CULTURE

Bookreads - Νεκταρία Αναστασιάδου: «Κάθε γραπτό έχει και ψέμα και αλήθεια»

Bookreads - Νεκταρία Αναστασιάδου: «Κάθε γραπτό έχει και ψέμα και αλήθεια»

Η Νεκταρία Αναστασιάδου. 

«Η τάση σήμερα είναι να κλεινόμαστε σε κουτιά “ταυτότητας”. Αυτή η μόδα είναι καταστροφική για τη μυθοπλασία, στην οποία πρέπει και ο συγγραφέας και ο αναγνώστης να αναλάβουν άλλες ταυτότητες, να γίνουν άλλοι άνθρωποι», λέει η Νεκταρία Αναστασιάδου στο Bookreads του CNN Greece, με αφορμή το νέο της μυθιστόρημα «Σάπια λεμόνια».

Υπάρχουν ιστορίες που ξεκινούν από ένα πραγματικό γεγονός και, στην πορεία, αποκαλύπτουν ότι η αλήθεια τους δεν είναι μία. Τα «Σάπια λεμόνια» της Νεκταρίας Αναστασιάδου, που κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Στερέωμα, έχουν ως αφετηρία ένα περιστατικό στη Μερσίνα της Κιλικίας το 1905, γύρω από την εκδίωξη του αραβόφωνου μητροπολίτη.

Ο Δαμιανός Μανσούρ, ωστόσο, είναι δημιούργημα της συγγραφέα: πίσω από τον μυθοπλαστικό ήρωα βρίσκεται η ιστορία του Αλέξανδρου Ταχάν, του Άραβα μητροπολίτη Ταρσού και Αδάνων, ο οποίος είχε σπουδάσει στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης και μιλούσε άπταιστα ελληνικά. Η ίδια επιλέγει να μην αναπαραστήσει απλώς ένα ιστορικό γεγονός, αλλά να το μετατρέψει σε ένα μυθιστόρημα όπου διαφορετικές εκδοχές της ίδιας ιστορίας συνυπάρχουν και ο αναγνώστης δεν μπορεί να είναι βέβαιος ποια είναι η «σωστή».

Στα «Σάπια λεμόνια» ένας τρόφιμος του γηροκομείου του Μπαλουκλί, σχεδόν πενήντα χρόνια μετά τα γεγονότα, ανασυνθέτει τη Μερσίνα του 1905, έναν πολυπολιτισμικό κόσμο που σταδιακά διαλύεται καθώς η ταυτότητα μετατρέπεται από στοιχείο συνύπαρξης σε εργαλείο αποκλεισμού.

Το μυθιστόρημα συνδυάζει ιστορικό υλικό, χιούμορ, έρωτα, συγκρούσεις και μια ιδιαίτερη γλωσσική ταυτότητα, αναπλάθοντας έναν κόσμο της Μικράς Ασίας που η Αναστασιάδου δεν θέλει να παρουσιάσει ως χαμένο παράδεισο.

ipoundii-ii-iiiiiii-600x881.jpg

Για την ίδια, άλλωστε, η επιστροφή στο παρελθόν δεν σημαίνει εξιδανίκευσή του. «Με ενδιαφέρει η διάσωση μιας πραγματικότητας, όχι η διάσωση κάποιου παράδεισου που δεν υπήρχε ποτέ», λέει. Και ίσως αυτή η φράση να βρίσκεται στον πυρήνα των «Σάπιων λεμονιών»: στην προσπάθεια να διασωθεί μέσα από τη λογοτεχνία ένας κόσμος μαζί με τις αντιφάσεις του, τις προκαταλήψεις του, τις συγκρούσεις και τις σκοτεινές πλευρές του.

Η Αναστασιάδου μιλά ακόμη για τη γλώσσα του βιβλίου, την οποία δημιούργησε με βάση τα Πολίτικα, για τη μνήμη και την αναξιοπιστία της αφήγησης, αλλά και για τα όρια που, κατά τη γνώμη της, τίθενται σήμερα στη μυθοπλασία από τις σύγχρονες αντιλήψεις γύρω από την ταυτότητα.

Ακολουθεί ολόκληρη η συνέντευξη:

Στα «Σάπια λεμόνια» ξεκινάτε από ένα πραγματικό περιστατικό του 1905, την εκδίωξη του αραβόφωνου μητροπολίτη Δαμιανού Μανσούρ από τη Μερσίνα. Τι ήταν αυτό που σας γοήτευσε σε αυτή την σχεδόν απίστευτη ιστορία και σας έκανε να θέλετε να τη μετατρέψετε σε μυθιστόρημα;

Νεκταρία Αναστασιάδου: Ο Δαμιανός Μανσούρ είναι μυθοπλαστικό πρόσωπο. Ο πραγματικός τελευταίος μητροπολίτης Ταρσού και Αδάνων, ο οποίος εκδιώχθηκε από τη Μερσίνα με σάπια λεμόνια και κλούβια αυγά, λεγόταν Αλέξανδρος Ταχάν. Ήταν Άραβας, αλλά και απόφοιτος της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης. Μιλούσε άπταιστα ελληνικά. Παρ’ όλα αυτά, εκδιώχθηκε από κυρίως τουρκόφωνους Ρωμιούς, επειδή δεν ήταν «Έλληνας». Ο Ταχάν αργότερα εξελέγη Πατριάρχης Αντιοχείας. Ο δικός μου Δαμιανός Μανσούρ έχει άλλη μοίρα.

