύσεις από τη φύση, WWF Ελλάς, κύριος Θάνος Γιαννακάκης επιχειρεί να δώσει μερικές απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα και να συνδράμει στον δημόσιο διάλογο.

Καταγραφή πλημμυρισμένων εκτάσεων στις 10-9-2023.Πηγή δεδομένων: Copernicus

Ερώτηση: Ας ξεκινήσουμε από τα απλά, τι πρέπει να ξέρουμε για τις πλημμύρες γενικά και την κακοκαιρία Daniel ειδικότερα;

Απ: Για την οικονομία της συζήτησης, ας βάλουμε στο τραπέζι 3 σημεία που αποτελούν βασικές σταθερές και θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τόσο από τους φορείς λήψεις αποφάσεων, όσο και από τους πολίτες.

  • Οι πλημμύρες είναι φυσικά φαινόμενα. Πάντα συνέβαιναν και θα συνεχίσουν να συμβαίνουν, δεν υπάρχει καμία περίπτωση να τις εξαλείψουμε. Αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να αυξήσουμε την ανθεκτικότητά και την προσαρμογή ώστε να μειώσουμε την έκθεση των ανθρώπων και των υποδομών μας σε τέτοια φαινόμενα.
  • Ο μεσογειακός κυκλώνας Daniel ήταν κάτι πρωτοφανές για την Ελλάδα, αν όχι για την Ευρώπη. Τα ύψη βροχής που έπεσαν ήταν πολλαπλάσια από το αμέσως προηγούμενο καταστροφικό φαινόμενο, τον Ιανό, που χτύπησε πάλι τη Θεσσαλία το 2020 και οποιοδήποτε έργο θα αδυνατούσε να περιορίσει πλήρως τις επιπτώσεις του φαινομένου.
  • Οι πόλεις μας και η ύπαιθρος είναι ανοχύρωτες, παρά τα εκατομμύρια που δαπανώνται ετησίως για αντιπλημμυρικά έργα. Οι υποδομές μας σχεδιάστηκαν για να ανταποκριθούν σε άλλες παροχές νερού, άλλα ύψη βροχόπτωσης και βέβαια σε άλλες, χαμηλότερες, θερμοκρασίες.
Σύγκριση υψών βροχής μεταξύ του Μεσογειακού Κυκλώνα ΙΑΝΟΥ και της κακοκαιρίας DANIELΠηγή δεδομένων:Meteo

Ερώτηση: Ποιες είναι οι αιτίες των πλημμυρών;

Απ: H σημαντικότερη ίσως αιτία δημιουργίας των εκτεταμένων πλημμυρικών φαινομένων στη Θεσσαλία (και όχι μόνο), είναι οι διαχρονικές αλλαγές στο τοπίο και συνεπώς, στις χρήσεις γης. Αυτές οι αλλαγές ξεκινάνε τη δεκαετία του 1930 και ολοκληρώνονται με τους αναδασμούς γης, τη δεκαετία του 1970. Οι παρεμβάσεις περιλαμβάνουν ευθυγραμμίσεις ποταμών, κατάργηση μικρότερων ρεμάτων, αποστράγγιση υγροτόπων, κατασκευή αναχωμάτων και αποκοπή των ποταμών από τα πλημμυρικά τους πεδία. Και ενώ όλα αυτά έγιναν με γνώμονα το«γενικό καλό» (την αναβάθμιση δηλαδή του βιοτικού επιπέδου των ανθρώπων και την αύξηση της αγροτικής παραγωγής), δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι συντέλεσαν παράλληλα και στην αλλαγή του υδρολογικού καθεστώτος των περιοχών με τα σημερινά αποτελέσματα. Κάθε νόμισμα άλλωστε, έχει 2 όψεις.

Αγγλικός χάρτης του 1944. Σύμφωνα με ένα πρόχειρο υπολογισμό με βάση τον χάρτη αυτό, οι υγροτοπικές εκτάσεις ανέρχονταν σε 55.000 στρέμματαΠηγή: McMaster University, άρθρο WWF Ελλάς

Στις αλλαγές των χρήσεων γης ήρθαν να προστεθούν και άλλα αίτια, όπως:

