CULTURE

Bookreads - Δημήτρης Ρόκος: «Kανένα έργο δεν σταματά ποτέ να μεταβάλλεται»

Bookreads - Δημήτρης Ρόκος: «Kανένα έργο δεν σταματά ποτέ να μεταβάλλεται»

Ο Δημήτρης Ρόκος.

Με αφορμή την κυκλοφορία του πρώτου μέρους της τριλογίας THE END από την Inkpress, ο ζωγράφος Δημήτρης Ρόκος μιλά στο CNN Greece για ένα «σιωπηλό» graphic novel χωρίς λέξεις, όπου η αναβλητικότητα, η αμφιβολία και η ίδια η διαδικασία της δημιουργίας μετατρέπονται σε βασικούς αφηγηματικούς πρωταγωνιστές. Για τον ίδιο, άλλωστε, «κανένα έργο δεν σταματά ποτέ να μεταβάλλεται».

«Η περιπέτεια της διαδικασίας μου φαινόταν σίγουρα πιο συναρπαστική κι ενδιαφέρουσα από το τελικό αποτέλεσμα», λέει ο Δημήτρης Ρόκος, περιγράφοντας τη λογική πίσω από το THE END.

Χωρίς καθόλου κείμενο και με την εξέλιξη της φόρμας να λειτουργεί ως δραματουργικό στοιχείο, ο ζωγράφος και εικαστικός μετατρέπει την αναβλητικότητα, την αμφιβολία και το «ανολοκλήρωτο» σε δημιουργικά εργαλεία, προσκαλώντας τον αναγνώστη να συμμετάσχει σε μια διαρκώς μεταβαλλόμενη εικαστική περιπέτεια.

Το THE END, που κυκλοφορεί από την Inkpress, αποτελεί το πρώτο graphic novel του Δημήτρη Ρόκου και το πρώτο μέρος μιας τριλογίας επιστημονικής φαντασίας, στην οποία η ιστορία εξελίσσεται παράλληλα με την ίδια τη διαδικασία κατασκευής της.

Στο επίκεντρο βρίσκεται ένας φιλόδοξος αλλά ανεπαρκής κινηματογραφικός σκηνοθέτης, ενώ η δημιουργική διαδικασία μετατρέπεται σε βασικό πρωταγωνιστή της αφήγησης.

Το έργο είναι εξ ολοκλήρου χειροποίητο, χωρίς κείμενο, και αντλεί επιρροές από την επιστημονική φαντασία, την internet culture, την αισθητική της τεχνητής νοημοσύνης και τις σύγχρονες θεωρίες συνωμοσίας.

806b16f8f0774edea6019bbae4bdcb2f.jpg

Ακολουθεί ολόκληρη η συνέντευξη με τον Δημήτρη Ρόκο:

Το The End είναι ένα κόμικ χωρίς καθόλου κείμενο. Πόσο δύσκολο ήταν να στηρίξεις ολόκληρη την αφήγηση αποκλειστικά στην εικόνα και τι θεωρείς ότι κερδίζει έτσι ο αναγνώστης;

Δημήτρης Ρόκος: Το THE END μου φαίνεται ότι βγήκε όσο αφηρημένο ή δυσνόητο σκόπευα να είναι από την αρχή. Πάντα ήθελα να βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο σχέδιο και ποτέ δεν θέλησα – ούτε θα μπορούσα βασικά – να κάνω κάτι αφηγηματικά στρωτό. Όταν κάποια στιγμή φλέρταρα με την ιδέα να συμπεριλάβω κείμενο, η σκέψη μου ήταν να κάνω στον «λόγο» παρόμοια χρήση με αυτή που έκανα στην εικονογραφία: να συνθέσω δηλαδή μια περίτεχνη αναπαραγωγή αφηγηματικών στερεότυπων της κόμικ ή/και sci-fi μυθολογίας, χωρίς απαραίτητα να βγάζουν καθαρό ή γραμμικό νόημα.

Αν και η ζωγραφική μου έχει πολλές αισθητικές επιρροές από τα κόμικς όπως τα γνώρισα μεγαλώνοντας – κυρίως από Ευρωπαίους και Αμερικανούς δημιουργούς προηγούμενων δεκαετιών – στην πορεία μου στα εικαστικά δεν προσπαθούσα ποτέ να αφηγηθώ μια ιστορία. Αντιθέτως, η διάθεσή μου ήταν, κατά κάποιον τρόπο, να αποδομώ τα κλισέ των παραστατικών τεχνών και να μπερδεύω τον θεατή με ανύπαρκτους συμβολισμούς ή ακατανόητα σύμπαντα.