Δύο πράγματα με γοήτεψαν στην ιστορία αυτή. Πρώτον, ο γελοίος παραλογισμός: οι τουρκόφωνοι Μερσινιώτες έδιωξαν έναν ελληνόφωνο επειδή δεν ήταν Έλληνας. Ποιος έχει δικαίωμα να αποφασίσει ποιος είναι πιο Έλληνας; Με ποια κριτήρια; Αν κάποιος ομιλεί και γράφει ελληνικά, δεν είναι Έλληνας;

Σκέφτομαι και τον εαυτό μου. Συχνά οι Έλληνες με προσβάλλουν εξαιτίας της προφοράς μου. Με ρωτάνε αν μπορώ να διαβάσω συμβόλαια στα ελληνικά ή αν θέλω μενού στα αγγλικά. Ή παινεύουν τα ελληνικά μου, που είναι σχεδόν το ίδιο ντροπιαστικό, επειδή υποδηλώνει ότι αυτός που κάνει το κομπλιμέντο τα ξέρει καλύτερα. Δεν θέλω να είμαι κι εγώ αγενής και να επισημάνω τα λάθη που κάνουν στα ελληνικά (και, μάλιστα, αυτοί που σχολιάζουν τη γλώσσα του άλλου είναι αυτοί που κάνουν ένα σωρό λάθη). Ούτε θέλω να τους ρωτήσω αν γράφουν βιβλία στα ελληνικά. Τα σχόλια αυτά, πάντως, με ενοχλούν. Το κρυφό μήνυμα είναι πάντα: «Είσαι ξένη». Αυτός είναι και ένας λόγος που ζω στη Γαλλία. Οι Γάλλοι θεωρούν τέτοια σχόλια αγένεια και αδιακρισία.

Ο δεύτερος λόγος που ήθελα να γράψω τα Σάπια λεμόνια είναι ο εξής: κάθε εκδοχή της ιστορίας του Ταχάν ήταν διαφορετική. Ήθελα να συνδυάσω όλες τις εκδοχές σε ένα μυθιστόρημα, στο οποίο ο αναγνώστης δεν γνωρίζει ακριβώς ποια από αυτές είναι σωστή. Έτσι είναι η ιστορία, άλλωστε. Δεν είναι μία. Είναι πολλές ιστορίες, και δεν γνωρίζουμε ποια είναι αληθινή.

iiiiiiiiiiii3.jpg

Η Νεκταρία Αναστασιάδου.

Η Μερσίνα του βιβλίου είναι ένας πολυπολιτισμικός κόσμος όπου διαφορετικές εθνότητες και θρησκευτικές κοινότητες συνυπάρχουν, αλλά σταδιακά η ταυτότητα μετατρέπεται σε εργαλείο αποκλεισμού. Πόσο σημαντικό ήταν για εσάς να μιλήσετε, μέσα από μια ιστορία του 1905, για τη μισαλλοδοξία και τους μηχανισμούς με τους οποίους μια κοινωνία αρχίζει να φοβάται τη διαφορετικότητα;

Νεκταρία Αναστασιάδου: Γράφοντας για το παρελθόν, έγραψα και για το παρόν. Η τάση σήμερα είναι να κλεινόμαστε σε κουτιά «ταυτότητας». Ειδικά σε χώρες σαν την Αμερική, όπως διαπίστωσα όταν ήμουν visiting fellow στο Πανεπιστήμιο της Αϊόβα. Εκεί δεν έχεις πλέον το δικαίωμα να γράφεις για έναν χαρακτήρα που δεν σου μοιάζει 99%.

Αυτή η μόδα είναι καταστροφική για τη μυθοπλασία, στην οποία πρέπει και ο συγγραφέας και ο αναγνώστης να αναλάβουν άλλες ταυτότητες, να γίνουν άλλοι άνθρωποι, έστω και για λίγες ώρες ή μέρες. Αν μπορεί κανείς να γράφει μόνο για αυτό που είναι, τότε δεν μπορεί απολύτως κανένας να γράφει για τη Μερσίνα το 1905, διότι ένας συγγραφέας δεν μπορεί να έχει τρεις θρησκείες και είκοσι εθνότητες, ακόμα και αν ομιλεί εφτά γλώσσες.

