CULTURE

«Στη σκηνή μπορούσα να ξεφύγω»: Ο σερ Πάτρικ Στιούαρτ, μια ζωή αφιερωμένη στην υποκριτική

«Στη σκηνή μπορούσα να ξεφύγω»: Ο σερ Πάτρικ Στιούαρτ, μια ζωή αφιερωμένη στην υποκριτική

Ο Σερ Πάτρικ Στιούαρτ ποζάρει στην πρεμιέρα της μίνι σειράς του FX «The Patient», την Τρίτη 23 Αυγούστου 2022, στο Neuehouse Hollywood στο Λος Άντζελες. 

Invision

«Βρήκα στη σκηνή μεγαλύτερη ασφάλεια από όση είχα γνωρίσει οπουδήποτε αλλού». Ο σερ Πάτρικ Στιούαρτ είχε περιγράψει με αυτά τα λόγια τη σχέση του με την υποκριτική, μιλώντας για τα δύσκολα παιδικά του χρόνια. Για εκείνον, το θέατρο δεν ήταν απλώς μια επαγγελματική επιλογή ή ένας δρόμος προς την αναγνώριση. Ήταν ένας τόπος διαφυγής, ένας χώρος όπου μπορούσε, έστω για λίγο, να γίνει κάποιος άλλος. «Δεν ήμουν ο Πάτρικ Στιούαρτ», είχε πει σε άλλη συνέντευξή του. «Όταν έπαιζα έναν ρόλο, ήμουν κάποιος άλλος».

Ο σπουδαίος Βρετανός ηθοποιός πέθανε στις 28 Οκτωβρίου 2026, σε ηλικία 86 ετών, στο σπίτι του στο Λος Άντζελες.

Η είδηση του θανάτου του ανακοινώθηκε την επόμενη ημέρα από την εκπρόσωπό του, ενώ η οικογένειά του γνωστοποίησε ότι το τελευταίο διάστημα αντιμετώπιζε τη νόσο Αλτσχάιμερ και την άνοια με σωμάτια Λούι.

Αφήνει πίσω του μια καριέρα που εκτείνεται σε περισσότερες από έξι δεκαετίες και γεφυρώνει δύο φαινομενικά διαφορετικούς κόσμους: το κλασικό θέατρο του Σαίξπηρ και τη μαζική κουλτούρα της επιστημονικής φαντασίας και των υπερηρωικών ταινιών.

Patrick Stewart,Ian Mckellen

Οι ηθοποιοί Σερ Ίαν ΜακΚέλεν και Σερ Πάτρικ Στιούαρτ (δεξιά) ποζάρουν στους φωτογράφους κατά την άφιξή τους στην πρεμιέρα του «Star Trek: Picard» στο Λονδίνο, την Τετάρτη 15 Ιανουαρίου 2020.

Invision

Για εκατομμύρια θεατές θα είναι πάντοτε ο κυβερνήτης Ζαν-Λικ Πικάρ του «Star Trek: The Next Generation» και ο καθηγητής Τσαρλς Ξαβιέ των «X-Men». Για τους ανθρώπους του θεάτρου, όμως, ήταν πρωτίστως ένας ηθοποιός με βαθιά γνώση του σαιξπηρικού λόγου, επιβλητική σκηνική παρουσία και μια φωνή που μπορούσε να μετατρέψει ακόμη και την πιο απλή φράση σε θεατρικό γεγονός.

Ο ίδιος, άλλωστε, δεν αντιμετώπισε ποτέ τους δύο κόσμους ως αντίθετους. Η κλασική παιδεία του δεν τον απομάκρυνε από τη δημοφιλή ψυχαγωγία· αντίθετα, έγινε ένα από τα στοιχεία που έδωσαν στους πιο αναγνωρίσιμους κινηματογραφικούς και τηλεοπτικούς χαρακτήρες του το ιδιαίτερο βάρος τους.

