Bookreads - Ελένη Γιαννακάκη: «Η Κρήτη κουβαλά μια μάτσο κουλτούρα που έχει γίνει εγκληματική»
Η Ελένη Γιαννακάκη μιλάει στο CNN Greece.
«Η λογοτεχνία λειτουργεί κατά κάποιον τρόπο υπαινικτικά: φωτίζει πλευρές της κοινωνίας και της ζωής που είτε περνούν απαρατήρητες λόγω συνήθειας είτε αποσιωπώνται σκόπιμα ως επώδυνες ή ταμπού», λέει η συγγραφέας στο Bookreads του CNN Greece, με αφορμή το νέο της μυθιστόρημα «Κρητικό Πιλάφι».
Το οικογενειακό τραπέζι, η μητρότητα, η ενοχή, η απώλεια, αλλά και η σκοτεινή πλευρά μιας κοινωνίας που εξακολουθεί να κουβαλά παλιούς κώδικες και αντιλήψεις βρίσκονται στον πυρήνα του «Κρητικού Πιλαφιού» της Ελένης Γιαννακάκη. Η συγγραφέας επιστρέφει στην πεζογραφία έξι χρόνια μετά το «Ρέκβιεμ για μια Οκτάβια» και επιλέγει ως αφηγηματικό όχημα τον εσωτερικό μονόλογο της Αλεξάνδρας, μιας γυναίκας που αναμετριέται με ένα γεγονός που έχει σημαδέψει τη ζωή της.
Στο βιβλίο, το κυριακάτικο τραπέζι γίνεται κάτι περισσότερο από μια οικογενειακή συνήθεια. Είναι ένας χώρος όπου οι άνθρωποι συναντιούνται, συνδέονται, συγκρούονται και, τελικά, έρχονται αντιμέτωποι με όσα έχουν προσπαθήσει να αφήσουν πίσω. «Η Αλεξάνδρα βλέπει το στήσιμο του κυριακάτικου τραπεζιού ως προσφορά και ένδειξη αγάπης προς τα παιδιά της», εξηγεί η συγγραφέας, ακόμη κι αν γνωρίζει ότι τα παιδιά της «δεν την χρειάζονται τώρα πια».
Παράλληλα, η Γιαννακάκη μιλά ανοιχτά για το κοινωνικό υπόβαθρο της ιστορίας και για την Κρήτη που γνωρίζει και παρατηρεί μέσα από τις αλλαγές των τελευταίων δεκαετιών. Η τοπική υπερηφάνεια, η μάτσο κουλτούρα, η ανοχή στην οπλοκατοχή, η οδική ασφάλεια και ο ΒΟΑΚ συνθέτουν ένα περιβάλλον που, όπως λέει, μπορεί να μετατρέψει το «γραφικό» σε εγκληματικό. Και ενώ δεν θεωρεί ότι η λογοτεχνία μπορεί να αλλάξει άμεσα συνειδήσεις, πιστεύει ότι μπορεί να φωτίσει όσα μια κοινωνία συνηθίζει να μην κοιτάζει.
Στη συζήτησή μας για το «Κρητικό Πιλάφι», η Ελένη Γιαννακάκη μιλά ακόμη για τη μητρότητα, τα γηρατειά και την απώλεια, για τη διαφορά ανάμεσα στα πρώτα και τα πιο πρόσφατα βιβλία της, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο ο αναγνώστης καλείται να συμπληρώσει τα κενά μιας ιστορίας που δεν του προσφέρεται «στο πιάτο».

Η Ελένη Γιαννακάκη.
Ακολουθεί ολόκληρη η συνέντευξη:
Το «Κρητικό Πιλάφι» χρησιμοποιεί τη μαγειρική και το οικογενειακό τραπέζι ως αφορμή για να μιλήσετε για βαθύτερα, σκοτεινά θέματα. Γιατί επιλέξατε αυτή την αφηγηματική συνθήκη για να προσεγγίσετε μια τόσο βαριά ιστορία;
Ελένη Γιαννακάκη: Το φαγητό και η παρασκευή του αποτελεί μια σημαντική πλευρά της ανθρώπινης κουλτούρας σ’ όλο τον πλανήτη. Επιπλέον, το τραπέζι, η συγκέντρωση γύρω από ένα τραπέζι για την κατανάλωση του φαγητού, αποτελεί επίσης πυλώνα οικογενειακής και κοινωνικής συνοχής στους περισσότερους πολιτισμούς. Μ’ αυτή την έννοια το τραπέζι με το φαγητό βρίσκεται στην καρδιά του οικογενειακού γίγνεσθαι, καθώς η οικογένεια συναντιέται, συνδέεται ή ακόμη και διαλύεται γύρω του, ουσιαστικά λειτουργεί ως το σκηνικό ποικίλων οικογενειακών (και όχι μόνο) δραμάτων ή ίσως και κωμωδιών. Το φαγητό και η προετοιμασία του απ’ την άλλη αποτελεί ένδειξη φροντίδας από ένα μέλος της οικογένειας προς τα υπόλοιπα και μέχρι πρότινος της γυναίκας και μητέρας. Απ’ αυτή την άποψη η Αλεξάνδρα βλέπει το στήσιμο του κυριακάτικου τραπεζιού ως προσφορά και ένδειξη αγάπης προς τα παιδιά της, παρ’ ότι γνωρίζει καλά ότι δεν την χρειάζονται τώρα πια.
