ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

«Έτος Μπετόβεν 2020»: 250 χρόνια από τη γέννησή του - Ποιος ήταν στ΄ αλήθεια ο Μπετόβεν

«Έτος Μπετόβεν 2020»: 250 χρόνια από τη γέννησή του - Ποιος ήταν στ΄ αλήθεια ο Μπετόβεν
AP Photo

Πριν από 249 χρόνια, στις 16 Δεκεμβρίου του 1770, ο Λούντβιχ βαν Μπετόβεν γεννήθηκε στην -τοτε μικρή- πόλη Βόννη στις όχθες του Ρήνου. Με την αφορμή αυτή ξεκίνησαν και θα ολοκληρωθούν σε ένα χρόνο οι εορτασμοί για τα 250 χρόνια από τη γέννηση του μεγάλου Γερμανού μουσουργού. Δύστροπος, ακατάστατος, ασυμβίβαστος, με μυθικά ξεσπασματα και θεόκουφος: Αυτός ήταν ο μεγαλύτερος συνθέτης όλων των εποχών. 

Κατά τη διάρκεια του έτους Μπετόβεν θα παρουσιαστούν στη Βόννη και οι εννέα συμφωνίες του Γερμανού συνθέτη. Ανάμεσα σε αυτές και η Συμφωνία αρ. 6 με την επωνυμία «Ποιμενική», με την οποία ο κορυφαίος μουσουργός εκφράζει τον θαυμασμό και την αγάπη του για τη φύση. Για τον Μπετόβεν το φυσικό περιβάλλον αποτελούσε αναψυχή και ταυτόχρονα πηγή έμπνευσης.

Μέσα στους επόμενους μήνες θα προβληθούν στη DW-TV τρία μεγάλου μήκους ντοκιμαντέρ («Η 9η του Μπετόβεν-Μια παγκόσμια συμφωνία» με συμμετοχή του Έλληνα αρχιμουσικού Θεόδωρου Κουρεντζή), «Ο κόσμος χωρίς τον Μπετόβεν» και «Pastoral Project». Παράλληλα η DW ξεκίνησε πριν λίγες μέρες ένα ειδικό, αγγλόφωνο κανάλι στο YouTube με τίτλο DW Classical Music αφιερωμένο αποκλειστικά στην κλασική μουσική, στο οποίο δίνεται ιδιαίτερο βάρος στο «Έτος Μπετόβεν».

Η «Ποιμενική» - Ένα μήνυμα για την προστασία της φύσης

Η στενή σχέση του συνθέτη με τη φύση ήταν η αφορμή για να δημιουργηθεί το Beethoven Pastoral Project, το οποίο εκπόνησαν από κοινού η Οργανωτική Επιτροπή του έτους Μπετόβεν, η Γραμματεία του ΟΗΕ για την Κλιματική Αλλαγή και το περιβαλλοντικό δίκτυο Earth Day με στόχο την ευαισθητοποίηση για τη σημασία που έχει η προστασία του περιβάλλοντος.

Οι διοργανωτές του προγράμματος Beethoven Pastoral Project καλούν όλους τους ενδιαφερόμενους να ανεβάσουν μέχρι τα μέσα Απριλίου στην ιστοσελίδα pastoralproject.org, αφού πρώτα εγγραφούν, ένα «έργο τέχνης» με πηγή έμπνευσης, την «Ποιμενική» του Μπετόβεν. Δεν έχει σημασία αν πρόκειται για ερασιτέχνες ή επαγγελματίες καλλιτέχνες, φωτογράφους, γραφίστες, ζωγράφους ή μουσικούς της ροκ, της τζαζ ή της κλασικής μουσικής. Σύμφωνα με τους εμπνευστές το σημαντικότερο είναι η κατάθεση απόψεων για τη σχέση ανθρώπου-φύσης και την ανάγκη σεβασμού του φυσικού περιβάλλοντος.

Όλα τα έργα θα δημοσιευθούν στην ιστοσελίδα pastoralproject.org μεταξύ της «Ημέρας της Γης» (Earth Day) στις 22 Απριλίου του 2020 και την Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος του ΟΗΕ, στις 5 Ιουνίου του 2020. Είτε πρόκειται για φωτογραφίες, είτε για βίντεο, είτε για πίνακες, είτε γραφικά ή μουσικά έργα. Ανάμεσα στους πρώτους συμμετέχοντες βρίσκονται ένας DJ, ο οποίος χρησιμοποιεί αποσπάσματα (samples) από την «Ποιμενική», ένας χορευτής που χορεύει στους ρυθμούς του τέταρτου μέρους της Συμφωνίας αρ. 6 και ένας κινηματογραφιστής που γύρισε ταινία μικρού μήκους. Ο κοινός παρονομαστής όλων αυτών των καλλιτεχνών είναι ο θαυμασμός για τη Συμφωνία του Μπετόβεν, αλλά και η επιθυμία να σταλεί ένα μήνυμα για την προστασία της φύσης.