Από ένα μικρό σπίτι στο Γιορκσάιρ στη σκηνή του Σαίξπηρ

Ο Πάτρικ Στιούαρτ γεννήθηκε στις 13 Ιουλίου 1940 στο Μίρφιλντ του Δυτικού Γιορκσάιρ, σε μια οικογένεια εργατικής τάξης. Τα παιδικά του χρόνια δεν είχαν τίποτε από τη λάμψη που θα συνόδευε αργότερα το όνομά του. Μεγάλωσε σε ένα μικρό σπίτι χωρίς εσωτερική τουαλέτα, κεντρική θέρμανση ή ζεστό νερό.

Ο πατέρας του, Άλφρεντ, ήταν πρώην στρατιωτικός, ενώ η μητέρα του, Γκλάντις, εργαζόταν σε υφαντουργείο. Η οικογενειακή ζωή σημαδεύτηκε από τη βία του πατέρα του προς τη μητέρα του, την οποία ο ηθοποιός θα περιέγραφε δημόσια πολλά χρόνια αργότερα, όταν θα αποφάσιζε να μιλήσει ανοιχτά για όσα είχε κρατήσει μέσα του επί δεκαετίες.

Sir Patrick Stewart

Ο Σερ Πάτρικ Στιούαρτ ποζάρει με τη σύζυγό του, Σάνι Όζελ, στην πρεμιέρα της μίνι σειράς του FX «The Patient», την Τρίτη 23 Αυγούστου 2022, στο Neuehouse Hollywood στο Λος Άντζελες.

Invision

Σε ένα κείμενό του στον Guardian το 2009, είχε γράψει για την εμπειρία του να παρεμβάλλει το παιδικό του σώμα ανάμεσα στη γροθιά του πατέρα του και στο πρόσωπο της μητέρας του:

«Ήξερα ακριβώς πότε έπρεπε να βάλω το μικρό μου σώμα ανάμεσα στη γροθιά και στο πρόσωπό της, μια δεξιότητα που κανένα παιδί δεν θα έπρεπε να χρειαστεί να μάθει». Η φράση αυτή συμπυκνώνει τη σκληρότητα μιας παιδικής ηλικίας που ο ίδιος άργησε πολύ να αφηγηθεί.

Η πρώτη καθοριστική συνάντησή του με την υποκριτική έγινε στο σχολείο, όταν ήταν 12 ετών. Ένας καθηγητής Αγγλικών, ο Σέσιλ Ντόρμαν, του έδωσε να διαβάσει αποσπάσματα από τον «Έμπορο της Βενετίας» του Σαίξπηρ. Ο Στιούαρτ δεν καταλάβαινε αρχικά τις λέξεις ούτε μπορούσε να τις προφέρει με ευκολία.

Ανακάλυψε, όμως, κάτι που θα καθόριζε τη ζωή του: πάνω στη σκηνή μπορούσε να απομακρυνθεί από την πραγματικότητα που τον περίμενε στο σπίτι. «Δραπέτευσα», θυμήθηκε αργότερα.

«Και το όνειρό μου έγινε περισσότερο όνειρο. Όχι απλώς να έχω μια διαφορετική ζωή, αλλά, για τα λίγα λεπτά που βρισκόμουν στη σκηνή, να τη ζω πραγματικά».

Στα 17 του έφυγε από το πατρικό του, έχοντας εξασφαλίσει υποτροφία για τη σχολή θεάτρου του Bristol Old Vic. Η υποτροφία κάλυψε τα έξοδα των σπουδών και του εξοπλισμού του, καθώς η οικογένειά του δεν είχε τη δυνατότητα να τον στηρίξει οικονομικά. Η επαγγελματική του διαδρομή δεν ξεκίνησε με άμεση επιτυχία. Εργάστηκε σε θεατρικές ομάδες και περιφερειακούς θιάσους, ενώ το 1966 εντάχθηκε στη Royal Shakespeare Company, όπου παρέμεινε για 14 χρόνια.

Εκεί διαμόρφωσε την ταυτότητά του ως ηθοποιός, ερμηνεύοντας σημαντικούς ρόλους στο έργο του Σαίξπηρ: από τον Μάκβεθ, τον Οθέλλο και τον Πρόσπερο μέχρι τον Σάιλοκ και τον Μάρκο Αντώνιο.