Αυτό το περιβάλλον ήθελα να αναπαράξω και στο βιβλίο, δίνοντας τελικά έμφαση στην εξέλιξη της φόρμας ως κύρια δραματουργία. Ήθελα επίσης το THE END να είναι όσο το δυνατόν πιο προσβάσιμο σε ένα ευρύ, διεθνές κοινό και η γλώσσα σίγουρα βάζει πολλούς περιορισμούς.

694f0f78d8804f699f7a34b1a29dec5d-1.jpg

Στο έργο σου η ίδια η διαδικασία δημιουργίας γίνεται μέρος της ιστορίας. Πότε συνειδητοποίησες ότι σε ενδιέφερε περισσότερο το «πώς φτιάχνεται» ένα έργο παρά μόνο το τελικό αποτέλεσμα;

Δημήτρης Ρόκος: Τα τελευταία χρόνια έπιανα τον εαυτό μου να απολαμβάνει ολοένα και περισσότερο τα αρχικά ή ενδιάμεσα στάδια της ζωγραφικής μου δουλειάς και, παράλληλα, να επιμένει να ολοκληρώνει κάθε έργο με έναν σχετικά παρόμοιο τρόπο, σαν να μην υπήρχε άλλη επιλογή από το να γεμίζω κάθε χαρτί με άπειρες λεπτομέρειες και να χρωματίζω κάθε γωνία.

Ακόμα κι όταν το τελικό αποτέλεσμα με γέμιζε ικανοποίηση ή ανακούφιση, η περιπέτεια της διαδικασίας μου φαινόταν σίγουρα πιο συναρπαστική και ενδιαφέρουσα από αυτό. Άρχισα λοιπόν να σκέφτομαι τρόπους ώστε αυτοί οι δύο κόσμοι να μπορούν να συνδυαστούν και να παρουσιαστούν.

Το κοινό συχνά θέλει να μάθει πώς φτιάχνεται κάτι και κάποιες φορές ίσως απογοητεύεται από αυτά που ανακαλύπτει. Με τα τρία μέρη του THE END – αυτό είναι το πρώτο και τα επόμενα θα κυκλοφορούν, εκτός απροόπτου, ανά περίπου δύο χρόνια – επιχειρώ να βουτήξω στον τρόπο που δουλεύω, να τον αναλύσω όσο μπορώ, να τον εκθέσω ως ολοκληρωμένα αυτοτελή έργα και να δω κι εγώ μαζί με τον αναγνώστη πού θα καταλήξουμε όταν αυτή η περιπέτεια φτάσει στο λυτρωτικό, απογοητευτικό ή οτιδήποτε ενδιάμεσο τέλος της.

Έχεις μιλήσει ανοιχτά για την αναβλητικότητα ως βασικό θεματικό πυρήνα του The End. Θεωρείς ότι η αναβλητικότητα μπορεί τελικά να λειτουργήσει και δημιουργικά;

Δημήτρης Ρόκος: Η αναβλητικότητα ως κεντρικό θέμα του project προέκυψε τελείως οργανικά. Στην προσπάθειά μου να σκεφτώ ιδέες και μεθόδους για να δημιουργήσω κάτι που θα ολοκλήρωνα σε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα με μια σχετική ασφάλεια, κατέληξα να το εντάσσω σε ένα μακροχρόνιο, μεγαλεπίβολο έργο χωρίς ευδιάκριτο σημείο ολοκλήρωσης, αναβάλλοντας το τέλος για όσο περισσότερο μπορούσα.

Στην ουσία σαμποτάριζα τον εαυτό μου και τις μεσοπρόθεσμες λύσεις που έβρισκα. Η ίδια η αναβλητικότητα με έσπρωχνε να γεμίζω το κόνσεπτ με ολοένα και περισσότερα επίπεδα, να κάνω πιο χρονοβόρες επιλογές και να μεταθέτω την πιθανή κατάληξη στη σφαίρα του αβέβαιου.

Εκ των υστέρων αναρωτιέμαι κι εγώ αν αυτό που με ενεργοποιεί είναι η διάθεσή μου να βρω κάτι να ασχολούμαι για πολύ καιρό χωρίς να βασανίζομαι για το τι θα είναι αυτό, μια καθησυχαστική ψευδαίσθηση σταθερότητας – ότι σε έξι χρόνια από τώρα θα είμαστε ακόμα εδώ – ή, αντιθέτως, ένα άλλοθι για να μπορώ να το αφήσω όποτε θέλω ανολοκλήρωτο.