Ο κουφός και ευέξαπτος συνθέτης

Ο Λούντβιχ βαν Μπετόβεν είναι αναμφίβολα ένας από τους σπουδαιότερους, αν όχι ο σπουδαιότερος συνθέτης κλασικής μουσικής. Και το κατάφερε όντας κουφός. Ο Μπετόβεν ήταν 26 ετών όταν άρχισε να χάνει την ακοή του, αλλά συνέχισε να συνθέτει για πάνω από τριάντα χρόνια. Σαν να ήταν τυφλός ο Μικελάντζελο, αλλά παρά ταύτα να ζωγράφιζε την Καπέλα Σιστίνα. Η κώφωση δεν μετριάσε την άγρια διάθεση του Μπετόβεν. Όσο έχανε την ακοή του, οι κρίσεις θυμού γίνονταν ανεξέλεγκτες και τα ξεσπάσματα του όλο και πιο παράλογα. Κι όμως, όσο πιο παράξενη η συμπεριφορά τόσο πιο θεσπέσια η μουσική του.

Ο πατέρας - δυνάστης

Ο Μπετόβεν γεννήθηκε σε οικογένεια μουσικών στη Βόννη της Γερμανίας. Ο πατέρας του ο Γιόχαν, τενόρος στην τοπική Αυλή και αλκοολικός, αδιαφόρησε για τη γέννηση του γιου του το 1770 μέχρι που ανακάλυψε ότι το αγοράκι είχε ενστικτώδες μουσικό χάρισμα. Ο Γιόχαν θυμόταν το παράδειγμα της πρώιμης επιτυχίας του Μότσαρτ κι έτσι αποφάσισε ότι και η δική του φήμη μπορούσε να στηριχθεί στους εύθραυστους ώμους του γιου του. Ενώ όμως ο Λέοπολντ Μότσαρτ ήταν ένας εύθυμος εκμεταλλευτής, ο Γιόχαν Μπετόβεν ήταν ένας σκληρός και βίαιος νταής. Οι γείτονές έβλεπαν συχνά τομικρό Λούντβιχ να κλαίει πάνω από το πιάνο. Κι όταν δεν έπαιζε πιάνο, μελετούσε Ιστορία της Μουσικής ή μάθαινε βιολί. Λίγες ήταν οι μέρες που ο Λούντβιχ δεν κατέληγε κλειδωμένος στο υπόγειο ή δαρμένος με βούρδουλα. Οι μέθοδοι του πατέρα του ήταν κτηνώδεις αλλά αποτελεσματικές: από την ηλικία των 10 ετών, ο Λούντβιχ κατείχε εγκυκλοπαιδική γνώση της μουσικής θεωρίας και εξαίρετες ικανότητες στον πιάνο. Επειδή όμως δεν είχε πολύ χρόνο για το σχολείο, ήταν φριχτός στην ορθογραφία και κακός στην αριθμητική. Όταν έγινε 11 ετών, εγκατέλειψε οριστικά το σχολείο.

Από τον Μότσαρντ στον Χάιντν

Ο Γιόχαν δεν κατάφερε να κάνει το γιο του διάσημο παιδί-θαύμα, αλλά το ταλέντο του Λούντβιχ κέρδισε την προσοχή αριστοκρατών της περιοχής και το 1787 κάποιοι προστάτες των τεχνών τον έστειλαν στη Βιέννη για να μαθητεύσει κοντά στον Μότσαρτ. Ο ντροπαλός 17χρονος γνώρισε το δάσκαλο, αλλά πριν αρχίσουν τα μαθήματα, έφτασε στη Βιέννη το νέο ότι η μητέρα του Μπετόβεν ήταν βαριά άρρωστη. Ο νεαρός μουσικός έφτασε στο σπίτι του εγκαίρως για να δει τη μητέρα του να πεθαίνει. Δεν επέστρεψε στη Βιέννη: οι δύο νεότεροι αδελφοί του χρειάζονταν φροντίδα κι ο πατέρας τους ήταν εντελώς άχρηστος γι’ αυτό. Μέσα σε λίγα χρόνια, ο Γιόχαν Μπετόβεν είχε καταλήξει τόσο αναξιόπιστος στη δουλειά του, που οδηγήθηκε σε πρόωρη σύνταξη και λάμβανε το μισό ποσό, ενώ το άλλο μισό πήγαινε στον Λούντβιχ για να φροντίζει τα αδέλφια του. Το 1792 κατάφερε να επιστρέψει στη Βιέννη, όπου, με τη βοήθεια ενός πλούσιου σπόνσορα, έκανε μαθήματα με τον Γιόζεφ Χάιντν. Εδώ όμως απογοητεύτηκε: θεώρησε ότι ο Χάιντν δεν τον εκπαίδευε με τη δέουσα πυγμή, ενώ ο Χάιντν ενοχλήθηκε από την έπαρση του 22χρονου. Το 1795 έκανε το ντεμπούτο του με το Δεύτερο κονσέρτο για πιάνο, ενώ το 1800 παίχτηκε η Πρώτη Συμφωνία. Η Βιέννη είχε πια ένα νέο 30χρονο αστέρι.