Η σχέση του με το θέατρο δεν ήταν ποτέ μια απλή επαγγελματική υποχρέωση. Σε συνέντευξή του είχε παρομοιάσει τον Σαίξπηρ με έναν παλιό φίλο, «κάποιον που μόλις βγήκε από το δωμάτιο για να φέρει άλλο ένα μπουκάλι κρασί».

Η φράση αποτυπώνει την οικειότητα που αισθανόταν απέναντι στα έργα του μεγάλου δραματουργού, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόταν την υποκριτική: ως μια διαρκή συνομιλία με τους χαρακτήρες, τις λέξεις και τις ανθρώπινες αντιφάσεις τους.

Η θεατρική του πορεία αναγνωρίστηκε με δύο βραβεία Laurence Olivier. Το πρώτο ήρθε το 1979 για την ερμηνεία του στον «Αντώνιο και Κλεοπάτρα» και το δεύτερο το 2009 για τον ρόλο του Κλαύδιου στον «Άμλετ», δίπλα στον Ντέιβιντ Τέναντ. Η παραγωγή εκείνη είχε προηγουμένως παρουσιαστεί στο Λονδίνο και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο Μπρόντγουεϊ, όπου ο Στιούαρτ απέσπασε υποψηφιότητα για βραβείο Τόνι.

Investitures Held At Buckingham Palace

Ο ηθοποιός Σερ Πάτρικ Στιούαρτ ποζάρει με το βραβείο του, αφού χρίστηκε ιππότης από τη βασίλισσα Ελισάβετ Β' της Βρετανίας στα Ανάκτορα του Μπάκιγχαμ, στις 2 Ιουνίου 2010, στο Λονδίνο της Αγγλίας.

Getty Images Europe

Ο Ζαν-Λικ Πικάρ και η απρόσμενη διαδρομή προς την παγκόσμια αναγνωρισιμότητα

Όταν το 1987 του προτάθηκε ο ρόλος του κυβερνήτη Ζαν-Λικ Πικάρ στο «Star Trek: The Next Generation», ο Στιούαρτ ήταν ήδη 47 ετών και είχε πίσω του μια σημαντική θεατρική διαδρομή, αλλά ελάχιστη αναγνωρισιμότητα στο ευρύ αμερικανικό κοινό.

Δεν γνώριζε σχεδόν τίποτε για το σύμπαν του «Star Trek» και αντιμετώπισε αρχικά με επιφυλακτικότητα την πρόταση. Θεωρούσε ότι η συμμετοχή σε μια τηλεοπτική σειρά επιστημονικής φαντασίας ίσως τον απομάκρυνε από το θέατρο, το οποίο αποτελούσε μέχρι τότε το κέντρο της καριέρας του.

Η σειρά προβλήθηκε από το 1987 έως το 1994 και άλλαξε οριστικά τη ζωή του. Ο Πικάρ, ένας κυβερνήτης με πνευματική καλλιέργεια, αυτοσυγκράτηση, ηθική πυξίδα και βαθιά πίστη στη διπλωματία, έγινε ένας από τους πιο αγαπητούς χαρακτήρες στην ιστορία της τηλεόρασης.

Ο Στιούαρτ έδωσε στον ήρωα μια διαφορετική διάσταση από εκείνη του πιο παρορμητικού Τζέιμς Τ. Κερκ, τον οποίο είχε υποδυθεί ο Γουίλιαμ Σάτνερ στην αρχική σειρά. Ο Πικάρ δεν ήταν ένας διαστημικός ήρωας που βασιζόταν στη δράση, αλλά ένας άνθρωπος που συχνά προσπαθούσε να επιλύσει τις συγκρούσεις μέσα από τη σκέψη, τον διάλογο και την κατανόηση.

Η σαιξπηρική του εμπειρία αποδείχθηκε καθοριστική. Ο ίδιος είχε εξηγήσει ότι αναγνώρισε στον τρόπο ομιλίας και συμπεριφοράς του Πικάρ μια επισημότητα που του θύμιζε τους χαρακτήρες του Σαίξπηρ. Αποφάσισε, μάλιστα, να προσεγγίσει τον ρόλο σαν να επρόκειτο για έναν ήρωα του «Ερρίκου Δ΄».