Η Αλεξάνδρα κουβαλά ενοχές για ένα γεγονός που περιγράφεται ως «αβάσταχτο» και «φρικιαστικά αποτρόπαιο». Χωρίς να μας αποκαλύψετε την πλοκή, πώς αποφασίσατε πόσο θα αποκαλύψει η αφήγηση και πόσο θα κρατήσει κρυφό;
Ελένη Γιαννακάκη: Ας μην ξεχνάμε ότι η ιστορία εδώ αποδίδει τον εσωτερικό μονόλογο μιας γυναίκας. Δεδομένου ότι απευθύνεται στον εαυτό της και όχι στους αναγνώστες – ακροατές/ριες (π.χ. δραματικός μονόλογος), αποκαλύπτει, μέσω χρονικών ανακολουθιών και επαναλήψεων, μόνο όσα θραύσματα σκηνών και γεγονότων η ίδια χρειάζεται για να δώσει ειρμό στη σκέψη της, αρκετά όμως ώστε ο/η αναγνώστης/ρια να καταλάβει περί τίνος πρόκειται και να ανασυνθέσει την ιστορία. Αυτός ο τρόπος αφήγησης ενθαρρύνει τον/την αναγνώστη/ρια να καλύψει τα κενά της ιστορίας με τη φαντασία του/της σε σύγκριση με άλλους τρόπους όπου ο/η συγγραφέας παρέχει την κάθε λεπτομέρεια «στο πιάτο» ή ακόμη και στην περίπτωση της παγιωμένης εικόνας στον κινηματογράφο ή στην τηλεόραση όπου ο/η θεατής θα πρέπει να συμβιβαστεί με αυτήν που είχε στο μυαλό του και απέδωσε στην οθόνη ο σκηνοθέτης.
Σε συνέντευξή σας μιλήσατε για τους άγραφους κώδικες τιμής της Κρήτης που «άλλαξαν μορφή αλλά δεν εξαφανίστηκαν». Πώς αποτυπώνονται αυτοί οι κώδικες στο βιβλίο και στον χαρακτήρα της Αλεξάνδρας;
Ελένη Γιαννακάκη: Η τοπική ιστορία (των τελευταίων δύο αιώνων περίπου) πάντα βάραινε πολύ στη συνείδηση και στη διαμόρφωση της ταυτότητας των Κρητικών, ήταν και είναι πηγή περηφάνιας, αλλά και σοβινισμού. Αυτή η περηφάνια διαφοροποίησε για δεκαετίες τη συμπεριφορά τους σε πολλούς τομείς, η οποία συμπεριφορά όμως στις περισσότερες περιπτώσεις δεν ξεπερνούσε τα όρια του γραφικού, είχε μάλιστα αποτυπωθεί και στις παλιές ελληνικές ταινίες. Ο γρήγορος πλουτισμός μέσω ευρωπαϊκών επιδοτήσεων το ’80 και το ’90, σε συνδυασμό με την έκρηξη του τουρισμού και την κυβερνητική ανοχή στις όποιες παρεκτροπές (ανοχή στην κατοχή όπλων φερ’ ειπείν) δημιούργησε ένα εκρηκτικό κοκτέιλ με αποτέλεσμα το γραφικό να μετεξελιχθεί σε εγκληματικό - τουλάχιστον για κάποια κοινωνικά στρώματα - στις πιο παραδοσιακές περιοχές της ορεινής Κρήτης. Η Αλεξάνδρα, ως παιδί και νεαρή γυναίκα, μεγάλωσε μέσα σε μια συντηρητική, σεξιστική κοινωνία (στην οποία περιέργως οι ίδιες οι γυναίκες ήταν τα εκτελεστικά όργανα της συντήρησης), ενώ, ως μεσήλικη, ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο με την εγκληματική εκδοχή της, την ασυδοσία στους δρόμους λόγω της κακώς εννοούμενης μαγκιάς, και το σκοτεινό πρόσωπο της δικαιοσύνης. Ακόμη και το γεγονός ότι τα παιδιά της δεν φορούσαν κράνος αποτελεί μια όψη της ντόπιας κουλτούρας, καθώς μέχρι πρότινος το κράνος θεωρείτο στοιχείο άνωθεν καταπίεσης και χαρακτηριστικό ασπόνδυλων αρσενικών.

