CULTURE

Taxi Driver στα 50: Όταν ο Μάρτιν Σκορσέζε έκανε τη Νέα Υόρκη έναν εφιάλτη που όλοι λάτρεψαν

Taxi Driver στα 50: Όταν ο Μάρτιν Σκορσέζε έκανε τη Νέα Υόρκη έναν εφιάλτη που όλοι λάτρεψαν

Από την ταινία.

Columbia Pictures

Πενήντα χρόνια μετά, το Taxi Driver παραμένει κάτι περισσότερο από μια κινηματογραφική κλασική αξία. Είναι το φιλμ που μετέτρεψε τη βρόμικη, επικίνδυνη Νέα Υόρκη των ’70s σε παγκόσμιο μύθο.

Η ιστορία ξεκινά μακριά από τις κινηματογραφικές αίθουσες και κοντά στα γραφεία του δημαρχείου. Το 1966, ο τότε δήμαρχος της Τζον Λίντσεϊ επιχείρησε να αναζωογονήσει την πόλη ενισχύοντας τις κινηματογραφικές παραγωγές. Δημιούργησε το πρωτοποριακό Mayor’s Office of Film, Theatre and Broadcasting, απλοποιώντας δραστικά τις άδειες γυρισμάτων και ανοίγοντας τους δρόμους, τα πάρκα και τα δημόσια κτίρια στους δημιουργούς.

Το σχέδιο λειτούργησε άμεσα – ίσως υπερβολικά καλά. Οι παραγωγές πολλαπλασιάστηκαν, όμως οι σκηνοθέτες δεν ενδιαφέρθηκαν τόσο για τα αξιοθέατα όσο για τη σκληρή πραγματικότητα. Οι κάμερες στράφηκαν στις «κακές» γειτονιές, στα πορνοσινεμά, στα παρακμιακά μπαρ και στα σκοτεινά σοκάκια. Η Νέα Υόρκη άρχισε να καταγράφεται όχι ως λαμπερή μητρόπολη αλλά ως αστικός εφιάλτης.

Μέσα σε αυτό το κλίμα γεννήθηκε το Taxi Driver του Μάρτιν Σκορσέζε. Η ταινία δεν ήταν απλώς ένα ακόμη φιλμ της εποχής, αλλά η κορύφωση ενός ολόκληρου κινηματογραφικού ρεύματος που είδε τη Νέα Υόρκη ως τόπο κοινωνικής έντασης και ηθικής αποσύνθεσης. Μαζί με έργα όπως το Midnight Cowboy, το The French Connection και το Death Wish, διαμόρφωσε την εικόνα της «Bad Apple» πόλης.

Η Νέα Υόρκη των ’70s, άλλωστε, δεν χρειαζόταν δραματουργικές υπερβολές. Η πόλη βρισκόταν στα όρια της χρεοκοπίας, η εγκληματικότητα εκτοξευόταν, οι δημόσιες υπηρεσίες κατέρρεαν. Το καλοκαίρι του 1975, απεργίες άφησαν δεκάδες χιλιάδες τόνους σκουπιδιών στους δρόμους, ενώ περικοπές οδήγησαν ακόμη και σε κλείσιμο πυροσβεστικών σταθμών.

Ο Σκορσέζε αξιοποίησε αυτό το σκηνικό σαν φυσικό ντεκόρ. Με χαμηλές γωνίες λήψης, νέον φώτα και μια σχεδόν παραισθησιογόνα ατμόσφαιρα, μετέτρεψε περιοχές όπως το Times Square σε κινηματογραφικό σύμβολο παρακμής. Η πόλη, μέσα από τα μάτια του Τράβις Μπικλ, έγινε ένας ζωντανός οργανισμός γεμάτος «βρωμιά» και «σκουπίδια» – μια μηχανή που συνθλίβει τους ανθρώπους της.

Κι όμως, αυτή η σκοτεινή απεικόνιση δεν έβλαψε τη Νέα Υόρκη. Αντίθετα, συνέβαλε στον μύθο της. Η αίσθηση κινδύνου, έντασης και ωμής ενέργειας κατέστησε την πόλη ελκυστική, ειδικά για μια γενιά που αναζητούσε αυθεντικότητα. Η παρακμή έγινε αισθητική, και η αισθητική – brand.

Λίγο μετά, το 1977, εμφανίστηκε το εμβληματικό «I Love New York» του Μίλτον Γκλέιζερ, ως αντίβαρο στην αρνητική εικόνα. Όμως οι ίδιες οι ταινίες είχαν ήδη πετύχει κάτι κρίσιμο: είχαν κάνει τη Νέα Υόρκη πολιτισμικά ακαταμάχητη.

Πενήντα χρόνια μετά, το Taxi Driver δεν λειτουργεί μόνο ως κινηματογραφικό ορόσημο, αλλά και ως χρονική κάψουλα μιας πόλης που έμοιαζε χαμένη. Όπως ακριβώς ο Τράβις στο αμφίσημο φινάλε, έτσι και η Νέα Υόρκη των ’70s έμοιαζε να αιμορραγεί – μόνο για να επιστρέψει ισχυρότερη.

Η ταινία, τελικά, δεν κατέγραψε απλώς έναν εφιάλτη. Βοήθησε να γεννηθεί ένας από τους πιο ανθεκτικούς αστικούς μύθους της σύγχρονης κουλτούρας.