694f0f78d8804f699f7a34b1a29dec5d.jpg

Οι εικόνες του κόμικ αντλούν στοιχεία από sci-fi, internet culture, AI αισθητική και θεωρίες συνωμοσίας. Πιστεύεις ότι σήμερα η ψηφιακή κουλτούρα έχει αλλάξει οριστικά τον τρόπο που φανταζόμαστε το «τέλος του κόσμου»;

Δημήτρης Ρόκος: Είμαι από αυτούς που, όποτε επιχειρούν μεγαλόπνοες συγκρίσεις με το παρελθόν, μπερδεύονται και συνήθως καταλήγουν στο ότι κάθε μεγάλη ανάλυση τέτοιου είδους μπορεί να οδηγήσει σε οποιοδήποτε συμπέρασμα έχουμε επιλέξει εξαρχής.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση είμαι σχεδόν σίγουρος ότι μπορούμε να πούμε και ότι έχει αλλάξει αλλά και ότι ήταν πάντα ο ίδιος. Με μια πιο ψύχραιμη ματιά, πάντως, νομίζω ότι μπορούμε να συμφωνήσουμε πως δεν υπάρχει, ούτε μπορεί να υπάρξει ποτέ, κάποιο «τέλος του κόσμου».

Ο «κόσμος» απαρτίζεται από άπειρους μικρότερους κόσμους που τελειώνουν – και πιθανώς ξαναρχίζουν – καθημερινά. Η όποια εξέλιξη της ανθρωπότητας ή του σύμπαντος γίνεται αργά και διακριτικά και όλα τα μεγάλα συμβάντα της ιστορίας αλλάζουν συνεχώς νόημα ανάλογα με την απόσταση που έχουμε από αυτά.

Είμαι σχεδόν σίγουρος!

Το The End είναι μόνο το πρώτο μέρος μιας τριλογίας που θα εξελίσσεται ακόμα και τεχνικά μέσα από τον χρωματισμό και τη μεταμόρφωση των ίδιων σελίδων. Πόσο σε ενδιαφέρει η ιδέα ενός έργου που δεν σταματά ποτέ να μεταβάλλεται;

Δημήτρης Ρόκος: Πάντα με ιντρίγκαρε το making of ενός έργου τέχνης. Λιγότερο ως documentation και περισσότερο ως αυτόνομο έργο, όποτε μπορούσε να γίνει αυτό. Με ενδιαφέρουν επίσης οι άπειρες εκδοχές ή ερμηνείες που φτιάχνουν οι θεατές, οι αναγνώστες ή οι ακροατές στα μυαλά τους.

Με απασχολεί πολύ το πού και γιατί επιλέγω να δίνω την ενέργειά μου – είτε σχεδιάζω, είτε παίζω μουσική ως DJ, είτε δουλεύω σε κινηματογραφικές παραγωγές – και τι μπορεί να περιμένουν οι γύρω μου από εμένα.

Στη σειρά αυτή εξερευνώ το γεγονός ότι η τέχνη που κάνω θα μπορούσε να διακοπεί σε άπειρα διαφορετικά σημεία και να έχει κάθε φορά παρόμοια – και αμφιλεγόμενη – αξία. Βάζω τον αναγνώστη στο παιχνίδι, δίνοντας την αίσθηση του ανολοκλήρωτου, ακόμα κι αν μιλάμε για κάτι που θεωρώ εγώ τελείως ολοκληρωμένο.

Η ιδέα είναι η αποτύπωση αυτών των σταδίων στα τρία βιβλία να εκληφθεί ως μία ενιαία περιπέτεια και τα τρία μέρη της εξέλιξης της φόρμας να αποτελέσουν δραματουργικό στοιχείο, όπως θα συνέβαινε σε μια συμβατικά αφηγηματική τριλογία.

Τα τεχνικά μέσα, οι επιλογές χρωμάτων, ο τρόπος και η χειρωνακτική εργασία να λειτουργούν ως αφηγηματικοί παράγοντες της αρχής, της μέσης και του τέλους μιας «ολοκληρωμένης» ιστορίας, όπου ο κάθε αναγνώστης συμμετέχει όπως και όσο θέλει, δίνοντας όποια αρχή και όποιο τέλος επιθυμεί.

Θα τολμήσω να πω ότι κανένα έργο δεν σταματά ποτέ να μεταβάλλεται. Τουλάχιστον όχι μέχρι να εξαφανιστεί τελείως. Κάτι που θα μας απασχολήσει περισσότερο στο δεύτερο μέρος.