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία των «Σάπιων λεμονιών» είναι η γλώσσα: ιδιωματισμοί, προφορικότητα, χιούμορ και ένας τρόπος ομιλίας που μοιάζει να μεταφέρει τον αναγνώστη στη Μικρά Ασία των αρχών του 20ού αιώνα. Πώς δουλέψατε πάνω στη γλώσσα και πόσο δύσκολο ήταν να ανασυστήσετε λογοτεχνικά έναν κόσμο που έχει πλέον χαθεί;

Νεκταρία Αναστασιάδου: Η γλώσσα ήταν το πιο εύκολο στοιχείο του γραψίματος. Χρησιμοποίησα τα Πολίτικα ως βάση, αν και η ομιλία του αφηγητή Ιωνά έχει επηρεαστεί αρκετά από τα ταξίδια του στην Ελλάδα. Επίσης, για κάποιους διαλόγους, ζήτησα τη βοήθεια των φίλων μου από τη Μυτιλήνη, την Κύπρο κτλ. Έτσι δημιούργησα τη γλώσσα του βιβλίου, που είναι τελείως κατανοητή σε έναν Αθηναίο, αν και ενίοτε διαφορετική. Κάθε βιβλίο πρέπει να έχει τη δική του γλώσσα και το δικό του ύφος για να ηχεί αληθινό. Αυτό που γράφω τώρα είναι στα αθηναίικα, επειδή ο αφηγητής μου είναι Ελλαδίτης. Το μεθεπόμενο που θα γράψω μπορεί να είναι στα γαλλικά, επειδή δεν θα έχει άμεση σχέση με την Ελλάδα.

Το δύσκολο κομμάτι της πορείας των Λεμονιών ήταν να βρω εκδότη που δέχεται να εκδώσει ένα βιβλίο γραμμένο στα πολίτικα. Ευτυχώς, βρήκα τον Άγγελο και τη Λίζα Σιόλα, οι οποίοι αγάπησαν τη γλώσσα.

Σχετικά με την ανασύσταση του χαμένου κόσμου: κάθε μυθιστόρημα είναι ανασύνθεση και αναπαράσταση, ακόμα κι όταν αφηγείται γεγονότα που θα μπορούσαν να είχαν συμβεί χθες ή πέρσι. Θυμάσαι όλες τις λεπτομέρειες των σκηνών που έζησες πέρσι; Πιθανότατα όχι. Πρέπει να κάθεσαι, να θυμάσαι και να αναζητάς τις λεπτομέρειες. Όταν αποδέχεσαι ότι κάθε αφήγηση είναι ανασύσταση, σηκώνεις τα μανίκια και προχωράς.

Επιλέγετε έναν αφηγητή που θυμάται τα γεγονότα σχεδόν πενήντα χρόνια αργότερα, από το γηροκομείο του Μπαλουκλί. Τι σας προσέφερε αυτή η χρονική απόσταση και τι αλλάζει όταν η Ιστορία δεν παρουσιάζεται ως αντικειμενικό γεγονός αλλά μέσα από τη μνήμη, την προσωπική εμπειρία και ενδεχομένως την αναξιοπιστία ενός αφηγητή;

Νεκταρία Αναστασιάδου: Τα πενήντα χρόνια απόστασης επιτρέπουν στον αφηγητή να ανασυνθέτει τα γεγονότα όχι μόνο από τις δικές του μνήμες και επιθυμίες, αλλά και από τις μνήμες των άλλων. Μας επιτρέπουν να δούμε τι απέγιναν οι άνθρωποι που ζούσαν στη Μερσίνα το 1905, πού και πώς κατέληξαν στην Ελλάδα ή αλλού. Η ιστορία γίνεται έπος για κάποιους, μεταμορφώνεται από άλλους και ξεχνιέται από τους περισσότερους.

Η αναξιοπιστία υπάρχει σε κάθε αφήγηση. Το βλέπω και στους συναδέλφους που γράφουν non-fiction. Μου έχει τύχει να είμαι πραγματικός χαρακτήρας σε άρθρα και βιβλία, να διαβάζω για καταστάσεις που είτε ξέρω είτε έχω ζήσει και να βλέπω τα γεγονότα με άλλη σειρά από αυτή που τα θυμάμαι. Δεν υπάρχει καθαρή μυθοπλασία ούτε καθαρό non-fiction. Κάθε γραπτό έχει και ψέμα και αλήθεια.

Στα βιβλία σας επιστρέφετε συχνά στην Κωνσταντινούπολη και στον μικρασιατικό ελληνισμό, χωρίς όμως να αντιμετωπίζετε το παρελθόν μόνο μέσα από τη νοσταλγία. Στα «Σάπια λεμόνια» μάλιστα βλέπουμε έναν κοσμοπολίτικο κόσμο να οδηγείται σταδιακά προς τη διάλυση. Τι σημαίνει για εσάς σήμερα η προσπάθεια να διασώσετε μέσα από τη λογοτεχνία όχι μόνο τη μνήμη αυτού του κόσμου, αλλά και τις αντιφάσεις και τα σκοτεινά του σημεία;

Νεκταρία Αναστασιάδου: Με ενδιαφέρει η διάσωση μιας πραγματικότητας, όχι η διάσωση κάποιου παράδεισου που δεν υπήρχε ποτέ. Και η Κωνσταντινούπολη και η Μικρά Ασία ήταν και είναι πραγματικά μέρη, με τα καλά τους αλλά και με τα σκοτεινά τους σημεία.