CULTURE

Το «Ανάκτορο υπερβολής»: Το σπίτι που όρισε τον πλούτο της χρυσής εποχής στις ΗΠΑ

Το «Ανάκτορο υπερβολής»: Το σπίτι που όρισε τον πλούτο της χρυσής εποχής στις ΗΠΑ

Το Biltmore House.

Wikipedia Commons

Με 250 δωμάτια, ιδιωτική σιδηροδρομική γραμμή και ευρωπαϊκή μεγαλοπρέπεια, το Biltmore House δεν ήταν απλώς μια κατοικία – ήταν δήλωση δύναμης. Τι αποκαλύπτει σήμερα για το 1% του πλούτου, τότε και τώρα;

Όταν ο Τζορτζ Ουάσινγκτον Βάντερμπιλτ άνοιξε τις πόρτες της νέας του έπαυλης την παραμονή των Χριστουγέννων του 1895, οι καλεσμένοι δεν έφτασαν απλώς – μεταφέρθηκαν με ιδιωτικά βαγόνια σε γραμμή κατασκευασμένη αποκλειστικά για το κτήμα του, στα βουνά του Άσβιλ στη Βόρεια Καρολίνα. Το μήνυμα ήταν σαφές: το Biltmore House δεν σχεδιάστηκε για να εντυπωσιάσει. Σχεδιάστηκε για να προκαλέσει δέος.

Με 250 δωμάτια, πύργους εμπνευσμένους από τα γαλλικά κάστρα του Λίγηρα και διακόσμηση που αντλούσε από αιώνες ευρωπαϊκής αριστοκρατίας, η κατοικία έγινε το απόλυτο σύμβολο της λεγόμενης Gilded Age – της «Χρυσής Εποχής» των Ηνωμένων Πολιτειών. Μιας περιόδου όπου η εκρηκτική συσσώρευση πλούτου από λίγες οικογένειες συνυπήρχε με ακραία κοινωνική ανισότητα.

entryway-waddesdonmanor-buckinghamshireengland-dsc07600.jpg

Μέρος του Biltmore House.

Wikipedia Commons

Το νέο βιβλίο Biltmore House: The Interiors and Collections of George W Vanderbilt φωτίζει όχι μόνο την αρχιτεκτονική υπερβολή, αλλά και την ψυχολογία πίσω από αυτή.

Η επινόηση μιας αριστοκρατίας

Η ειρωνεία είναι εμφανής. Λίγο περισσότερο από έναν αιώνα μετά την Αμερικανική Επανάσταση – που υποτίθεται ότι απέρριψε τα ευρωπαϊκά μοντέλα εξουσίας – η αμερικανική ελίτ έδειχνε εμμονή με αυτά.

Οι Βάντερμπιλτ, όπως και οι Άστορ, δεν κληρονόμησαν τίτλους. Τους «κατασκεύασαν».

Το οικογενειακό έμβλημα που κοσμούσε κάθε γωνιά του Biltmore δεν είχε μεσαιωνικές ρίζες. Δημιουργήθηκε εκείνη την εποχή, δανειζόμενο αισθητική από τη γαλλική βασιλική εικονογραφία. Ήταν μια μορφή κοινωνικού branding πριν ακόμη επινοηθεί ο όρος.

Ο παππούς του Τζορτζ, ο Κορνήλιος Βάντερμπιλτ – ο περιβόητος «Commodore» – είχε χτίσει την αυτοκρατορία του με τις πρακτικές που χάρισαν στους μεγιστάνες της εποχής τον τίτλο των «robber barons». Χρηματιστηριακές χειραγωγήσεις, πολιτικές διασυνδέσεις, σκληρή εκμετάλλευση εργατών. Ο Τζορτζ, ωστόσο, αποτελούσε ιδιότυπη εξαίρεση.

