H εξέλιξη ενός ολοκαίνουργιου κινητήρα ήταν πάντα μια ιδιαίτερα δαπανηρή υπόθεση, ειδικά τα τελευταία χρόνια με τους ολοένα και πιο αυστηρούς κανονισμούς εκπομπής ρύπων, οι οποίοι βέβαια είναι απόλυτα συνυφασμένοι και με την ανάγκη για μείωση της κατανάλωσης.

Έτσι ο χρόνος που μένει στο προσκήνιο ένας κινητήρας είναι συνήθως πολλαπλάσιος της διάρκειας ζωής ενός μοντέλου, αλλά κάποια στιγμή η αρχική σχεδίαση -γιατί στο μεσοδιάστημα υπάρχουν συνεχείς βελτιώσεις- ξεπερνιέται και ο κινητήρας αποσύρεται.

Ένα σύνολο όμως έχει σπάσει όλα τα ρεκόρ μακροζωίας και αυτό δεν είναι άλλο από το θρυλικό V8 της Bentley που για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα στο παρελθόν ήταν η μοναδική επιλογή και ταυτόσημος με τη μάρκα. Η παρθενική του εμφάνιση είχε γίνει πριν από 61 ολόκληρα χρόνια, το 1959, στη Bentley S2 και η απόδοσή του ήταν 180 ίπποι, τιμή την οποία η βρετανική εταιρεία θεωρούσε τότε κάτι παραπάνω από ικανοποιητική. Η εξέλιξή του όλες αυτές τις δεκαετίες είναι ενδεικτική και της εξέλιξης όλων των κινητήρων αλλά και των διαφορετικών απαιτήσεων που πρόκυπταν.

Έτσι από τα καρμπυρατέρ πέρασε στον ψεκασμό, από το 1971 η χωρητικότητα του αυξήθηκε από τα 6.200 στα 6.750 κυβικά από τα οποία προήλθε και η θρυλική ονομασία 6 ¾, από ατμοσφαιρικός έγινε turbo, αρχικά με έναν και στη συνέχεια με δύο υπερ-συμπιεστές, απέκτησε καταλύτη και μεταβλητό χρονισμό.

Όλα αυτά τα χρόνια αυξανόταν η απόδοση και μειωνόταν η κατανάλωση και οι εκπομπές ρύπων του. Στην τελευταία εκδοχή του, στην ειδική έκδοση Mulsanne 6.75 Edition by Mulliner, ο 6 ¾ αποδίδει 530 ίππους και 1.100 Nm, δηλαδή σχεδόν τριπλάσιους ίππους από τον πρόγονό του το 1959, ενώ η εκπομπή ρύπων του σε σχέση με αυτόν έχει μειωθεί κατά 99%!

Ο 6 ¾, που είναι γνωστός και ως L-Series, είχε σχεδιαστεί στις αρχές της δεκαετίας του ’50 από το Jack Philips  και συνολικά έχει κατασκευαστεί περίπου 36.000 φορές. Ήταν πάντα χειροποίητος και τελευταία η συναρμολόγησή του, στην οποία μετείχαν 7 μηχανικοί, διαρκούσε 15 ώρες.

Διαβάστε επίσης