  • η απαξίωση των δημοσίων υπηρεσιών όπως π.χ. της δασικής υπηρεσίας που τις τελευταίες δεκαετίες αδυνατεί λόγω έλλειψης πόρων και ανθρώπινου δυναμικού, να κάνει έργα ορεινής υδρονομίας, όπως προβόλους και μικρά φράγματα ανάσχεσης των πλημμυρικών παροχών.
  • Οι ανεπαρκείς υποδομές (π.χ. γέφυρες, δρόμοι), οι οποίες σχεδιάστηκαν με προδιαγραφές που πλέον δεν ισχύουν στη νέα κλιματική πραγματικότητα.
  • Η έλλειψη συντονισμού και η σύγχυση αρμοδιοτήτων μεταξύ των δημοσίων υπηρεσιών. Είναι χαρακτηριστικό ότι θυροφράγματα παραμένουν κλειστά σε τμήματα των ποταμών παρά τις εντολές που δίνονται για να ανοίξουν σε περιπτώσεις πλημμυρών.
  • Η έλλειψη ορθού αντιπλημμυρικού σχεδιασμού, τόσο σε κεντρικό, όσο και σε περιφερειακό/τοπικό επίπεδο. Σε κεντρικό επίπεδο γιατί τα υπάρχοντα Σχέδια Διαχείρισης Κινδύνων Πλημμύρας κρίνονται ελλιπή ενώ σε περιφερειακό επίπεδο δεν φαίνεται να υπάρχει κανένας σχεδιασμός για την αντιμετώπιση τέτοιων κρίσεων.

Αν σε όλα τα παραπάνω προστεθεί και η ραγδαία μεταβολή του κλίματος, τότε αντιλαμβάνεται κανείς γιατί συμβαίνουν τέτοια καταστροφικά γεγονότα. Ζούμε σε μια νέα πραγματικότητα, όπου τη μία θα έχουμε καταστροφικές πυρκαγιές να καίνε για εβδομάδες, όπως αυτή του Έβρου, και από την άλλη θα έχουμε συνθήκες απόλυτης δυστοπίας όπου χωριά και πόλεις, που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν ασφαλείς θα χάνονται κάτω από το νερό, όπως στη Θεσσαλία. Και στις δύο περιπτώσεις μάλιστα, έχουμε σημαντικές ανθρώπινες απώλειες, ενώ το ηθικό και ψυχολογικό κόστος είναι τεράστιο. Όσον αφορά στο οικονομικό κόστος, αυτό φαίνεται να είναι εξίσου δυσθεώρητο, παρά το ότι την ίδια στιγμή υπάρχει ένα τεράστιο θέμα διαφάνειας και λογοδοσίας σχετικά με τα οικονομικά κόστη των φυσικών καταστροφών. Η πυρκαγιά στη Δαδιά αναμένεται να στοιχίσει πάνω από 1,7 δις, ο Ιανός πριν από 3 χρόνια στοίχησε πάνω από 1 δις, ενώ ο Danielαναμένεται να στοιχίσει από 5 έως 10 δις ευρώ. Και όλα αυτά χωρίς να συνυπολογιστεί το κόστος άλλων άυλων υπηρεσιών που επηρεάστηκαν από τις καταστροφές αυτές, όπως η μείωση της δυνατότητας απορρόφησης άνθρακα, η παραγωγικότητα της γης, η μείωση της ελκυστικότητας των περιοχών ως τουριστικοί προορισμοί, κ.α.

Ερώτηση: Ποιες είναι ορισμένες κακές πρακτικές που προωθούνται ως αντιπλημμυρικά έργα σύμφωνα με την άποψη σας;

Απ: Μετά το 2017-2018 σημαντικά κονδύλια κατευθύνονται προς τις Περιφέρειες της χώρας ώστε να γίνουν έργα καθαρισμού των ποταμών. Τα έργα αυτά γίνονται με το πρόσχημα του κατεπείγοντος λόγω πολιτικής προστασίας και με απαλλαγή της υποχρέωσης για οποιαδήποτε περιβαλλοντική αδειοδότηση. Από τότε, όλες οι τοπικές αρχές έχουν επιδοθεί σε ένα «κυνήγι μαγισσών» με στόχο την αποξήλωση της βλάστησης από τις κοίτες των ποταμών με την, εσφαλμένη νοοτροπία ότι τα καλάμια και τα δέντρα μειώνουν την παροχετευτική ικανότητα των ποταμών και αυξάνουν την στάθμη του νερού με αποτέλεσμα τον πλημμυρισμό των παρακείμενων εκτάσεων. Οι καθαρισμοί γίνονται μη επιλεκτικά, με μεγάλα εκσκαφτικά μηχανήματα και ολική απογύμνωση της κοίτης και απόξεση του εδάφους. Το τελικό αποτέλεσμα είναι αντίθετο από το επιδιωκόμενο, καθώς διευκολύνεται η αύξηση της ταχύτητας του νερού, η αύξηση της διάβρωσης της κοίτης των ποταμών και τελικά η δημιουργία πλημμυρικών φαινομένων λόγω νερού αλλά και φερτών υλικών λίγο μετά τις παρεμβάσεις. Παράλληλα, οι πρακτικές αυτές συντελούν στην απώλεια βιοποικιλότητας και στη σοβαρή -κατά περίπτωση- διατάραξη των οικολογικών λειτουργιών.