Με τα χρόνια, η διάκριση ανάμεσα στον ηθοποιό και τον χαρακτήρα άρχισε να γίνεται όλο και πιο δυσδιάκριτη.

«Καθώς περνούσαν οι επτά σεζόν του “The Next Generation”, η διάκριση ανάμεσα στον Ζαν-Λικ Πικάρ και στον Πάτρικ Στιούαρτ γινόταν όλο και πιο λεπτή, μέχρι που ήταν αδύνατο να ξέρω πού τελείωνε εκείνος και πού άρχιζα εγώ», είχε πει σε συνέντευξή του στον Guardian το 2022. «Τόσα πολλά από όσα πίστευα και αισθανόμουν πέρασαν σε αυτή τη σειρά».

Ο Πικάρ δεν έμεινε στην τηλεοπτική οθόνη. Ο Στιούαρτ τον ενσάρκωσε σε τέσσερις κινηματογραφικές ταινίες, ενώ επέστρεψε στον ρόλο το 2020, με τη σειρά «Star Trek: Picard», η οποία ολοκληρώθηκε έπειτα από τρεις σεζόν το 2023. Η επιστροφή αυτή δεν ήταν απλώς μια νοσταλγική επανάληψη. Έδωσε στον ηθοποιό την ευκαιρία να συναντήσει ξανά έναν χαρακτήρα που είχε συνοδεύσει μεγάλο μέρος της ζωής του, αυτή τη φορά μέσα από το πρίσμα της ηλικίας, της απώλειας και της μνήμης.

Το 2026, λίγους μήνες πριν από τον θάνατό του, σε μία από τις τελευταίες συνεντεύξεις του, επανήλθε στη σημασία του ρόλου. «Χωρίς αμφιβολία, ο Ζαν-Λικ είναι ο σημαντικότερος ρόλος της καριέρας μου», είπε. Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι δεν σκόπευε να αποσυρθεί από την υποκριτική:

«Δεν μπορώ να φανταστώ ότι θα ανακοινώσω ποτέ επίσημα τη συνταξιοδότησή μου. Θα είμαι πάντα και για πάντα ηθοποιός». Ήταν μια δήλωση που έμοιαζε να συνοψίζει ολόκληρη τη στάση του απέναντι στο επάγγελμα.

Από τον καθηγητή Ξαβιέ στον «Εξκάλιμπερ»: ένας ηθοποιός χωρίς στεγανά

Το 2000, ο Στιούαρτ μπήκε σε ένα ακόμη κινηματογραφικό σύμπαν που θα τον συνέδεε με μια νέα γενιά θεατών. Ανέλαβε τον ρόλο του καθηγητή Τσαρλς Ξαβιέ στην πρώτη ταινία «X-Men», υποδυόμενος τον ιδρυτή και μέντορα των μεταλλαγμένων υπερηρώων. Αρχικά είχε και πάλι επιφυλάξεις.

Όπως είχε αφηγηθεί, πίστευε ότι επρόκειτο για μια ακόμη ιστορία επιστημονικής φαντασίας, μέχρι που τον έπεισαν ότι το σύμπαν των «X-Men» ήταν κάτι διαφορετικό. Και πάλι, όπως είχε παραδεχθεί με χιούμορ, αποδείχθηκε ότι είχε υποτιμήσει τη δυναμική του εγχειρήματος.

Ο καθηγητής Ξαβιέ, με την πίστη του στη συνύπαρξη και την αποδοχή της διαφορετικότητας, είχε κοινά στοιχεία με τον Πικάρ: ήταν ένας ηγέτης που προτιμούσε τη γνώση και την ηθική ευθύνη από την ωμή δύναμη.

