Πώς η υπερφορολόγηση και ο πληθωρισμός χρηματοδότησαν τη δημοσιονομική προσαρμογή
Βλέπουμε τις τελευταίες μέρες επίσημα δημοσιευμένο από την κυβέρνηση, ένα διάγραμμα για την αποπληρωμή του χρέους από μια ιδιωτική εταιρεία συμβούλων (Oxford Economics) που εδρεύει στην Οξφόρδη.
Ας δούμε πως γίνεται μια χώρα με τον υψηλότερο ακόμα δανεισμό στην Ευρώπη να μπορεί να μειώνει το χρέος της, χωρίς τις τυμπανοκρουσίες της υπέρμετρης πολιτικής επικοινωνίας.
Η πτώση των επιτοκίων δανεισμού της Ελλάδας δεν έγινε “ξαφνικά”, ήταν αποτέλεσμα μιας δεκαετούς επίπονης διαδικασίας αναδιάρθρωσης, θεσμικής στήριξης και αποκατάστασης της αξιοπιστίας.
Η δομή του χρέους είναι το “κρυφό πλεονέκτημα” της επιτυχίας καθώς έχει πολύ μεγάλη μέση διάρκεια (πάνω από 18–20 χρόνια), βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό προς θεσμικούς πιστωτές (ΕΕ, ESM) και διατηρεί χαμηλά και σταθερά επιτόκια.
Βλέπουμε ότι η πρόσφατη αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους της Ελλάδας παρουσιάζεται από την κυβέρνηση ως απόδειξη «ισχυρής οικονομικής διαχείρισης» και «δημοσιονομικής επιτυχίας». Αναμφίβολα, η αριθμητική εικόνα είναι εντυπωσιακή αφού από 209,4% του ΑΕΠ το 2020 σε περίπου 154% το 2024, με προοπτική περαιτέρω αποκλιμάκωσης στο 147% φέτος.
Όμως η οικονομική ανάλυση απαιτεί διάκριση μεταξύ λογιστικής βελτίωσης και διαρθρωτικής βελτίωσης.
Και εδώ βρίσκεται η βασική πολιτική και οικονομική κριτική για την κυβερνητική πολιτική.
Η κυβέρνηση επιχειρεί να πολιτικοποιήσει ένα αποτέλεσμα που σε μεγάλο βαθμό παράχθηκε από εξωγενείς μακροοικονομικούς παράγοντες και όχι από βαθιές μεταρρυθμίσεις παραγωγικού μετασχηματισμού.Δυστυχώς, η παραγωγικότητα εξακολουθεί να βρίσκεται κάτω του μέσου όρου της ΕΕ παρά τα δεκάδες δις του Ταμείου Ανάκαμψης.
Το ερώτημα δεν είναι αν το χρέος μειώθηκε.
Το ερώτημα είναι για ποιο λόγο μειώθηκε;
Το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ μειώνεται για δύο λόγους, είτε όταν μειώνεται ο αριθμητής (το χρέος), είτε όταν αυξάνεται ο παρονομαστής (το ΑΕΠ).
Στην ελληνική περίπτωση, το μεγαλύτερο μέρος της προσαρμογής προήλθε από τον παρονομαστή.
Η περίοδος 2021–2024 χαρακτηρίστηκε από υψηλό πληθωρισμό, ισχυρή ονομαστική ανάπτυξη, μεγάλη αύξηση φορολογικών εσόδων λόγω πληθωριστικής διόγκωσης.
Δηλαδή, μεγάλο μέρος της μείωσης του χρέους είναι προϊόν πληθωριστικής διάβρωσης και όχι δομικής αποπληρωμής.
Αυτό στα οικονομικά και στην οικονομική πολιτική αποτελεί κρίσιμη διάκριση.
Γιατί εάν η μείωση οφείλεται κυρίως στον πληθωρισμό, τότε δεν είναι απαραίτητα βιώσιμη.
Η κυβέρνηση προβάλλει την Ελλάδα ως μοναδικό ευρωπαϊκό success story .
Ας εξετάσουμε τα συγκριτικά στοιχεία.
Η Πορτογαλία μείωσε το χρέος της από περίπου 135% σε 95% του ΑΕΠ μέσα σε τέσσερα χρόνια. Η Κύπρος από περίπου 115% σε κάτω από 55%.