Δεν ασχολήθηκε με τις επιχειρήσεις. Αφοσιώθηκε στη γνώση, στα ταξίδια, στις συλλογές τέχνης. Το Biltmore κατέληξε να είναι λιγότερο επίδειξη και περισσότερο προσωπικό πορτρέτο ενός ανθρώπου που προσπαθούσε να εισαγάγει έναν «παλιό κόσμο» σε μια χώρα χωρίς αριστοκρατική παράδοση.

biltmore3c05586u.jpg

Το Biltmore House.

Wikipedia Commons

Αρχιτεκτονική ως θέαμα

Ο αρχιτέκτονας Richard Morris Hunt δεν έκτισε απλώς μια έπαυλη. Σκηνοθέτησε εμπειρία.

Ο σχεδιαστής τοπίου Frederick Law Olmsted – γνωστός από το Central Park – δημιούργησε μια διαδρομή τριών μιλίων με στρατηγικά φυτεμένα δέντρα που έκρυβαν το κτίριο μέχρι την τελευταία στροφή. Το αποτέλεσμα; Η αποκάλυψη του σπιτιού γινόταν κυριολεκτικά θεατρική, προκαλώντας «αναστεναγμούς θαυμασμού».

Το ίδιο το εσωτερικό αρνείται κάθε έννοια συνοχής. Αναγεννησιακές αίθουσες, γαλλικά σαλόνια, βρετανικοί χώροι καπνίσματος. Όχι από σύγχυση, αλλά από σχεδιαστική πρόθεση.

Η αισθητική μίξη λειτουργούσε σαν ψευδαίσθηση ιστορικής συνέχειας – σαν το σπίτι να είχε εξελιχθεί επί αιώνες, όπως τα ευρωπαϊκά ανάκτορα που μιμούνταν.

Και ενώ το ύφος κοιτούσε προς το παρελθόν, η τεχνολογία κοιτούσε προς το μέλλον. Ηλεκτρισμός, ανελκυστήρας, σύγχρονες εγκαταστάσεις – πολυτέλειες σχεδόν αδιανόητες για ιδιωτική κατοικία της εποχής.

Κάτω από τη λάμψη, η πραγματικότητα

Όπως και τα βρετανικά κτήματα που ενέπνευσαν τον Βάντερμπιλτ, το Biltmore στηριζόταν σε έναν τεράστιο μηχανισμό αόρατης εργασίας. Κουζίνες βιομηχανικής κλίμακας, υπόγεια πλυντήρια, στρατιές υπηρετών.

Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί σημερινοί επισκέπτες δηλώνουν πως ταυτίζονται περισσότερο με το προσωπικό παρά με τους ιδιοκτήτες.

Η Χρυσή Εποχή δεν κατέρρευσε λόγω ηθικής αφύπνισης. Κατέρρευσε λόγω οικονομικής πραγματικότητας. Μετά τη Μεγάλη Ύφεση, ακόμη και οι Βάντερμπιλτ δεν μπορούσαν να συντηρήσουν τέτοιες υπερδομές πλούτου. Το 1930, το Biltmore άνοιξε στο κοινό για να αποφευχθεί η πώληση.

Από τους μεγιστάνες στους δισεκατομμυριούχους

Η μεγαλύτερη αξία του Biltmore σήμερα δεν είναι αρχιτεκτονική. Είναι συμβολική. Τον 19ο αιώνα, ο υπερπλούτος εκφραζόταν με παλάτια. Τον 21ο, με πυραύλους.

Η παρατήρηση του Anderson Cooper είναι εύστοχη: αν κάποτε η υπερβολή μετριόταν σε αίθουσες συμποσίων, σήμερα μετριέται σε ιδιωτικές διαστημικές πτήσεις. Η λογική παραμένει ίδια – η κλίμακα αλλάζει.

Το Biltmore λειτουργεί σαν μηχανή χρονικού ταξιδιού. Επιτρέπει μια ασφαλή, εξιδανικευμένη ματιά σε έναν κόσμο ακραίου πλούτου, χωρίς την άβολη κοινωνική πραγματικότητα που τον συνόδευε.