Τα περίφημα «αντιπλημμυρικά έργα» στον Πηνειό. Εργασίες καθαρισμού της κοίτης από τη βλάστηση λίγο πριν τον Μεσογειακό Κυκλώνα ΙΑΝΟΠηγή:Trikalavoice

Μια άλλη άστοχη πρακτική είναι ο εγκιβωτισμός των ποταμών με σκληρά υλικά, όπως τσιμέντο και συρματοκιβώτια, καθώς και η ευθυγράμμισή τους ή και η υπογειοποίησή τους. Όσο και αν με αυτό τον τρόπο φαίνεται στους πολίτες ότι αποδίδεται έργο, οι παρεμβάσεις αυτές, στην πλειονότητά τους, είναι εντελώς λανθασμένες και το πρόβλημα μετατίθεται χωρικά σε άλλο σημείο του ποταμού και χρονικά λίγο αργότερα στο μέλλον. Το παράδειγμα της κοίτης του Πάμισου ποταμού στο Μουζάκι και του εγκιβωτισμού της κοίτης του μετά την καταστροφή του Ιανού (2020) είναι ενδεικτικό. Αντί να αποκατασταθεί η κοίτη στο αρχικό της πλάτος, οριοθετήθηκε με σκληρά υλικά. Ως αποτέλεσμα ο Daniel κατέστρεψε οικίες και υποδομές σε άλλο σημείο, ενώ στο σύντομο μέλλον θα αρχίσουν οι κατασκευές αυτές να καταστρέφονται, δημιουργώντας επιπλέον προβλήματα στην περιοχή.

Τα αναχώματα επίσης συγκαταλέγονται σε πολλές περιπτώσεις μεταξύ των κακών πρακτικών. Όπως βλέπουμε στην περίπτωση της Θεσσαλίας, σε ένα τέτοιο τεράστιο φαινόμενο όπως ήταν ο Daniel, τα αναχώματα είτε δεν άντεξαν, είτε οι αρχές αναγκάστηκαν να τα σπάσουν για να μην πλημμυρίσουν οι πόλεις. Το σπάσιμο των αναχωμάτων είναι μια συνήθης πρακτική στις περιοχές αυτές και γίνεται χωρίς κανέναν σχεδιασμό. Προς τί λοιπόν η συζήτηση που υπάρχει για την αποκατάσταση των ίδιων αναχωμάτων και την ενίσχυσή τους όταν αυτά τα σπάμε σε περιπτώσεις ακραίων φαινομένων; Επιπλέον, τα αναχώματα λειτουργούν ως «φράγματα» νερού και προς τις δύο κατευθύνσεις: αποτρέπουν το νερό του ποταμού να υπαρχειλίσει την κοίτη και να πλημμυρίσει την περιοχή, αποτρέπουν όμως και το νερό σε μια πλημμυρισμένη περιοχή να αποστραγγίσει γρήγορα προς το ποτάμι.

Αναχώματα στην κοίτη του Καλέντζη στραγγαλίζουν την κοίτη. Οι εργασίες δημιουργίας βαθμίδων στα αριστερά αναχώματα έγιναν μετά τον Μεσογειακό Κυκλώνα Ιανό από μεγάλη τεχνική εταιρεία ως «αντιπλημμυρικό έργο»Φωτογραφία: Θάνος Γιαννακάκης/WWF Ελλάς

Τέλος, η συζήτηση αφορά επίσης και στην κατασκευή φραγμάτων ως αντιπλημμυρικά έργα. Αντίθετα με τα όσα υποστηρίζουν οι διάφορες φωνές για τις αντιπλημμυρικές υπηρεσίες που αυτά παρέχουν, στη Θεσσαλία τα σχεδιαζόμενα φράγματα είναι κυρίως για αρδευτικούς σκοπούς και για παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος, παρά το γεγονός ότι δεν έχουν λυθεί βασικά προβλήματα όπως οι κακές αρδευτικές πρακτικές και η έλλειψη αποδοτικού αρδευτικού δικτύου. Κάποια από τα φράγματα αυτά συνδέονται μάλιστα και με την εκτροπή του Αχελώου. Σε όλα τα παραπάνω ωστόσο ανακύπτουν διάφορα ερωτήματα που σχετίζονται με τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις αυτών των έργων:

  • Κατά πόσο έχει ληφθεί υπόψη η πλήρωση των φραγμάτων με φερτά υλικά; Ειδικά σε αυτά που σχεδιάζονται στην Πύλη και το Μουζάκι αναμένεται να γεμίζουν με φερτά γρηγορότερα από άλλα λόγω της μορφολογίας της περιοχής. Ποιός θα αναλαμβάνει το κόστος της απομάκρυνσης αυτών των φερτών όταν αυτό θα αποτιμάται σε μερικά εκατομμύρια ευρώ κάθε λίγα χρόνια;
  • Ποιός μπορεί να εγγυηθεί τον εμπλουτισμό των υπόγειων υδροφορέων, από τη στιγμή που τα φράγματα αυτά θα κρατάνε το νερό και θα το αποδίδουν μόνο για άρδευση; Ήδη σε πολλές περιοχές της Θεσσαλίας ο υπόγειος υδροφορέας είναι σε εξαιρετικά κακή κατάσταση και έχει υποχωρήσει σημαντικά, πολλά μέτρα κάτω από την επιφάνεια του εδάφους.
  • Ποιός μπορεί να εγγυηθεί ότι τα φράγματα αυτά δεν θα αστοχήσουν όταν συμβεί το επόμενο ακραίο καιρικό συμβάν; Το φαινόμενο αστοχίας των φραγμάτων στη Λιβύη άλλωστε είναι φρέσκο. Θα πρέπει οι πολίτες που είναι απέναντι από αυτά τα φράγματα να ζουν με έναν διαρκή φόβο;
  • Ποιός πραγματικά μπορεί να εγγυηθεί για την αντιπλημμυρική προστασία των φραγμάτων; Αν ένα φράγμα είναι γεμάτο την στιγμή που λαμβάνει χώρα το ακραίο καιρικό φαινόμενο, τότε δεν υπάρχει κανένα περιθώριο να αποθηκεύσει νερό. Πιθανόν μάλιστα να πρέπει να αφήσουν να περάσει νερό για να διασφαλιστεί η ασφάλεια του φράγματος.
  • Ποιός έχει μεριμνήσει για τις συνέπειες στις εκβολές του Πηνειού; Στην περίπτωση του δέλτα του Νέστου γνωρίζουμε ότι η ακτογραμμή έχει υποχωρήσει κατά δεκάδες μέτρα σε μήκος δεκάδων χιλιομέτρων σε λίγες δεκαετίες λόγω της δραματικής μείωσης των φερτών υλικών από τα φράγματα που έχουν κατασκευαστεί. Ποιός θα σηκώσει το βάρος της ευθύνης όταν θα αρχίσει να βυθίζεται το δέλτα του Πηνειού και να καταστρέφεται η οικονομία της περιοχής λόγω των φραγμάτων στα ανάντη;

Ερώτηση: Ποια είναι η πρόταση σας για την επόμενη μέρα;

Απ: Παρά την αποτυχία των συμβατικών αντιπλημμυρικών έργων που προωθούνται όλα αυτά τα χρόνια, δυστυχώς υπάρχουν πολλές φωνές μετά τον Daniel που συνεχίζουν να τα υποστηρίζουν. Και λέμε «δυστυχώς» γιατί οποιαδήποτε έργα, τα οποία ακολουθούν την πεπατημένη είναι νομοτελειακό πως θα αποτυχαίνουν, ειδικά με τα νέα κλιματικά δεδομένα, και εμείς θα έχουμε επενδύσει πόρους και ενέργεια σε ένα βαρέλι χωρίς πάτο.

Απέναντι όμως στον μακροχρόνιο κύκλο κακών επιλογών, που έχει ως συνέπεια την απώλεια ανθρώπινων ζωών και περιουσιών, αλλά και την υποβάθμιση τη φύσης, προτάσσονται οι λύσεις που βασίζονται στη φύση και τη λειτουργία των φυσικών οικοσυστημάτων.

