ΚΟΣΜΟΣ

Τόνι Μπλερ για Brexit: Μπορούμε και να αλλάξουμε γνώμη

Τόνι Μπλερ για Brexit: Μπορούμε και να αλλάξουμε γνώμη
REUTERS/Neil Hall

Την εκτίμηση ότι τίποτα δεν εμποδίζει τη Βρετανία να διοργανώσει δεύτερο δημοψήφισμα για το Brexit εξέφρασε ο πρώην πρωθυπουργός της χώρας, Τόνι Μπελ. Παράλληλα τόνισε ότι το διαζύγιο με την Ευρωπαϊκή Ένωση θα αποδειχθεί «πολύ πολύ σκληρό».

«Δεν συντρέχει κανένας λόγος για να κλείσουμε την πόρτα σε όλες τις εναλλακτικές λύσεις. Έχουμε το δικαίωμα να συνεχίσουμε να αναστοχαζόμαστε και εάν κριθεί αναγκαίο να αλλάξουμε γνώμη. Δεν υπάρχει περίπτωση μία ελίτ να απορρίψει τον λαό», τόνισε ο Μπλερ, μιλώντας στο BBC Radio 4.

«Εάν στο τέλος της πορείας αποδειχθεί πως η συμφωνία δεν είναι ικανοποιητική, ή ότι θα υπάρξουν τόσο σοβαρές συνέπειες που ο κόσμος δεν θα θέλει πλέον την έξοδο από την ΕΕ, τότε θα πρέπει να βρεθεί μία λύση, είτε μέσω του Κοινοβουλίου, είτε ίσως μέσα από ένα νέο δημοψήφισμα», πρόσθεσε.

Αλλά και στην εφημερίδα «The New European» ,ο πρώην πρωθυπουργός (1997-2007) χαρακτήρισε «καταστροφή» το Brexit και κάλεσε τους υπέρμαχους της παραμονής στην ΕΕ «να κινητοποιηθούν» απέναντι στους ζηλωτές του διαζυγίου με τις Βρυξέλλες.

«Πλέον είμαστε οι εξεγερμένοι», έγραψε στο εβδομαδιαίο, φιλοευρωπαϊκό, φύλλο ο Μπλερ τέσσερις μήνες μετά το δημοψήφισμα, που με το αποτέλεσμα του 52% έδωσε τη νίκη στις αντιευρωπαϊκές δυνάμεις.

Ο ίδιος αποκάλυψε πως πρόσφατα συνομίλησε με τον Γάλλο πρόεδρο Φρανσουά Ολάντ για τις προκλήσεις που πρόκειται να αντιμετωπίσει η Βρετανία κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για την έξοδό της.

«Αυτή η συνομιλία με έπεισε πως πρόκειται να είναι πολύ, μα πολύ σκληρές. Δεν πρόκειται να διαπραγματευθούμε με ευρωπαίους επιχειρηματίες που θα ήθελαν να έχουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερη πρόσβαση στη Βρετανία. Οι άνθρωποι με τους οποίους θα διαπραγματευθούμε είναι πολιτικοί ηγέτες της ΕΕ και των Κοινοβουλίων τους, συνεπώς κατά τη γνώμη μου μέλλει να είναι μία πολύ περίπλοκη διαπραγμάτευση», τόνισε ο Μπλερ, κατά τον οποίο η Βρετανία θα πρέπει να κάνει μεγάλες παραχωρήσεις προκειμένου να διατηρήσει την πρόσβασή της στην ενιαία αγορά, εάν δεν επιθυμεί να αντιμετωπίσει «σοβαρές» οικονομικές επιπτώσεις.