Ο Στιούαρτ έδωσε στον χαρακτήρα μια ήρεμη αυθεντία και μια ανθρώπινη ευαισθησία, δημιουργώντας έναν από τους πιο αναγνωρίσιμους ήρωες της κινηματογραφικής σειράς. Επέστρεψε στον ρόλο σε αρκετές ταινίες, με ιδιαίτερα σημαντική την παρουσία του στο «Logan» του 2017, όπου ο καθηγητής Ξαβιέ εμφανιζόταν πιο ευάλωτος και φθαρμένος από ποτέ. Η ερμηνεία του έδειξε ότι ένας χαρακτήρας που είχε συνδεθεί με την υπερηρωική δράση μπορούσε να αποκτήσει τη συγκίνηση και την πολυπλοκότητα ενός ανθρώπου αντιμέτωπου με τη φθορά.

Η κινηματογραφική του πορεία, ωστόσο, δεν περιορίστηκε στις μεγάλες εμπορικές παραγωγές. Είχε ήδη εμφανιστεί σε σημαντικές τηλεοπτικές δουλειές, όπως οι σειρές «Εγώ, ο Κλαύδιος» και «Οι άνθρωποι του Σμάιλι», ενώ στον κινηματογράφο συμμετείχε, μεταξύ άλλων, στο «Εξκάλιμπερ» του Τζον Μπούρμαν (1981). Το 2015, στο «Green Room» του Τζέρεμι Σολνιέ, ανέλαβε έναν εντελώς διαφορετικό ρόλο, υποδυόμενος τον απειλητικό ηγέτη μιας νεοναζιστικής ομάδας.

Η ερμηνεία του υπενθύμισε ότι πίσω από τη φωνή που είχε ταυτιστεί με την ηθική ακεραιότητα του Πικάρ υπήρχε ένας ηθοποιός πρόθυμος να κινηθεί σε σκοτεινότερες, λιγότερο αναμενόμενες περιοχές.

Παράλληλα, δεν εγκατέλειψε ποτέ τη σκηνή. Έπαιξε σε έργα του Σαίξπηρ, αλλά και σε σύγχρονα θεατρικά κείμενα, ενώ η συνεργασία του με τον στενό φίλο του Ίαν ΜακΚέλεν στην παράσταση «Περιμένοντας τον Γκοντό» του Σάμιουελ Μπέκετ το 2009 αποτέλεσε μια από τις σημαντικές στιγμές της θεατρικής του πορείας. Είχε επίσης αναπτύξει μια προσωπική εκδοχή της «Χριστουγεννιάτικης Ιστορίας» του Τσαρλς Ντίκενς, ερμηνεύοντας μόνος του περισσότερους από 40 χαρακτήρες. Η παράσταση παρουσιάστηκε επανειλημμένα, μεταξύ άλλων και στο Μπρόντγουεϊ, και του χάρισε βραβείο Drama Desk.

Η εξομολόγηση για το παρελθόν και η ανάγκη να μιλήσει

Για πολλά χρόνια, ο Πάτρικ Στιούαρτ απέφευγε να μιλά δημόσια για την οικογένεια και την παιδική του ηλικία. Όπως εξήγησε το 2023, με αφορμή την έκδοση της αυτοβιογραφίας του «Making It So», ήθελε να αντιμετωπίζει τον εαυτό του ως έναν άνθρωπο που είχε δημιουργήσει μόνος του την ενήλικη ζωή του, χωρίς να αναγνωρίζει πόσο τον είχαν διαμορφώσει οι εμπειρίες του παρελθόντος. «Για χρόνια δεν μιλούσα για την παιδική μου ηλικία, για το σπίτι μου ή για την εκπαίδευσή μου, επειδή ντρεπόμουν γι' αυτά», είχε πει στο περιοδικό Esquire. «Ήθελα ο Πάτρικ Στιούαρτ να είναι δικό μου δημιούργημα ως ενήλικας και όχι προϊόν της πραγματικής παιδικής μου ηλικίας».

Η συγγραφή της αυτοβιογραφίας, την οποία ξεκίνησε στη διάρκεια της πανδημίας, λειτούργησε ως μια διαδικασία αναμέτρησης με τη μνήμη. Μίλησε για τον πατέρα του, για τη μητέρα του, για τη βία που παρακολουθούσε ως παιδί, αλλά και για τις συνέπειες που είχαν αυτές οι εμπειρίες στις προσωπικές του σχέσεις. Δεν παρουσίασε τον εαυτό του ως έναν άνθρωπο χωρίς λάθη.