Η Ιρλανδία κινείται κοντά στο 32% και η Ισπανία και το Βέλγιο παραμένουν κοντά στο 102%. Ή Ιταλία παραμένει στο 137%.
Η δε Ιρλανδία θεωρείται ιστορικά υπόδειγμα αποκλιμάκωσης γιατί πέτυχε μείωση μέσω παραγωγικότητας και εξαγωγών.
Η Ελλάδα, παρά τη μεγάλη αποκλιμάκωση, παραμένει μία από τις πιο υπερχρεωμένες οικονομίες της Ευρώπης.
Άρα η κυβέρνηση επιλέγει να μιλά για τον ρυθμό μείωσης τυμπανοκρουσίες, αποσιωπώντας το επίπεδο χρέους.Αυτό είναι η πολιτική επιλογή αφήγησης της ΝΔ.
Δυστυχώς η πραγματικότητα δειχνει ότι η χώρα εξακολουθεί να φέρει υπερδιπλάσιο χρέος από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.
Βάση οικονομικής θεωρίας η ουσία μιας βιώσιμης δημοσιονομικής προσαρμογής είναι η αύξηση της παραγωγικής βάσης.
Άλλωστε αυτό τόνιζε και η έκθεση Πισσαρίδη.
Εδώ εντοπίζεται η μεγαλύτερη αδυναμία της κυβερνητικής πολιτικής δυο συνεχόμενων θητειών.
Η ανάπτυξη των τελευταίων ετών βασίστηκε κυρίως σε κατανάλωση, τουρισμό, Golden visa -ακίνητα, δημόσιες επενδύσεις μέσω Ευρωπαϊκών πόρων.
Ενώ δεν έχει γίνει προσπάθεια για βιομηχανική ανασυγκρότηση, για εξαγωγική διαφοροποίηση, και παραγωγική καινοτομία.
Η κυβέρνηση επικαλείται τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα ως επιτυχία.
Όμως κάθε πλεόνασμα έχει κοινωνικό και αναπτυξιακό κόστος.
Τα πλεονάσματα προήλθαν από υπερφορολόγηση της κατανάλωσης μέσω ΦΠΑ, πληθωριστική αύξηση εσόδων και συγκράτηση των κοινωνικών δαπανών αυξάνοντας τις ανισότητες και την φτώχεια.
Η πραγματικότητα είναι ότι η δημοσιονομική ισορροπία δεν συνοδεύτηκε από ανάλογη βελτίωση αγοραστικής δύναμης.
Οι πραγματικοί μισθοί υποχώρησαν σε μεγάλο μέρος της πληθωριστικής περιόδου.
Άρα η κοινωνία χρηματοδότησε μέρος της δημοσιονομικής προσαρμογής.
Η πραγματική οικονομική επιτυχία δεν είναι να μειώνεις το χρέος αριθμητικά αλλά να αλλάζεις το παραγωγικό υπόδειγμα ώστε το χρέος να γίνεται βιώσιμο διαχρονικά.
Δεν αμφισβητεί κανείς ότι η Ελλάδα πέτυχε μεγάλη δημοσιονομική πρόοδο, όμως η μεγάλη μεταρρύθμιση της οικονομίας παραμένει ανολοκλήρωτη.
Και χωρίς αυτήν, η σημερινή σχεδόν πανηγυρική επιτυχία κινδυνεύει να αποδειχθεί απλά συγκυριακή, μεταφέροντας μεγάλο βάρος στις επόμενες γενιές με την επιπρόσθετη απειλή του δημογραφικού προβλήματος, του χειρότερου παγκοσμίως σε εποχή ειρήνης.
*H Μάχη Γεωργακοπούλου είναι οικονομολόγος, εξωτερικό Μέλος ΔΣ πανεπιστημίου Πατρών
Φωτιά στην Πάρνηθα κοντά στο καζίνο - Κλειστός ο δρόμος από το τελεφερίκ
12:18
Τουρκικά ΜΜΕ: Νέες προκλητικές δηλώσεις κατά Δένδια - «Η εχθρότητά του δεν έχει τέλος»
12:13
Changan Deepal S05: Έρχεται και σε plug-in υβριδικό με τιμή που προκαλεί
12:12
Το τηλεφώνημα που οδήγησε στη σύλληψη του 89χρονου: Αστυνομικός περιγράφει την επιχείρηση σε ξενοδοχείο στην Πάτρα
12:04