Κριτικές συνδέουν το μυθιστόρημα με το ζήτημα του ΒΟΑΚ και τον «φόρο αίματος» που πληρώνει η κοινωνία της Κρήτης. Πόσο συνειδητή ήταν αυτή η πολιτική-κοινωνική διάσταση όταν ξεκινήσατε να γράφετε, και πόσο θεωρείτε ότι η λογοτεχνία μπορεί να επηρεάσει τέτοιου είδους δημόσιες συζητήσεις;
Ελένη Γιαννακάκη: Ήταν συνειδητή επιλογή γιατί πάντα μ’ ενδιαφέρει το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο των ιστοριών μου. Ξανά, συνδυασμός τοπικής μάτσο κουλτούρας (μιλάω όταν το τιμόνι το χειρίζονται άνδρες) και αδιαφορίας από την Πολιτεία έχουν δημιουργήσει δεκαετίες τώρα ένα «ναρκοπέδιο» όπου άνθρωποι μακελεύονται ανηλεώς, ειδικά τα καλοκαίρια που η κίνηση αυξάνεται κατακόρυφα. Τώρα, το ζήτημα του κατά πόσο η λογοτεχνία επηρεάζει συνειδήσεις είναι μεγάλο και πολύπλοκο. Στα σίγουρα δεν επηρεάζει άμεσα - με εξαίρεση τη λεγόμενη «στρατευμένη» λογοτεχνία - κι ούτε άλλωστε ο στόχος της είναι αυτός. Κατά τη γνώμη μου, και τουλάχιστον όσο με αφορά, η λογοτεχνία λειτουργεί κατά κάποιον τρόπο «υπαινικτικά»: φωτίζει πλευρές της κοινωνίας και της ζωής που είτε περνούν απαρατήρητες λόγω συνήθειας είτε αποσιωπώνται σκόπιμα ως επώδυνες ή ταμπού. Απ’ την άλλη, καθώς η λογοτεχνία αποτελεί μια απ’ τις σημαντικές όψεις της κουλτούρας ενός τόπου, η σχέση μεταξύ των δύο θα μπορούσε να είναι αμφίδρομη: όπως η λογοτεχνία αντλεί θέματα και αντανακλά την περιρρέουσα κουλτούρα, της οποίας αναγκαστικά είναι προϊόν, κατά τον ίδιο τρόπο θα μπορούσε ιδανικά να επιφέρει κάποιες μικρές πολιτισμικές αλλαγές μακροπρόθεσμα. Βέβαια, κάτι τέτοιο ως ζητούμενο δεν θα ήταν εύκολο να ερευνηθεί και να εξαχθούν συμπεράσματα στατιστικά αξιολογήσιμα.
Επιστρέφετε στην πεζογραφία μετά από έξι χρόνια. Τι άλλαξε στη δική σας ματιά ή στη γραφή σας σε σχέση με προηγούμενα έργα σας, όπως «Τα χερουβείμ της μοκέτας» ή το «Ρέκβιεμ για μια Οκτάβια»;
Ελένη Γιαννακάκη: Δεν νομίζω ότι κάτι άλλαξε μέσα σ’ αυτά τα έξι χρόνια δεδομένου ότι το «Ρέκβιεμ για μια Οκτάβια» είναι πολύ κοντά θεματικά και «ιδεολογικά» στο παρόν βιβλίο. Θα έλεγα (στο βαθμό που μπορώ να είμαι αντικειμενική) πως η θεματική μου όσο περνούν τα χρόνια επικεντρώνεται περισσότερο σε ζητήματα όπως η μητρότητα, σε συνδυασμό με τα γηρατειά και την αίσθηση της όποιας απώλειας, σε αντίθεση με αυτή των πρώτων μου βιβλίων τα οποία πραγματεύονται διαφορετικά κοινωνικά θέματα, με πιο ανάλαφρο και περιπαικτικό ύφος και ίσως με μια πιο αισιόδοξη ματιά.
ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ
Bookreads - Νεκταρία Αναστασιάδου: «Κάθε γραπτό έχει και ψέμα και αλήθεια»
«Ο βασιλιάς της στάχτης»: Η οικογένεια, η βία και τα μυστικά στον σκοτεινό Νότο του S. A. Cosby
Bookreads: «Στα ρηχά» του Benjamin Wood - Όταν ένα μικρό όνειρο γίνεται μια ολόκληρη ζωή
ΗΠΑ - Κίνα: Συμφωνία για μείωση δασμών και διάλογο για την Τεχνητή Νοημοσύνη
15:40
Πέντε συλλήψεις για ρευματοκλοπή μετά από αστυνομική επιχείρηση στην Αργολίδα
15:28
Νέες οδηγίες της Πολιτικής Προστασίας λόγω της επιδείνωσης του καιρού
15:17
Πλάκα: Εξετάζεται η αλληλουχία έκρηξης, φωτιάς, κατάρρευσης - Η επίσημη ενημέρωση της Πυροσβεστικής
15:04