Ένας θεός εν μέσω θνητών

Οι φίλοι του Μπετόβεν παρατήρησαν ότι απέφευγε τις κοινωνικές συγκεντρώσεις. Ο Χάιντν σχολίασε ότι δεν τον επισκεπτόταν καθόλου κι ένας επισκέπτης στο διαμέρισμα του Μπετόβεν παραξενεύτηκε που βρήκε το πιάνο ξεκούρδιστο. Ο Μπετόβεν ήξερε πολύ καλά τι συνέβαινε: είχε χάσει σταδιακά την ακοή του και δεν άκουγε τίποτε απολύτως. Επίσης είχε κι άλλα προβλήματα υγείας, όπως κοιλιακές κράμπες, περιοδική διάρροια και συχνούς πονοκέφαλους. Ήταν τόσο δυστυχισμένος που σκέφτηκε να αυτοκτονήσει. Το μόνο που τον εμπόδισε ήταν η πίστη στην τέχνη του. Το φθινόπωρο του 1802, ενώ έμενε στην κωμόπολη Χάλιγκενσταντ, περιέγραψε τι τον κράτησε ζωντανό: «Μου φαινόταν αδύνατο να αφήσω τον κόσμο μέχρι να προσφέρω όλα όσα ένιωθα ότι βρίσκονταν μέσα μου», έγραψε στη Διαθήκη του Χάιλιγκενσταντ, όπως είναι γνωστό το κείμενο, που γράφτηκε ως επιστολή στους αδελφούς του αλλά παρέμεινε κλεισμένο στο γραφείο του για το υπόλοιπο της ζωής του. Ο Μπετόβεν έσφυζε από ενέργεια και ιδέες.

Η Τρίτη, ή «Ηρωική» Συμφωνία ήταν αρχικά αφιερωμένη στο Ναπολέοντα Βοναπάρτη, μέχρι που εκείνος αποφάσισε να εισβάλει στην Αυστρία. Ήταν τόσο επαναστατική που η ορχήστρα συχνά διέκοπτε τις πρόβες από τη σύγχυση, ενώ οι κριτικοί έβρισκαν το έργο «παραξένο». Το κοινό επίσης διαμαρτυρόταν για τη διάρκεια του έργου.

Η «παραξενιά» του Μπετόβεν δεν περιοριζόταν στις μουσικές του εκκεντρικότητες. Συνέθετε καλύτερα όταν περπατούσε κι έτσι έγινε γνωστός στην πόλη ως κάποιος που έπαιρνε τους δρόμους, κουνώντας τα χέρια και βρυχώμενος μουσικά σπαράγματα, αδιάφορος για τις ορδές περίεργων παιδιών που τον ακολουθούσαν. Ποτέ δεν έμεινε πολύ καιρό στο ίδιο μέρος. Στη Βιέννη μετακόμισε τουλάχιστον σε σαράντα διαμερίσματα και κάποτε συντηρούσε ταυτόχρονα τέσσερα σπίτια. Ήταν και ακατάστατος: ένας επισκέπτης στο διαμέρισμα του το 1809 τον βρήκε να ζει στο «πιο βρόμικο, πιο ακατάστατο μέρος που μπορεί να φανταστεί κανείς». Πάνω στις καρέκλες βρίσκονταν πιάτα με αποφάγια και πεταμένα ρούχα. Το πιάνο και το γραφείο δίπλα του ήταν γεμάτα με μισοτελειωμένες παρτιτούρες. Και κάτω από το πιάνο βρισκόταν ένα γεμάτο δοχείο νυχτός.

