CULTURE

Η ταινία του Σαντάμ: Πραγματικοί πύραυλοι, κατασκοπεία και ένας μεθυσμένος σταρ του Χόλιγουντ

Η ταινία του Σαντάμ: Πραγματικοί πύραυλοι, κατασκοπεία και ένας μεθυσμένος σταρ του Χόλιγουντ

Oliver Reed.

Iraqi Film Corporation

Ο Σαντάμ Χουσεΐν ονειρευόταν να μετατρέψει τη Βαγδάτη σε ένα «Χόλιγουντ του Τίγρη» και επένδυσε εκατομμύρια σε μια υπερπαραγωγή διεθνών προδιαγραφών. Το «Clash of Loyalties» γυρίστηκε ενώ μαινόταν ο πόλεμος Ιράν-Ιράκ, με το συνεργείο να εργάζεται υπό τον φόβο βομβαρδισμών, περιστατικά κατασκοπείας και συνεχείς απρόβλεπτες ανατροπές.

Λίγους μόλις μήνες μετά την άνοδό του στην εξουσία, το 1979, ο Σαντάμ Χουσεΐν έθεσε ως στόχο να δημιουργήσει μια κινηματογραφική βιομηχανία ικανή να ανταγωνιστεί τις μεγάλες διεθνείς παραγωγές. Το πρώτο και πιο φιλόδοξο βήμα ήταν η ταινία «Clash of Loyalties» («Η Μεγάλη Ερώτηση»), μια υπερπαραγωγή ύψους περίπου 30 εκατ. δολαρίων, ποσό αντίστοιχο με εκείνο που διέθεσε το Χόλιγουντ για την ταινία «Return of the Jedi» την ίδια περίοδο.

Η ταινία αφηγούνταν την εξέγερση των Ιρακινών κατά της βρετανικής κατοχής το 1920 και παρουσιάστηκε από αρκετούς ως η απάντηση του Σαντάμ στο «Lawrence of Arabia», επιχειρώντας να συνδέσει την ιστορία της χώρας με το καθεστώς του Μπάαθ.

Γυρίσματα στη σκιά του πολέμου

Οι εργασίες ξεκίνησαν το 1980, όμως λίγες εβδομάδες αργότερα ξέσπασε ο πόλεμος Ιράν-Ιράκ. Παρά τις εχθροπραξίες, η ηγεσία της χώρας έδωσε εντολή η παραγωγή να συνεχιστεί, ώστε να δημιουργηθεί η εικόνα ότι η καθημερινότητα στο Ιράκ εξελισσόταν κανονικά.

Ο παραγωγός Λατίφ Τζορεφάνι θυμάται πως περισσότεροι από 140 συντελεστές βρέθηκαν να εργάζονται σε μια εμπόλεμη ζώνη, με πραγματικούς πυραύλους και βόμβες να πέφτουν γύρω τους. Πολλοί Ιρακινοί ηθοποιοί και τεχνικοί επιστρατεύονταν αιφνιδιαστικά, αναγκάζοντας την παραγωγή να επαναλαμβάνει σκηνές ή να αλλάζει το πρόγραμμα των γυρισμάτων.

Τα προβλήματα δεν περιορίστηκαν στο πεδίο των επιχειρήσεων. Φορτηγά που μετέφεραν ομοιώματα όπλων του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου από τη Βρετανία ακινητοποιήθηκαν στα τουρκικά σύνορα, καθώς οι αρχές πίστεψαν ότι επρόκειτο για πραγματικό στρατιωτικό εξοπλισμό που προοριζόταν για τον ιρακινό στρατό. Τελικά, το φορτίο έφτασε στη Βαγδάτη έπειτα από μια πολύμηνη παράκαμψη μέσω Ελλάδας, Λιβάνου και Συρίας.

Ο Όλιβερ Ριντ παραλίγο να αποβληθεί από την παραγωγή

Πρωταγωνιστής της ταινίας ήταν ο Βρετανός ηθοποιός Όλιβερ Ριντ, γνωστός τόσο για το ταλέντο όσο και για την εκρηκτική προσωπικότητά του. Σύμφωνα με τον παραγωγό, το μεγαλύτερο πρόβλημα της παραγωγής δεν ήταν τελικά ο πόλεμος, αλλά ένα επεισόδιο σε ξενοδοχείο της Βαγδάτης.

Έπειτα από υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ, ο Ριντ φέρεται να ούρησε μέσα σε ένα άδειο μπουκάλι κρασιού και να ζήτησε από σερβιτόρο να το προσφέρει ως «δώρο» σε διπλανό τραπέζι. Το περιστατικό προκάλεσε την οργή των ιρακινών αρχών, οι οποίες ζήτησαν την άμεση απομάκρυνσή του από την ταινία. Ο παραγωγός κατάφερε τελικά να τους μεταπείσει, αποφεύγοντας την ανάγκη να γυριστεί ξανά μεγάλο μέρος της παραγωγής.

Οι ιστορίες γύρω από τον Ριντ δεν σταμάτησαν εκεί. Συνάδελφοί του θυμούνται ότι συμμετείχε σε καβγάδες, έσπαγε πόρτες ξενοδοχείων και προκαλούσε συνεχώς αναστάτωση στα γυρίσματα, ενώ ένας από τους ηθοποιούς αποκάλυψε ότι η πρώτη φορά που τον είδε ήταν να κρέμεται ανάποδα από το παράθυρο του πέμπτου ορόφου ξενοδοχείου στη Βαγδάτη, γελώντας δυνατά.

Κατηγορίες για κατασκοπεία

Ένα ακόμη απρόσμενο περιστατικό σημειώθηκε όταν ο ηθοποιός Μαρκ Σίντεν αποκάλυψε ότι πριν ταξιδέψει στο Ιράκ δέχθηκε πρόταση από ανθρώπους που παρουσιάστηκαν ως στελέχη βρετανικών υπηρεσιών να φωτογραφίσει περιοχές πιθανής στρατιωτικής σημασίας.

Οι φωτογραφίες του τράβηξαν την προσοχή της μυστικής αστυνομίας του Σαντάμ και οδηγήθηκε σε ανάκριση. Όπως έχει αφηγηθεί, κατάφερε να πείσει τους ανακριτές ότι βρισκόταν στη χώρα αποκλειστικά για τα γυρίσματα της ταινίας και αφέθηκε ελεύθερος.

Η υπερπαραγωγή που χάθηκε στην ιστορία

Το «Clash of Loyalties» ολοκληρώθηκε ύστερα από τρία χρόνια γυρισμάτων και προβλήθηκε το 1983 στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Μόσχας, όπου απέσπασε διάκριση. Ωστόσο, η πορεία του τερματίστηκε σχεδόν αμέσως.

Μετά την εισβολή του Ιράκ στο Κουβέιτ το 1990 και τις διεθνείς κυρώσεις που ακολούθησαν, η ταινία αποσύρθηκε και δεν προβλήθηκε ξανά στο ευρύ κοινό. Το φιλόδοξο σχέδιο του Σαντάμ Χουσεΐν να δημιουργήσει μια σειρά διεθνών κινηματογραφικών υπερπαραγωγών δεν υλοποιήθηκε ποτέ, αφήνοντας ως μοναδική παρακαταθήκη μια ταινία που γυρίστηκε μέσα στον πόλεμο και έμεινε γνωστή περισσότερο για τις απίστευτες ιστορίες πίσω από τις κάμερες παρά για την ίδια την κινηματογραφική της πορεία.