Η πρόταση της επιστημονικής κοινότητας και η πρόταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τη Νέα Πράσινη Συμφωνία, είναι η αποκατάσταση, προστασία και διαχείριση των φυσικών αλλά και των τροποποιημένων οικοσυστημάτων, με στόχο να μπορούν αυτά να αποδώσουν υπηρεσίες στους ανθρώπους, όπως η ανθεκτικότητα απέναντι στις πλημμύρες, η προστασία της ποιότητας των εδαφών και των νερών, η προστασία απέναντι σε ακραίες δασικές πυρκαγιές, αλλά και τελικά η αύξηση της βιοποικιλότητας. Αυτές λοιπόν είναι οι λύσεις που σέβονται τις φυσικές διεργασίες, οι λύσεις που βασίζονται στη φύση (Nature-based Solutions).

Συγκεκριμένα για τη Δυτική Θεσσαλία και τις πλημμύρες, το WWF Ελλάς μαζί με άλλους φορείς και την υποστήριξη της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, έχουν καταθέσει τις προτάσεις τους για 7 υπολεκάνες του Πηνειού. Οι προτάσεις αυτές βασίζονται στην αποκατάσταση των φυσικών οικοσυστημάτων της περιοχής καθώς και την προώθηση έργων ορεινής υδρονομίας και εστιάζουν:

  • Στην αποκατάσταση της κοίτης των ποταμών σε πλάτος ικανό να δέχεται μεγαλύτερες ποσότητες νερού.
  • Σε μετακίνηση των αναχωμάτων σε μεγαλύτερη απόσταση από τις κυρίως κοίτες, μειώνοντας παράλληλα το μέγεθός τους.
  • Στη δημιουργία πλημμυρικών πεδίων σε αγροτικές γαίες, εφαρμόζοντας παράλληλα ένα νέο οικονομικό μοντέλο που παρέχεται από την Κοινή Αγροτική Πολιτική και μπορεί να είναι ανταποδοτικό για τους αγρότες.
  • Στη δημιουργία ενός εκτεταμένου δάσους στις όχθες των ποταμών που θα προσφέρουν αφενός προστασία απέναντι στην διάβρωση των εδαφών αλλά και ευκαιρίες για αναψυχή μέσω τουριστικών διαδρομών, και τέλος.
  • Στην κατασκευή ενός δικτύου έργων ορεινής υδρονομίας (φράγματα ανάσχεσης, προβόλους, κ.α.) στους ορεινούς χειμάρρους με στόχο τη ρύθμιση των παροχών, αλλά και τη μείωση της διάβρωσης και των φερτών υλικών.

Οι προτάσεις αυτές έχουν επικοινωνηθεί στους αρμόδιους φορείς της Περιφέρειας και έχουν ήδη ξεκινήσει πριν το τελευταίο καταστροφικό γεγονός οι συζητήσεις με τοπικούς φορείς για την πιθανή εφαρμογής τους. Είναι κάτι που μπορεί να γίνει άμεσα; Προφανώς όχι, αυτό όμως ισχύει και για οποιαδήποτε άλλη συμβατική λύση – οι «fast track» λύσεις δημιουργούν άλλωστε και «fast track» προβλήματα. Οι λύσεις που έχουν προταθεί για την αντιμετώπιση των προβλημάτων στη Θεσσαλία και όχι μόνο, δεν είναι συνήθεις στην Ελλάδα και απαιτείται χρόνος για την ωρίμανση των σχετικών μελετών, ενώ συγχρόνως χρειάζεται να διαμορφωθούν τα κατάλληλα ανταποδοτικά εργαλεία. Ωστόσο το πρώτο, άκρως απαραίτητο βήμα, είναι η υιοθέτηση αυτών των λύσεων από όλα τα επίπεδα της διοίκησης, όπως και η απαραίτητη ενημέρωση και συμμετοχή των εμπλεκόμενων φορέων και της κοινωνίας.

Αν λοιπόν επιδιώκουμε ειλικρινά να μειώσουμε την έκθεσή μας στις πλημμύρες, τότε ο πλέον αξιόπιστος τρόπος είναι να αφήσουμε τη φύση να κάνει τη δουλειά για εμάς. Το παραπάνω απαιτεί γενναίες αποφάσεις, αποφάσεις όμως που ούτως ή άλλως κάποτε θα πάρουμε. Είτε θα τις πάρουμε άμεσα και θα γίνουν οι αλλαγές με σχετικά μικρό κόστος, είτε θα μας πιέσουν τα κλιματικά φαινόμενα και οι συνεχείς αστοχίες των προκρινόμενων έργων και τελικά θα αναγκαστούμε να τις πάρουμε με πολλαπλάσιο κόστος.