Ούτε εμφανισιακά ήταν ελκυστικός. Τα ρούχα του ήταν τόσο σχισμένα και βρόμικα που οι φίλοι του, αηδιασμένοι, πότε πότε του αγόραζαν καινούρια. Μελαχρινός στα νιάτα του, τώρα είχε γίνει κάτωχρος απ’ την αρρώστια. Το πρόσωπό του ήταν γεμάτο σπυριά και τα γκρίζα μαλλιά του όρθια. Δεν είναι παράξενο που τα μέλη του ωραίου φύλου δεν ανταπέδιδαν το ένθερμο ενδιαφέρον του. Ο Μπετόβεν είχε την κακή συνήθεια να ερωτεύεται μη διαθέσιμες γυναίκες, συνήθως ανώτερης τάξης και κατά κανόνα παντρεμένες. Ο μεγαλύτερος έρωτάς του έχει αποκτήσει μυθικές διαστάσεις, αφού τον γνωρίζουμε χάρη σ’ ένα γράμμα που δεν ταχυδρομήθηκε, απευθυνόμενο στην «Αθάνατη αγαπημένη». Η ταυτότητά της αμφισβητείται, αλλά σήμερα οι περισσότεροι ιστορικοί συμφωνούν ότι ήταν η Αντονί Μπρεντάνο, σύζυγος ενός τραπεζίτη από τη Φρανκφούρτη. Ντελικάτη και κομψή, η Αντονί λάτρευε τον Μπετόβεν. «Περπατά σαν θεός εν μέσω θνητών», έγραφε.

Αλλά, η μεγάλη αγαπημένη του παρέμενε πιστή στον άντρα της. Η όποια οδύνη του Μπετόβεν μετριαζόταν ίσως από τη σκέψη ότι ένας ανεκπλήρωτος έρωτας είναι κάτι πιο ρομαντικό από μία σύζυγο που τον υποχρέωνε να βάζει τα άπλυτα στο καλάθι.

Το τέλος

Όταν ο αδελφός του Μπετόβεν, Κασπάρ, έπαθε φυματίωση, ο συνθέτης αποφάσισε να πάρει την κηδεμονία του γιου του, Καρλ. Ο Μπετόβεν δεν τον άφηνε στιγμή και, όταν ο Καρλ ανακοίνωσε ότι θα γινόταν στρατιωτικός, ο κηδεμόνας του ξέσπασε σε τέτοιες άγριες κρίσεις που ο σπιτονοικοκύρης του αναγκάστηκε να τους διώξει. Ο συνθέτης τον ήθελε μουσικό. Το 1826, ο Καρλ δεν άντεξε κι αυτοπυροβολήθηκε στο κεφάλι. Κι όμως γλίτωσε. Η μία σφαίρα αστόχησε και η άλλη μπήκε στο κρανίο χωρίς να πειράξει τον εγκέφαλο. Ο Καρλ βγήκε από το νοσοκομείο αποφασισμένος να τραβήξει το δρόμο του και μπήκε αμέσως στο στρατό. Οι φίλοι του Μπετόβεν τον έβλεπαν να καταρρέει. Υπήρξε μια ανακωχή, όταν ο αδελφός του Μπετόβεν, Γιόχαν, τους κάλεσε να μείνουν στο εξοχικό του μέχρι να αρχίσει η υπηρεσία του Καρλ. Ό

ταν μπήκε το φθινόπωρο, ο Γιόχαν ζήτησε από τον αδελφό και τον ανιψιό του να φύγουν από το σπίτι. Οι δύο άνδρες ταξίδεψαν σε ανοιχτή άμαξα και κοιμήθηκαν σ’ ένα πανδοχείο χωρίς θέρμανση, παρ’ όλο το δριμύ κρύο. Όταν πια ο Μπετόβεν έφτασε στη Βιέννη, ψηνόταν απ’ τον πυρετό και είχε πνευμονία. Ποτέ δεν ανάρρωσε, απλώς συνέχισε να μαραίνεται για σχεδόν τρεις μήνες. Το τι συνέβη κατόπιν είναι ασαφές. Σύμφωνα με μία εκδοχή, ο συνθέτης βρισκόταν σε κώμα για 48 ώρες όταν, στις 26 Μαρτίου 1827, εν μέσω άγριας καταιγίδας, ξαφνικά άνοιξε τα μάτια, ενώ μια αστραπή φώτιζε το δωμάτιο.

Ύψωσε το δεξί χέρι σε γροθιά και έπεσε νεκρός. Πάνω από δέκα χιλιάδες άνθρωποι συνόδευσαν το φέρετρό του. Ο Μπετόβεν έγινε είδωλο για την επόμενη γενιά ρομαντικών συνθετών, που επικροτούσαν, όχι μόνο την έντονη κι εκφραστική μουσική του, αλλά και την άρνηση του να συμμορφωθεί με τις τάσεις της εποχής.