Αντιθέτως, αναφέρθηκε με ειλικρίνεια στους δύο πρώτους γάμους του, οι οποίοι διαλύθηκαν έπειτα από δικές του εξωσυζυγικές σχέσεις, χαρακτηρίζοντάς τους τη μεγαλύτερη μεταμέλεια της ζωής του. Το 2013 παντρεύτηκε την Αμερικανίδα μουσικό Σάνι Όζελ, με την οποία παρέμεινε μέχρι τον θάνατό του.

Σε εκείνη τη συνέντευξη στον Guardian, το 2023, είχε μιλήσει και για τη θεραπεία, εξηγώντας ότι τον βοήθησε να αντιμετωπίσει όσα για χρόνια δεν τολμούσε να εκφράσει. «Αν είχα ξεκινήσει ψυχοθεραπεία νωρίτερα, θα με είχε ωφελήσει νωρίτερα», είχε πει. «Τώρα δεν φοβάμαι πια να μιλήσω για την παιδική μου ηλικία». Η εξομολόγηση αυτή είχε ιδιαίτερη σημασία και λόγω της δημόσιας δράσης του ενάντια στην ενδοοικογενειακή βία. Ο ίδιος είχε συνεργαστεί με οργανώσεις που υποστηρίζουν γυναίκες και παιδιά που βιώνουν κακοποίηση, μετατρέποντας την προσωπική του εμπειρία σε δημόσια παρέμβαση.

«Δεν έχω τελειώσει με τη σκηνή»

Η αυτοβιογραφία του αποκάλυψε έναν άνθρωπο που, παρά την τεράστια επιτυχία του, δεν αντιμετώπιζε την καριέρα του ως μια ολοκληρωμένη ιστορία. Στα 83 του χρόνια, μιλούσε ακόμη για τους ρόλους που ήθελε να παίξει, για την επιθυμία του να επιστρέψει στην κωμωδία και για τις δυνατότητες που εξακολουθούσε να βλέπει στην υποκριτική. «Το γέλιο είναι υπέροχο», είχε πει, εξηγώντας ότι από νωρίς ανακάλυψε πως το να προκαλεί το γέλιο του κοινού ήταν μια από τις μεγαλύτερες χαρές του θεάτρου.

Στην τελευταία του συνέντευξη, που δημοσιεύτηκε το καλοκαίρι του 2026, επέμεινε ότι δεν σκεφτόταν να αποσυρθεί, ακόμη κι αν οι διαθέσιμοι ρόλοι για έναν ηθοποιό της ηλικίας του λιγόστευαν. Εξακολουθούσε να δέχεται ενδιαφέρουσες προτάσεις, να αναζητά νέες προκλήσεις και να αισθάνεται ότι είχε ακόμη πράγματα να προσφέρει. Η δήλωση «Θα είμαι πάντα και για πάντα ηθοποιός» δεν ήταν απλώς μια φράση αποχαιρετισμού. Ήταν η πιο καθαρή περιγραφή της σχέσης του με την τέχνη του.

Ο σερ Πάτρικ Στιούαρτ έφυγε έχοντας διανύσει μια διαδρομή που δύσκολα χωρά σε μία μόνο ταυτότητα. Υπήρξε ένας σπουδαίος σαιξπηρικός ηθοποιός, ένας τηλεοπτικός κυβερνήτης που έγινε σύμβολο μιας ολόκληρης γενιάς, ένας κινηματογραφικός μέντορας υπερηρώων, ένας αφηγητής, ένας συγγραφέας και ένας άνθρωπος που βρήκε τελικά το θάρρος να μιλήσει για τις πιο δύσκολες στιγμές της ζωής του. Ίσως, όμως, η πιο ουσιαστική πλευρά της κληρονομιάς του να βρίσκεται σε εκείνη την παλιά του διαπίστωση: ότι πάνω στη σκηνή μπορούσε να ξεφύγει. Και ότι, μέσα από τους ρόλους που ενσάρκωσε, έδωσε σε εκατομμύρια ανθρώπους τη δυνατότητα να ξεφύγουν μαζί του.