ΚΟΣΜΟΣ

Το αληθινό «Breaking Bad»: Νέα μελέτη συνδέει τον καρκίνο με περιπτώσεις παρανομίας

Το αληθινό «Breaking Bad»: Νέα μελέτη συνδέει τον καρκίνο με περιπτώσεις παρανομίας

Ο Μπράιαν Κράνστον ως Γουόλτερ Γουάιτ στη σειρά «Breaking Bad»

AMC/Netflix

Μια διάγνωση καρκίνου μπορεί να αλλάξει ριζικά τη ζωή ενός ανθρώπου: να φέρει άγχος, κατάθλιψη, οικονομική αβεβαιότητα και μια βαθιά αναθεώρηση προτεραιοτήτων. Σύμφωνα όμως με νέα μελέτη, οι επιπτώσεις ίσως εκτείνονται και σε ένα απρόσμενο πεδίο: την εγκληματική συμπεριφορά.

Έρευνα που δημοσιεύτηκε στο American Economic Journal: Applied Economics διαπιστώνει ότι τα άτομα που διαγιγνώσκονται με καρκίνο παρουσιάζουν μέσα στα επόμενα χρόνια, σημαντικά αυξημένη πιθανότητα καταδίκης για κάποιο αδίκημα – ακόμη και αν μέχρι τότε είχαν λευκό ποινικό μητρώο.

Διαπίστωση που φέρνει αναπόφευκτα στο μυαλό την τηλεοπτική σειρά «Breaking Bad», όπου μια διάγνωση καρκίνου οδηγεί τον καθηγητή χημείας γυμνασίου Γουόλτερ Γουάιτ στην εγκληματικότητα. Ωστόσο, στις περιπτώσεις που εξέτασε η μελέτη οι ασθενείς δεν γίνονται τόσο αδίστακτοι όσο ο ήρωας της σειράς, αναφέρει το Science Alert. Οι περισσότερες παραβάσεις αφορούν αδικήματα όπως μικροκλοπές ή κατοχή ναρκωτικών ουσιών. Ωστόσο, οι συνέπειες μπορεί να είναι σοβαρές, τόσο για τους ίδιους τους ασθενείς όσο και για τις οικογένειές τους και τα θύματα.

Διασύνδεση ιατρικών και ποινικών μητρώων

Για να διερευνήσουν το φαινόμενο, οι ερευνητές αξιοποίησαν εκτενή διοικητικά αρχεία της Δανίας, συνδυάζοντας δεδομένα για δημογραφικά στοιχεία, εκπαίδευση, εργασία, εισόδημα, υγεία και ποινικό ιστορικό. Το δείγμα περιλάμβανε 368.317 άτομα που διαγνώστηκαν με καρκίνο μεταξύ 1980 και 2018. Μέσω της διασύνδεσης ιατρικών και ποινικών μητρώων, οι επιστήμονες συνέκριναν τη συμπεριφορά των ασθενών με εκείνη ατόμων που δεν είχαν διαγνωστεί με καρκίνο.

breaking-bad-2.jpg

Ο Γουόλτερ Γουάιτ (Μπράιαν Κράνστον) υποβάλλεται σε χημειοθεραπεία σε σκηνή από τη σειρά «Breaking Bad»

AMC/Netflix

Τα ευρήματα παρουσιάζουν ενδιαφέρον χρονικό μοτίβο. Κατά τον πρώτο χρόνο μετά τη διάγνωση, η εγκληματικότητα μειώνεται. Η εξήγηση είναι μάλλον προφανής: οι ασθενείς συχνά υποβάλλονται σε εξαντλητικές θεραπείες, όπως χημειοθεραπεία ή ακτινοβολία, περνώντας μεγάλο μέρος του χρόνου τους σε νοσοκομεία.

Ωστόσο, δύο χρόνια μετά τη διάγνωση, η τάση αντιστρέφεται. Η πιθανότητα καταδίκης αυξάνεται πάνω από τα προ της ασθένειας επίπεδα και γίνεται στατιστικά σημαντική. Η αύξηση συνεχίζεται για περίπου πέντε χρόνια και στη συνέχεια σταθεροποιείται σε υψηλότερο επίπεδο για άλλα πέντε.

Συνολικά, οι ασθενείς εμφανίζονται κατά 14% πιο πιθανό να καταδικαστούν για κάποιο έγκλημα μετά τη διάγνωση.

Οι ερευνητές επιχείρησαν να εξηγήσουν το φαινόμενο εξετάζοντας διάφορους πιθανούς μηχανισμούς. Ένας από αυτούς είναι ο οικονομικός. Αν και στη Δανία η υγειονομική περίθαλψη είναι καθολική και δεν επιβαρύνει άμεσα τους ασθενείς με ιατρικά έξοδα, η ασθένεια έχει σαφές οικονομικό αποτύπωμα. Η πιθανότητα απασχόλησης μειώνεται κατά 1,5 ποσοστιαία μονάδα τον χρόνο της διάγνωσης, ενώ όσοι διατηρούν εργασία συχνά εργάζονται λιγότερες ώρες και έχουν χαμηλότερο εισόδημα.

Οικονομικά και μη αδικήματα

Η μελέτη δείχνει ότι τα άτομα που βιώνουν τη μεγαλύτερη μείωση εισοδήματος παρουσιάζουν και την ισχυρότερη σύνδεση μεταξύ καρκίνου και εγκληματικότητας. Παράλληλα όμως, η αύξηση δεν περιορίζεται σε οικονομικά εγκλήματα. Παρατηρείται και άνοδος σε μη οικονομικά αδικήματα, όπως πράξεις βίας, γεγονός που υποδηλώνει ότι εμπλέκονται και ψυχολογικοί ή κοινωνικοί παράγοντες.

Ένας ακόμη παράγοντας που εξετάστηκε είναι η προσδοκία ζωής. Οι ερευνητές κατηγοριοποίησαν τους ασθενείς βάσει της πιθανότητας επιβίωσης πέντε ετών, λαμβάνοντας υπόψη τον τύπο καρκίνου, την ηλικία, το φύλο και την οικογενειακή κατάσταση.

Η σύνδεση μεταξύ διάγνωσης και εγκληματικότητας ήταν ισχυρότερη σε όσους παρουσίαζαν απότομη μείωση της προβλεπόμενης επιβίωσης το έτος της διάγνωσης. Η προοπτική ενός συντομότερου μέλλοντος ίσως μειώνει το αποτρεπτικό βάρος των μακροπρόθεσμων συνεπειών, όπως η φυλάκιση.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο ρόλος της κοινωνικής πολιτικής. Αξιοποιώντας τις διαφοροποιήσεις που προέκυψαν από τη διοικητική μεταρρύθμιση των δήμων στη Δανία το 2007, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η αύξηση της εγκληματικότητας ήταν εντονότερη σε περιοχές όπου είχε μειωθεί η κοινωνική στήριξη. Αυτό υποδηλώνει ότι ισχυρότερα δίκτυα πρόνοιας μπορεί να λειτουργούν προστατευτικά.

Αν τα ευρήματα επιβεβαιωθούν και σε άλλες χώρες, θα μπορούσαν να αναδείξουν ένα νέο «κενό υποστήριξης» για τους καρκινοπαθείς. «Τα αποτελέσματά μας δείχνουν ότι οι πολιτικές που αντιμετωπίζουν τις οικονομικές συνέπειες των υγειονομικών κρίσεων είναι σημαντικές για τον μετριασμό του αντίκτυπου που αυτές έχουν στην εγκληματικότητα», γράφουν οι ερευνητές.